448/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2014 προσφυγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 295/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-1-2020 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated448/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφ’ όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν, περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων. 5.
Full text
Απόφαση 448 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)¬¬¬¬
Αριθμός 448/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση
του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, περί αναιρέσεως της με αριθμό 3/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (εκουσίας δικαιοδοσίας).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2014 προσφυγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 295/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-1-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, ο άνω διάδικος παραστάθηκε όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 34 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 EισNAK του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε και στα Δωδεκάνησα, με το άρθρο 1 του β.δ/τος της 31 Δεκεμβρίου 1948-10 Ιανουαρίου 1949 (βλ. και άρθρ. 21 παρ.1 ν. 388/1957), "2. Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ` αυτών ουδέ δι` αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του Δημοσίου και διαχειρίζονται παρ` αυτού ως διοικητού αλλοτρίων. 3.
Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ’ ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο την ειδικήν εντολήν του Υπουργείου των Οικονομικών (Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων) και του προϊσταμένου της αρμοδίας αστυνομικής Αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου. 4.
Εφ’ όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν, περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της Διευθύνσεως Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων. 5.
Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταληφθέντος κτήματος γίνεται, κατ’ αίτησιν αυτού, κοινοποιουμένην προς το Δημόσιον, δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην του κατ’ άρθρ. 10 συμβουλίου. Αι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. 6. Εις τον αναλαμβάνοντα το ακίνητόν του ιδιοκτήτην αποδίδονται, κατά την εν τη προηγουμένη παρ. 5 καθοριζομένην διαδικασίαν, και τα εισπραχθέντα τυχόν παρά του Δημοσίου μισθώματα, μειούμενα παρά τας γενομένας δαπάνας και κατά 20% λόγω εξόδων διαχειρίσεως. 7.
Εάν απορριφθή η αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθή απόφασις του υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτου ή εντός της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 11, προθεσμίας, δύναται ούτος να ζητήση την απόδοσιν δι' αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς τον αρμόδιον, ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, πρόεδρον πρωτοδικών (ήδη, με βάση το άρθρο 3 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ προς το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη των ασφαλιστικών μέτρων). 8. Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητος αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον.9. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουσιν εφαρμογήν και επί εγκαταλελειμμένων ακινήτων, καταληφθέντων παρά του Δημοσίου προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, έστω και αν δεν τηρήθησαν αι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του παρόντος άρθρου.
Εις τας περιπτώσεις όμως ταύτας η μεν εν παρ. 7 του παρόντος άρθρου εξάμηνος προθεσμία άρχεται από της ισχύος του παρόντος, αν προ αυτής υπεβληθεί η περί αποδόσεως του ακινήτου αίτησις, η δε κατά την παρ. 8 του αυτού άρθρου απόσβεσις του δικαιώματος της κυριότητας δεν συντελείται, εν πάση περιπτώσει, προ της παρόδου πενταετίας από της ισχύος του παρόντος. 10.
Αι περί αποδόσεως ακινήτων διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν έχουσιν εφαρμογή επί κτημάτων περί ων προνοεί ο α.ν. 735/1937. 11. Πάσα αγωγή, επιταγή και παν ανεξαιρέτως δικογράφον κατά των εν τη παρ. 2 αναφερομένων ιδιοκτητών, στρέφεται και κοινοποιείται επί ποινή ακυρότητος και του δικογράφου και της επιδόσεως, λαμβανομένης και αυτεπαγγέλτως υπ` όψει, και κατά του Δημοσίου, δυναμένου ν’ασκήση επί δικαστηρίου, ή άλλως, πάντα τα εις τον απόντα ανήκοντα δικαιώματα, ανεξαρτήτως του αν ήσκησε ταύτα ο τελευταίος ούτος ή ου.
Κατά των κατ’ απόντων ιδιοκτήτων ήδη εκδοθεισών ή εκδοθησομένων αποφάσεων, χωρεί ανακοπή εκ μέρους του Δημοσίου, εφ’ όσον τούτο δεν εκλήθη ή δεν παρέστη κατά την συζήτησιν. Η ανακοπή αύτη ασκείται δια καταθέσεως δικογράφου παρά τω Γραμματεί του εκδόντος την ανακοπτομένην απόφασιν δικαστηρίου, άνευ καταθέσεως εξόδων ή παραβόλου, εντός προθεσμίας τριών μηνών από της προς το Δημόσιον κοινοποιήσεως της κατά του απόντος εκδοθείσης αποφάσεως.
Η προσηκόντως ασκηθείσα ανακοπή έχει τας εν άρθρω 507 της Πολιτικής Δικονομίας συνεπείας". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για να αποκτήσει το Δημόσιο κυριότητα σε αλλότριο ακίνητο, το οποίο δεν διαχειρίζεται ο κύριος αυτού ή αντιπρόσωπός του, απαιτείται να συντρέχουν οι εξής τρεις προϋποθέσεις: (α) εγκατάλειψη του ακινήτου από τον κύριο, (β) νομότυπη κατάληψη αυτού από το Δημόσιο και γ) πάροδος δεκαετίας από την κατάληψη (που φέρει το χαρακτήρα αποσβεστικής προθεσμίας, επί της οποίας δεν αποκλείεται η εφαρμογή λόγου διακοπής της παραγραφής).
Πρέπει, όμως, το ακίνητο να έχει την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου, τόσο κατά το χρόνο της κατάληψης, όσο και καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας, χωρίς να αρκεί μόνη η παρέλευση δεκαετίας. Ως εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, θεωρείται το ακίνητο, το οποίο έχει εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του με πρόθεση παραίτησης από την κυριότητα.
Πρέπει, δηλαδή, ο ιδιοκτήτης του να έχει παραιτηθεί, άτυπα, από τη φυσική εξουσίασή του με τη θέληση να μη νέμεται αυτό (σύμπτωση παραίτησης από το υλικό και το πνευματικό στοιχείο εξουσίασης), με το σκοπό παραίτησης από την κυριότητά του. Εάν το ακίνητο δεν είχε πράγματι εγκαταλειφθεί από τους ιδιοκτήτες του και, παρά ταύτα, καταλήφθηκε από το Δημόσιο ως εγκαταλελειμμένο, τούτο δεν περιέρχεται στην κυριότητα του τελευταίου με την απλή παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη, εφόσον ο ιδιοκτήτης αυτού εξακολουθούσε καθ` όλο το χρονικό διάστημα να νέμεται και εκμεταλλεύεται το ακίνητό του, απολαμβάνοντας τα ωφελήματα απ` αυτό.
Αντίθετη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της κυριότητας σε ακίνητο για μόνο το λόγο ότι χαρακτηρίστηκε αυτό ως εγκαταλελειμμένο από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, εκδόθηκε το σχετικό πρωτόκολλο κατάληψης, το οποίο εγγράφηκε στην οικεία μερίδα του υποθηκοφυλακείου και παρήλθε δεκαετία, ενώ ο ιδιοκτήτης αυτού, αγνοώντας προφανώς την όλη κατάσταση, εξακολουθούσε να το νέμεται (ΑΠ 256/2020, ΑΠ 47/2019).
Μάλιστα, δεν θεωρείται εγκαταλελειμμένο, κατά την έννοια του νόμου, και το ακίνητο, επί του οποίου ο ιδιοκτήτης δεν άσκησε, για μεγάλο χρονικό διάστημα, καμία πράξη νομής (ή κατοχής). Και τούτο, διότι στα ακίνητα η νομή και η κατοχή είναι σαφώς διακεκριμένες από την κυριότητα, ώστε η μη άσκησή τους να μην μπορεί να θεωρηθεί ως εγκατάλειψη και της κυριότητας, η οποία είναι δικαίωμα απεριόριστης διάρκειας και αντιτάσσεται αποτελεσματικά κατά των τρίτων, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχει ασκηθεί με πράξεις διακατοχής, αφού ο κύριος δεν είναι υποχρεωμένος να ασκεί το δικαίωμά του αυτό, άρα η μη άσκηση - εγκατάλειψη της διακατοχής παραμένει, ως προς την κυριότητα, ένα γεγονός χωρίς έννομες συνέπειες (ΑΠ 256/2020).
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συντεταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού.
Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Κατά δε την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αιτήσεως μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, εν όλω ή εν μέρει να εγείρουν αγωγή.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η κατά του Δημοσίου διεκδικητική ή αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αιτήσεως αυτής με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη στοιχεία, και περάσουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του (ΑΠ 298/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 269 παρ. 1 ΑΚ <την παραγραφή διακόπτει η υποβολή σε διαιτησία ή σε διαιτητική αρχή ή σε διοικητικό δικαστήριο ή σε άλλο δικαστήριο της διαφοράς που αναφέρεται στην αξίωση. Οι διατάξεις των άρθρων 261 έως 263, 267 έως 268 εφαρμόζονται αναλόγως ..> ενώ κατά το άρθρο 279 ΑΚ <Στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή>.
Τέλος, ο Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 8 παρ 2 ν. 510/1947 στον μεν άρθρο 51 ορίζει ότι <1ον Πράξεις, συμβόλαια, αγωγαί και αποφάσεις. Αφ' ής ημέρας διετάχθη η εγγραφή ενός ακινήτου καθίστανται υποχρεωτικαί αι αφορώσαι εις αυτό μεταγενέστεραι καταχωρίσεις. Υπόκειται εις καταχώρισιν μεταγραπέαν επί του Κτηματικού Βιβλίου και επί του Κτηματικού Τίτλου και δεν έχουσιν αποτελεσματικότητα ουδέ μεταξύ των μερών ει μη από της ημερομηνίας της γενομένης καταχωρίσεως αι ακόλουθοι πράξεις. 1ον) Πάσαι αι πράξεις μεταξύ ζώντων εξ επαχθούς ή χαρισματικής αιτίας αι συνεπαγόεναι μεταβίβασιν σύστασιν ή παραίτησιν δικαιώματος κυριότητος, ή άλλου οιουδήποτε επί ακινήτου δικαιώματος.
Β) Αι μεταβιβάσεις κυριότητος αιτία θανάτου. Γ) Αι πράξεις αι συστατικαί τροποποιητικαί μεταβιβαστικαί αποσβεστικαί εμπραγμάτων δικαιωμάτων βαρυνόντων το ακίνητον οίον η επικαρπία η οίκησις αι υποθήκαι αι δουλείαι και τα τοιαύτα. Δ) Αι πράξεις αι συνεπαγόμεναι μεταβίβασιν ή απονομήν κτημάτων μούλκ υπέρ του Δημοσίου.
Ε) Αι πράξεις εκποιήσεως ή παραχωρήσεως δημοσίων ή βακουφικών κτημάτων και εκείναι περί μεταγενέστερων μεταβιβάσεων οιουδήποτε είδους. Στ) Αι πράξεις τροποποιήσεως ή αποσβέσεως δικαιωμάτων αναφερομένων εις κτήματα βακουφικά και αι πράξεις δι' ών καθίσταται βακουφικών εν ακίνητον. 2ον Τα συμβόλαια. Α) Της αντιχρήσεως Β) Της συστάσεως εις προίκα του ακινήτου ή του εγεγραμμένου εμπραγμάτου δικαιώματος της ρήτρας περί επανατοποθετήσεως και της μεταξύ συζύγων κοινοκτημοσύνης.
Γ) Της μισθώσεως διαρκειας υπερβαινούσης τα 9 έτη Δ) Των εταιριών αίτιες έχουν αντικείμενον την κάρπωσιν ή την αξιοποίησιν ακινήτων κτημάτων. 3ον) η αποποίησις κληρονομίας ως και η δήλωσις αποδοχής κληρονομίας μετά του ευεργετήματος της απογραφής. Β) Η κατασχετήριος έκθεσις και το επακολουθούν πρώτον πρόγραμμα πλειστηριασμού.
Γ) Αι αγωγαί αι μεταγενέστεραι της εγγραφής αίτινες αναφέρονται εις εν εκ των αντικειμένων των καθοριζομένων εις τα προηγούμενα στοιχεία ή αίτινες αφορώσι καθ' οποιονδήποτε τρόπον την ελευθέραν διάθεσιν του εγγεγραμμένου ακινήτου συμπεριλαμβανομένων και των περί προτιμήσεως αγωγών ως και αι κτηματολογικαί προσφυγαί.
Η Δικαστική Αρχή δεν δύναται να επιληφθή τοιούτων αγωγών εάν ο ενδιαφερόμενος διάδικος δεν αποδείξη ότι εγένετο ή καταχώρισις ταύτης υπό του Κτηματολογικού Γραφείου. Δ) Αι τελεσίδικοι αποφάσεις επί ενός των αντικειμένων των οριζομένων εις τα προηγούμενα στοιχεία αι οριστικαί αποφάσεις καατακυρώσεως πλειστηριασμού ή κηρύξεως πτωχεύσεως όταν εν αυτή περιλαμβάνονται ακίνητα κτήματα και γενικώς όλαι αι αποφάσεις αι συμβάσεις και αι πράξεις αίτινες συνεπάγονται μεταβολές σχετικάς προς την υπόστασιν την ενάσκησιν και την ελευθέραν διάθεσιν του δικαιώματος κυριότητος και των άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων.
Η νομική ισχύς των αποφάσεων ανατρέχει εις την ημερομηνίαν της καταχωρίσεως της σχετικής αγωγής εκτός εάν η απόφαση ορίζει άλλως.> και στο άρθρο 53 ότι <Ο τίτλος δυνάμει του οποίου ενεργείται η καταχώρισις δέον νομικώς να είναι επιτήδειος διά την κτήσιν την μεταβίβασιν ή απόσβεσιν του δικαιώματος κατά τους εν ισχύι νόμους.
Τα έγγραφα βάσει των οποίων δύναται να γίνη η καταχώρησις δέον να είναι συντεταγμένα αυθεντικώς η ιδιωτικώς μέν αλλά με αυθεντικοποιημένας τάς υπογραφάς ή βεβαιωμένας δικαστικώς και οσάκις είναι ανάγκη δεόντων τεθεωρημένας. Αι αποφάσεις δέον να προσάγωνται εις αντίγραφον εκτελεστόν. Δεν δύναται να λάβη χώραν ουδεμία καταχώρισις μεταγενέστερα άλλης ενδιαμέσου εκκρεμούσης δι' οιονδήποτε λόγον εάν προηγουμένως δεν αποφασισθή τι περί της τελευταίας ταύτης έστω και αιτήσει μόνον του τελευταίου δηλούντος.
Οιαδήποτε περί καταχωρίσεως αίτησις άμα τη υποβολή ή αυτής δέον να εγγράφηται διαταγή του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου εις ειδικόν Βιβλίον κατά σειράν αυστηρώς χρονολογικήν και μετ' ενδείξεως της ημέρας και ώρας. Εξ άλλου θα εγχειρίζηται εις τον υποβάλλοντα απόδειξις παραλαβής της αιτήσεως των εγγράφων και των υποβληθέντων τίτλων ήτις απόδειξις θα δύναται να συνίσταται και εις αντίγραφον αυτής ταύτης της αιτήσεως υπογεγραμμένης υπό του παραλήπτου υπαλλήλου.
Ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου κατόπιν ερεύνης του τύπου και της ουσίας της πράξεως του τίτλου και του εγγράφου ή θα αρνηθή ή θα διατάξη συμφώνως προς τας διατάξεις τάς καθοριζομένας εις το επόμενον άρθρον την καταχώρισιν της αιτήσεως και την εγγραφήν του εν αυτή προσδιοριζομένου δικαιώματος ή της αγωγής επί του Κτηματικού Βιβλίου και του τίτλου.
Αι εν τω ειδικώ βιβλίω και τω Κτηματικώ Βιβλίω καταχωρίσεις αποτελούν πλήρη απόδειξιν δια πάσας τάς εννόμους συνεπείας ως προς την χρονολογίαν και την προτεραιότητα των υποβαλλομένων αιτήσεων και των περιελθουσών (τη υπηρεσία) αγωγών>. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 τουΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την αναιρεσιβαλλόμενη 3/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθ. 739 επ. ΚΠοΛΔ), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (αρθ 561 παρ. 1 ΚΠοΛΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <Δυνάμει της με αριθμό 234/1969 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, οι Ε.-Α.
Κ. και Δ. συζ. Ε. Κ. το γένος Π. Μ. αναγνωρίστηκαν κύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με κτητική παραγραφή ενός ακινήτου (παλαιός λιθόκτιστης κατοικίας δύο ορόφων και τεσσάρων δωματίων στο ισόγειο και ενός στο πρώτο όροφο) με κτηματολογικά στοιχεία: τόμος … οικοδομών Ρόδου, φύλλο …, μερίδα … και φάκελος …, νομικής φύσης ελεύθερης ιδιοκτησίας "μουλκ".
Κατά της ως άνω με αριθμό 234/1969 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που έχει εγγράφει νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου στις 7.04.1970, το προσφεύγον και ήδη εκκαλούν άσκησε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 11 του α.ν. 1539/1938 "περί δημοσίων κτημάτων", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, την από 06.06.1972 (αρ.
εκθ. καταθ. 366/10.6.1972) ανακοπή του, επιδιώκοντας την ακύρωση και εξαφάνιση της ανακοπτόμενης με αριθμό 234/1969 απόφασης. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 132/1986 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής το εκκαλούν άσκησε την από 31-10-1986 έφεση του επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 39/1987 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, που απέρριψε την έφεση (και η οποία εγγράφηκε στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου το Δεκέμβριο του 1987 με την με αριθμό … πράξη).
Περαιτέρω, το ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της Δ.Κ. 970/30.01.1973 απόφασης του τότε Νομάρχη Δωδεκανήσου, με το από 30.01.1973 πρωτόκολλο κατάληψης του Οικονομικού Εφόρου Ρόδου, περίληψη του οποίου καταχωρήθηκε, στις 2.02.1973, στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου με την με αριθμό … πράξη, κατέλαβε προς διαχείριση το επίδικο ως εγκαταλελειμμένο.
Ωστόσο, από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο εγκαταλείφθηκε από τους ανωτέρω συνιδιοκτήτες ή από τους δικαιοπαρόχους τους, και συνεπώς δεν επιβεβαιώνεται η ιδιότητα του ως εγκαταλειμμένου ,ούτε κατά το χρόνο έκδοσης του προεκτιθέμενου πρωτοκόλλου κατάληψης ούτε καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας μετά την έκδοση αυτού.
Πράγματι από το έτος 1969 που αναγνωρίστηκαν συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους έως και το έτος 1987 οπότε απορρίφθηκε τελεσίδικα η ανακοπή του εκκαλούντος σε βάρος των ανωτέρω συνιδιοκτητών, οι τελευταίοι όχι μόνο δεν εγκατέλειψαν με σκοπό παραίτησης, αλλά υπερασπίστηκαν την συγκυριότητα τους στο επίδικο και έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με το οποίο κατέστησαν διάδικοι.
Ενώ το χρονικό διάστημα μετά την τελεσιδικία (1987) και μέχρι την υποβολή αίτησης από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου στον Κτηματολογικό Δικαστή περί περιέλευσης του καταληφθέντος ακινήτου στην πλήρη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, την 10η-01-1994, δεν αρκεί για να συμπληρωθεί ούτε η απαιτούμενη εκ του άρθρου 34 παρ. 8 του ΑΝ 1539/1938 τυπική προϋπόθεση της δεκαετίας.
Κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο πληροί ούτε την τυπική ούτε την ουσιαστική προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι είναι πράγματι εγκαταλελειμμένο από τους συνιδιοκτήτες τους ώστε να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο. Ενόψει των προεκτεθέντων, το καταληφθέν επίδικο είναι αποδοτέο στους ιδιοκτήτες του, ο δε Κτηματολογικός Δικαστής ορθά απέρριψε την από …-01-1994 και με αριθμό … αίτηση του Προϊστάμενου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου στηριζόμενος στην τελεσιδικία που παρήχθη από την με αριθμό 39/1987 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου επί της από 06-06-1972 ανακοπής του Ελληνικού Δημοσίου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή ως ουσιαστικά αβάσιμη>. Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο, αφού προηγουμένως δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση κατά της 295/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, δεχόμενο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μη νόμιμα απέρριψε ως εκπρόθεσμη την από 4-6-2014 προσφυγή του προσφεύγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της από 7-5-2014 απορριπτικής διάταξης του Κτηματολογικού Δικαστή του Κτηματολογίου Ρόδου, στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την προσφυγή αυτή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, των παρ. 2, 6, 7 και 8 του άρθρου 34 του αν 1539/1938, των άρθρων 8 του αν 1539/1938, 279, 269 ΑΚ, 51 και 53 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου (8 παρ. 2 ν. 510/1947), αλλά διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτηση κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο ως εγκαταλελειμμένου και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, από τις άνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι από το έτος 1969 που αναγνωρίστηκαν συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου οι Ε. - Α. Κ. και Δ. συζ. Ε. Κ. έως και το έτος 1987 που απορρίφθηκε η ανακοπή του Ελλ. Δημοσίου σε βάρος τους, δυνάμει της 39/1987 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, οι τελευταίοι όχι μόνον δεν εγκατέλειψαν με σκοπό παραίτησης, αλλά υπερασπίστηκαν την συγκυριότητά τους στο επίδικο και έναντι του Ελλ.
Δημοσίου με το οποίο κατέστησαν διάδικοι, με αποτέλεσμα το επίδικο να μην έχει εγκαταλειφθεί από τους ανωτέρω συνιδιοκτήτες ή από τους δικαιοπαρόχους τους και, συνεπώς, να μην επιβεβαιώνεται η ιδιότητα του ως εγκαταλειμμένου, ούτε κατά το χρόνο έκδοσης του προεκτιθέμενου πρωτοκόλλου κατάληψης ούτε καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας μετά την έκδοση αυτού.
Σε κάθε περίπτωση, δε, ο χρόνος από το 1987 και μέχρι την υποβολή αίτησης από τον Προιστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου περί περιέλευσης του καταληφθέντος ακινήτου στην πλήρη κυριότητά του Ελλ. Δημοσίου την 10-1-1994 δεν αρκεί για να συμπληρωθεί η απαιτούμενη από το άρθρο 34 παρ. 8 αν 1539/1938 τυπική προϋπόθεση της δεκαετίας και, επομένως, νόμιμα ο επί του Κτηματολογίου Ρόδου Δικαστής απέρριψε την σχετική από 10-1-1994 αίτηση εγγραφής του Προισταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου.
Ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠοΛΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, και, συγκεκριμένα, ότι α) εφόσον υπήρξε νομότυπη κατάληψη του ακινήτου και παρήλθε δεκαετία, χωρίς αυτή να διακοπεί με την κίνηση της διαδικασίας για διοικητική ή δικαστική απόδοσή του, η κυριότητα αποσβέννυται και περιέρχεται στο αναιρεσείον, β) ότι έπρεπε να τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 8 του αν ν. 1539/1938, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 24 ν. 2732/1999, που προβλέπει την επίδοση αίτησης προς το Ελλ.
Δημόσιο σε περίπτωση άσκησης διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής κατά του Δημοσίου, γ) ότι η καταχώρηση της 39/1987 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι συμπληρώθηκε στα πρόσωπα των Ε. Κ. και Δ. συζ. Ε. Κ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής δεν συνιστά λόγο ακύρωσης του πρωτόκολλου κατάληψης, ούτε λόγο διακοπής της 10ετούς αποσβεστικής προθεσμίας κατ' άρθρο 34 παρ. 8 αν 1539/1938 και δ) ότι η καταχώρηση της άνω απόφασης περί χρησικτησίας στο Κτηματολόγιο δεν αίρει την ιδιότητα του ακινήτου ως εγκατελελειμμένου.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτες, καθόσον μ'αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθ 561 παρ. 1 ΚΠοΛΔ). Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-1-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 3/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ