Legislator Case Law & Legislation
448/2020 AI generated

448/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 448/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 448 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 448/2020

Legislator headnote

AI generated
448/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 448 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 448/2020 «Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.»

Keywords

AI generated
refusal of permanent residency residence permit holder deception by asylum seeker expired residence permit change of asylum claimant status asylum seeker status

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 448 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 448/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. χήρας Α. Μ., το γένος Α. Λ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδωρακόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 21/10/2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. Τ., το γένος Κ. Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/03/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 110/2018 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/4/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10-4-2019 και με αριθ. κατάθεσης 2/18-4-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 110/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου). Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εκ παραπομπής, δυνάμει της 893/2017 αποφάσεως του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 86/2015 απόφαση του ίδιου Εφετείου (συντιθέμενο από άλλο δικαστή), η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 29-8-2014 έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθ. 215/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 16-3-2012 αγωγή επιδικάσεως δικηγορικής αμοιβής της αναιρεσείουσας κατ' αυτής (αναιρεσίβλητης). Η απόφαση αναιρέθηκε για σφάλματα εκ των αρ. 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επί των κριθέντων ζητημάτων α) της καταβολής στην αναιρεσείουσα της συμφωνημένης δικηγορικής αμοιβής, χωρίς να έχει ολοκληρώσει το σύνολο των ανατεθεισών σ' αυτήν από την αναιρεσίβλητη πράξεων, και χωρίς να διευκρινίζεται αν η αναιρεσείουσα εντός της τετραετίας προέβη σε κάθε δυνατή ενέργεια προς εκτέλεση της εντολής, όπως είχε συμβατική υποχρέωση και β) της μη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ενώ διαπίστωσε κενό και ασάφεια στις σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων ως προς τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης συμβατικό όρο αμοιβής της ενάγουσας δεχόμενο ότι το πόρισμα επί του θέματος τούτου δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες. Η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 110/2018 απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 29-8-2014 έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθ. 215/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, και αφού εξαφάνισε αυτή κατά το κύριο αίτημα της αγωγής, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 16-3-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το μέρος αυτό. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλομΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006, 20/2005). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016). Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την ερμηνευτική αποσαφήνιση του νοηματικού περιεχομένου της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλομΑΠ 26/2004, ΑΠ 71/2016, 1134/2015, 756/2014). Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και η μία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης βουλήσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, καθώς και τη φύση της σύμβασης. Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης (ΑΠ 776/2013). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία- ΟλομΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλομΑΠ 15/2006).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1633/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 § 1 του ΝΔ 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων", που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου γενέσεως των επίδικων αξιώσεων, "Ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 92 § 1 του ίδιου Κώδικα, "Τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως εργασίας, εν ουδεμία όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρ. 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 98 & 100 § 1 του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός, που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη, και αμοιβή, το ύψος της οποίας κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση. Και αν δεν καταρτίσθηκε συμφωνία για την αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 και επόμενα του Κώδικα περί Δικηγόρων. Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή κατά τις διατάξεις του ως άνω Κώδικα, προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής, διότι μόνο αφού τελειωθεί η ενέργεια του δικηγόρου διασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (ΟλομΑΠ 14/2008, 2/2008). Εξάλλου, η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υπόθεσής του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή, είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης, αφού η επίκληση και απόδειξη του στοιχείου αυτού, καθώς και η υποχρέωση διεξαγωγής της δίκης μέχρι τελεσιδικίας, είναι αναγκαία μόνο στην κατ' άρθρο 92 §§ 3 & 5 του ίδιου Κώδικα συμφωνία περί εργολαβίας δίκης (ΑΠ 893/2017).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη μέχρι τις 18.12.2009 ήταν εν ενεργεία δικηγόρος και μέχρι τις 13.01.2010 εγγεγραμμένη στο μητρώο μελών του Δικηγορικού συλλόγου Αθηνών. Στα πλαίσια του λειτουργήματός της τον μήνα Δεκέμβριο 2004, στο δικηγορικό της γραφείο στην …., συνήψε με την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, κάτοικο ... της νήσου …., άτυπη (προφορική) σύμβαση, με την οποία έλαβε την εντολή να χειριστεί και να διεκπεραιώσει μία κληρονομικής φύσεως υπόθεσή της. Η εναγομένη ανέθεσε συγκεκριμένα στην ενάγουσα και η τελευταία ανέλαβε να προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες και εργασίες για την οριστική τακτοποίηση του κληρονομικού της δικαιώματος επί της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος στις 10.05.2003 πατέρα της Κ. Σ. επί ενός ακινήτου που βρίσκεται στο …… το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτόν από κληρονομιά της αδελφής του Μ. Σ. χήρας Β. Λ., και του οποίου (πατέρα της) την κληρονομιά είχε ήδη αποδεχτεί, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του με την με αριθμό ... δήλωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου Χίου Χρυσούλας Αξιωτάκη - Κακίτση που μεταγράφηκε νόμιμα... Και τούτο διότι, η εναγομένη ενημερώθηκε ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της ως άνω συμβολαιογραφικής αποδοχής είχε δημοσιευτεί ιδιόχειρη διαθήκη της Μ. Λ., με την οποία αυτή κατέλειπε στον αδελφό της και πατέρα της ιδίας, μεταξύ άλλων, το προαναφερόμενο ακίνητο... όμως η διαθήκη αυτή ήταν δυσνόητη, με ασαφείς και δυσερμήνευτες διατάξεις, με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια σχετικά με το κληρονομικό δικαίωμα και το κληρονομικό μερίδιο του πατέρα της και κατ' επέκταση της εναγομένης εντολέως επί του παραπάνω ακινήτου. Ειδικότερα, η διαθέτιδα Μ. Σ. χήρα Β. Λ. με την από 10.08.1998 ιδιόγραφη διαθήκη της... διένειμε μέρος των περιουσιακών της στοιχείων, μεταξύ των οποίων και το προαναφερόμενο ακίνητο (αγροτεμάχιο), επιφάνειας 10.591 τ.μ. και μετά από νεότερη εμβαδομέτρηση 11.621,71 τ.μ..., στο οποίο εγκαθιστούσε κληρονόμο της τον αδελφό της και πατέρα της εναγομένης, όμως με την ίδια διαθήκη, σε μέρος έκτασης του ακινήτου αυτού, δηλαδή επί πέντε στρεμμάτων του, εγκαθιστούσε ως τιμώμενους τις Ά. Κ. του Κ. συζ. Ι. Φ. και Ε. Κ. του Ε. και τα ανίψια της Δ. Π. του Χ. και Μ. Π. του Χ. χήρα Δ. Π., με συνέπεια τον περιορισμό της κληρονομικής μερίδας του πατέρα της εναγομένης και κατ' επέκταση της ιδίας ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του, επί αυτού του ακινήτου. Επιπροσθέτως μετά τον θάνατο της Μ. Σ. χήρας Β. Λ.... κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. 19611/228/27.10.2003 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η υπ' αριθμ. ... πράξη εφαρμογής τμήματος πολεοδομικής μελέτης της περιοχής "...'" του Δήμου Αμαρουσίου, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου στις 16.11.2003... με την οποία το αγροτεμάχιο αυτό διαχωρίστηκε σε δύο επιμέρους τμήματα και συγκεκριμένα (α) σε αγροτεμάχιο επιφάνειας 10.099,91 τ.μ., μετά των επ' αυτών ισόγειων κτισμάτων, που έλαβε ΚΑΕΚ ... και (β) σε γεωτεμάχιο, με εμβαδόν αρχικής ιδιοκτησίας 1.521,80 τ.μ. από το οποίο ρυμοτομήθηκε έκταση 1.476,62 τ.μ. και σε αντάλλαγμα δόθηκε, με την ίδια πράξη εφαρμογής, το με αριθμό ... οικόπεδο του με αριθμό ... οικοδομικού τετραγώνου, της πολεοδομικής ενότητας "...'" του Δήμου Αμαρουσίου, επιφάνειας 1.043,96 τ.μ., που έλαβε ΚΑΕΚ ... Η πιο πάνω συμφωνία των διαδίκων μερών αποτυπώθηκε και εγγράφως με την κατάρτιση και συνυπογραφή του από 25.10.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού. Το ειδικότερο περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης, σύμφωνα με την κατά λέξη διατύπωσή του, είναι το ακόλουθο: "... η πρώτη των συμβαλλομένων έχει αναθέσει στη δεύτερη από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 την εντολή και η δεύτερη έχει αναλάβει να διεκπεραιώσει είτε δικαστικώς είτε εξωδίκως όλες τις υποθέσεις που αφορούν το κληρονομικό δικαίωμα της πρώτης επί της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της Κ. Σ. και συγκεκριμένα αυτή που αφορά το ακίνητο επί της οδού ... στην πολεοδομική ενότητα 15 "..." της περιοχής "..." του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής το οποίο αυτός κληρονόμησε από την αδελφή του Μ. Λ., πλην της υπόθεσης αγωγής του Β. Π. κατ' αυτής και λοιπών ομοδίκων της για την οποία η δικηγόρος πληρώθηκε με το κατώτερο ποσό που ορίζει ο δικηγορικός κώδικας. Ειδικότερα η πρώτη συμβαλλόμενη ανέθεσε στη δεύτερη και αυτή ανέλαβε να διεκπεραιώσει είτε δικαστικά είτε εξώδικα: α) την υπόθεση που αφορά την πράξη εφαρμογής του σχεδίου πόλεως με αριθμό ..., β) την υπόθεση ένταξης στο σχέδιο πόλης του υπολοίπου τμήματος του άνω ακινήτου περιοχή "...", γ) την υπόθεση του Εθνικού Κτηματολογίου και της δασικής έκτασης που είναι αποτυπωμένη στον κτηματολογικό πίνακα, εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται πρόβλημα μετά την τελική εφαρμογή των άνω σχεδίων και δ) την υπόθεση των κληροδοτημάτων της από 10-8-1998 ιδιόγραφης διαθήκης της Μ. Λ.. Η διεκπεραίωση των πιο πάνω υποθέσεων θα γίνει με τους εξής όρους και συμφωνίες που έγιναν ανεπιφύλακτα δεκτοί από τις παραπάνω συμβαλλόμενες. Η Σ. Λ. - Μ. θα λάβει από την παραπάνω εντολέα της για αμοιβή της ανεξαρτήτως της έκβασης των δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών, είτε ποσοστό δέκα τοις εκατό 10% επί της πραγματικής αξίας όλων συνολικά των ακινήτων που θα προέλθουν από τις παραπάνω εφαρμογές του σχεδίου πόλης και στο μερίδιο που θα ανήκει κατά κυριότητα στην πρώτη συμβαλλόμενη, είτε θα της μεταβιβαστεί από την εντολέα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή συγκεκριμένο τμήμα ή ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί ενός εκ των ανωτέρω οικοπέδων που θα περιέλθουν στην εντολέα, αντίστοιχης αξίας. Τη συμφωνούμενη ως άνω αμοιβή οφείλει η πρώτη συμβαλλόμενη να καταβάλει στην δεύτερη εντός ενός μηνός μετά την οριστική περαίωση των υποθέσεων. Με το ίδιο ποσοστό θα αμειφθεί η εντολοδόχος και στην περίπτωση που για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή της οι ανωτέρω υποθέσεις διαρκέσουν περισσότερο από τέσσερα χρόνια από σήμερα και εφόσον η εντολοδόχος θελήσει να παραιτηθεί λόγω συνταξιοδότησής της ή για λόγους υγείας, το ως άνω ποσοστό όμως θα υπολογίζεται επί της πραγματικής αξίας των ακινήτων που θα της ανήκουν και όπως αυτά θα έχουν εν δυνάμει διαμορφωθεί εκείνη τη χρονική στιγμή. Ειδικά για την υπόθεση των κληροδοτημάτων της ιδιόγραφης διαθήκης της Μ. Σ. χήρας Β. Λ., συμφωνείται από τις συμβαλλόμενες ότι μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από το πρωτόδικο δικαστήριο ή μέχρι τον οριστικό εξώδικο συμβιβασμό με τους αντιδίκους η εντολοδόχος θα αμείβεται με το ανωτέρω ποσοστό και η όποια αμοιβή θα συμπεριληφθεί και θα καταβληθεί μαζί με την αμοιβή επί των λοιπών υποθέσεων. Σε περίπτωση όμως άσκησης εφέσεων από οποιαδήποτε πλευρά και μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης η εντολοδόχος δικηγόρος, εκτός από το ανωτέρω ποσοστό, θα αμειφθεί και σύμφωνα με το δικηγορικό κώδικα για κάθε δικαστική ενέργεια...". Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω ανατεθείσας εντολής, η ενάγουσα προέβη στις ακόλουθες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες: (1) Στις 22.12.2004 υπέβαλε στον οικείο Δήμο την, κατ' άρθρο 12 ν. 1337/1983, δήλωση ιδιοκτησίας για λογαριασμό της εναγομένης, συνυποβάλλοντας τον τίτλο κτήσης αυτής, πιστοποιητικά μεταγραφής, ιδιοκτησίας, βαρών, διεκδικήσεων και κατασχέσεων και αντίγραφα μερίδων της ιδίας και της δικαιοπαρόχου της. Στην πιο πάνω δήλωση ιδιοκτησίας η ενάγουσα περιέλαβε και δήλωση διαφωνίας με τα στοιχεία του κτηματολογίου που αναφέρονται στην ιδιοκτησία της και ειδικότερα για το χαρακτηρισμό έκτασης 1.300 τ.μ. περίπου ως δασικής. (2) Υπέβαλε την υπ' αριθμ. πρωτ. ... αίτηση διόρθωσης της ως άνω υπ' αριθμ. ... πράξης εφαρμογής σχεδίου πόλης στην περιοχή "..." του Δήμου Αμαρουσίου, μετά των συνυποβαλλόμενων δικαιολογητικών τίτλων ιδιοκτησίας, πιστοποιητικών κλπ), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... διορθωτική πράξη εφαρμογής, με την οποία διορθώθηκαν τα στοιχεία ιδιοκτήτη όσον αφορά το ... οικόπεδο του ... Ο. Τ.,... (3) Προέβη στις αναγκαίες ενέργειες για την έκδοση ορθής επανάληψης της αμέσως προηγουμένως αναφερομένης διορθωτικής πράξης εξαιτίας της εσφαλμένης σ' αυτήν αναφοράς της απόφασης του Νομάρχη. (4) Επειδή ένα τμήμα του επίμαχου ακινήτου εμφανιζόταν στο στάδιο της κτηματογράφησης, σύμφωνα με το απόσπασμα προσωρινού κτηματολογικού διαγράμματος της Β' ανάρτησης, ως δασική έκταση, πραγματοποίησε έρευνα στα αρμόδια υποθηκοφυλακεία σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του εν λόγω ακινήτου... διότι είχε πληροφορηθεί ότι επρόκειτο το Δημόσιο να διεκδικήσει την έκταση αυτή. Ωστόσο, από την εκ των υστέρων πραγματοποιηθείσα έρευνά της στην αρμόδια διοικητική υπηρεσία (Δασαρχείο), διαπιστώθηκε η ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου πάνω στην παραπάνω έκταση... (5) Συνέταξε και άσκησε για λογαριασμό της εναγομένης την απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στρεφόμενη σε βάρος των προσώπων που αναγράφονταν ως τιμώμενοι, σε σχέση με το επίμαχο ακίνητο, στην προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη, την από 12.02.2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 1499/2008 αγωγή η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 29.09.2008, οπότε ματαιώθηκε, επαναφέρθηκε δε με κλήση της προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 16.03.2009 και κατόπιν αναβολής κατά τη δικάσιμο της 06.04.2009. Με την αγωγή αυτή ζητήθηκε (α) να αναγνωρισθεί ως εν μέρει έγκυρη η από 10.08.1998 ιδιόγραφη διαθήκη της Μ. Σ. χήρας Β. Λ., δηλαδή κατά το μέρος που όριζε και εγκαθιστούσε ως μοναδικό κληρονόμο της τον πατέρα της εναγομένης και να αναγνωριστούν ως άκυρες οι αόριστες, ασαφείς, αδύνατες και παράνομες διατάξεις αυτής, που αφορούν κληροδοσίες προς τρίτους, κινητών και ακινήτων. Επικουρικά, ζητήθηκε να προσδιοριστούν ερμηνευτικά τα πρόσωπα στα οποία η διαθέτης αφήνει τις κληροδοσίες κινητών και ακινήτων, ο χρόνος απόδοσης αυτών, το ακίνητο από το οποίο πρέπει να αποδοθούν οι οριζόμενες κληροδοσίες και το ποσοστό που πρέπει να αποδοθεί σε κάθε κληροδόχο, λαμβανομένης υπόψη της μείωσης του κληροδοτηθέντος ακινήτου, λόγω της επελθούσας ρυμοτομίας και αυτής που θα επέλθει στο υπό ένταξη ακίνητο, καθώς επίσης και το χρηματικό ποσό που πρέπει να αποδοθεί σε κάθε δικαιούχο. Ζητήθηκε, ακόμη, (β) να αναγνωριστούν ως άκυρες οι δηλώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου, με τις οποίες ορισμένοι από τους τιμώμενους με την εν λόγω διαθήκη είχαν ήδη προβεί σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της άνω αποβιώσασας και διαθέτιδος για το ποσοστό που τους αναλογούσε στο επίμαχο ακίνητο και να υποχρεωθούν αυτοί να προβούν σε ανάκληση των δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς εντός διμήνου από την επίδοση της απόφασης και σε περίπτωση αρνήσεώς τους, ως τέτοιας θεωρούμενης και της παρόδου απράκτου της δίμηνης προθεσμίας, να καταδικαστούν στη σχετική δήλωση βουλήσεως περί ανακλήσεων τούτων. Επί της αγωγής αυτής και..., κατά τη συζήτηση των οποίων την εναγομένη εκπροσώπησε ως πληρεξούσια δικηγόρος η ενάγουσα, εκδόθηκε η με αριθμ. 8034/2009 οριστική απόφαση του άνω δικαστηρίου, με την οποία... τα επικουρικό και υπό στοιχείο (β) κύριο αιτήματα της αγωγής της εκεί ενάγουσας και εδώ εναγομένης απορρίφθηκαν ως νομικά αβάσιμα και περαιτέρω κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητάς της κρίθηκε, κατά το ενδιαφέρον την κρινόμενη υπόθεση μέρος, ότι από την ερμηνεία του όλου περιεχομένου της διαθήκης προκύπτει ότι η διαθέτιδα ήθελε του τιμώμενους ως κληρονόμους και καθολικούς διαδόχους της στο ενεργητικό και παθητικό της περιουσίας της... Κρίθηκε ακόμη ότι, επειδή με τη διανεμητική αυτή διάταξη της διαθήκης, επέρχεται ανεπίτρεπτη, κατά νόμο, κατάτμηση του συγκεκριμένου ακινήτου, αυτή (διανεμητική διάταξη) είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ακυρότητα όμως που δεν επηρεάζει και το κύρος της εγκατάστασης των τιμημένων ως κληρονόμων, η οποία ισχύει, προδήλως κατά την αληθινή βούληση της διαθέτιδος, ως εγκατάσταση σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου της κληρονομιάς, ανάλογη με τη μαθηματική σχέση μεταξύ της αξίας του καταληφθέντος σε καθένα από τους κληρονόμους διαιρετού τμήματος και της αξίας του όλου κληρονομιαίου ακινήτου κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης... Μετά ταύτα, η αγωγή της εδώ εναγομένης και εκεί ενάγουσας απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη... Κατά της πιο πάνω απόφασης η εναγομένη δεν άσκησε τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο... και έτσι η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη ... (6) Επισκέφθηκε συχνά τις αρμόδιες υπηρεσίες (ΥΠΕΧΩΔΕ, Δήμο Αμαρουσίου), προκειμένου να ενημερωθεί για την πορεία ένταξης στο σχέδιο πόλεως του τμήματος έκτασης 10.099.91 τ.μ. του άνω ακινήτου περιοχής "...", και συγκέντρωσε τα απαραίτητα τοπογραφικά διαγράμματα, όμως μετά την απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας περί της οριοθέτησης του παρακείμενου ρέματος, όπως η ενάγουσα υποστηρίζει και η εναγομένη δεν αντιλέγει, όλες οι ενδείξεις και οι πληροφορίες συνέκλιναν στο ότι η ένταξη του τμήματος αυτού εντός σχεδίου πόλεως θα καθυστερούσε επί μακρόν, ενώ και μέχρι σήμερα, δέκα τέσσερα χρόνια μετά την ανάθεση της εντολής, το αγροτεμάχιο αυτό παραμένει εκτός σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου, αλλά εντός του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου στην υπό ένταξη περιοχή...

Συνεπώς, η μη επιτευχθείσα διεκπεραίωση της αναληφθείσας συγκεκριμένης δικηγορικής εργασίας και η μη δικαίωση της εντολέως εναγομένης, με βάση τις ενέργειες της εντολοδόχου ενάγουσας οφείλεται σε λόγους που δεν αφορούν την τελευταία και είναι ανεξάρτητοι προς την εκτέλεση της δοθείσας σ' αυτήν εντολής... Στις 18.12.2009 η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση παραίτησης, λόγω συνταξιοδότησης προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, η οποία έγινε δεκτή με την από 13.01.2010 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ως άνω Συλλόγου... Το κρίσιμο και ενδιαφέρον, λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση σημείο του προαναφερόμενου από 25.10.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού είναι ο όρος ως προς την απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής της ενάγουσας και την υποχρέωση αντίστοιχα της εναγομένης προς καταβολή της, ζήτημα για το οποίο ερίζουν τα διάδικα μέρη, σχετιζόμενο με το εάν η ενάγουσα δικηγόρος ολοκλήρωσε την ανατεθείσα εντολή, για την οποία προβλέφθηκε η καταβολή αμοιβής, και συνακόλουθα με το εάν διασφαλίσθηκαν τα προς προστασία συμφέροντα της εντολέως εναγομένης, καθώς και εάν εντός τετραετίας προέβη σε κάθε δυνατή δικαστική ή εξώδικη ενέργεια προς εκτέλεση της εντολής... Στην προκειμένη περίπτωση, με τη συγκεκριμένη διατύπωση και το περιεχόμενο του επίμαχου και ουσιώδους για την έκβαση της δίκης όρου περί απόληψης της δικηγορικής αμοιβής της ενάγουσας, όπως περιέχεται στο ανωτέρω από 25.10.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, διαπιστώθηκε ασάφεια και προέκυψαν αμφιβολίες για το αληθινό και αποφασιστικό νόημα των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων και ειδικότερα αν η ενάγουσα θα δικαιούται να αξιώσει ολόκληρη τη συμφωνηθείσα αμοιβή της μετά τη διενέργεια όλων των δικαστικών και εξώδικων ενεργειών μόνο για την αποσαφήνιση και τον προσδιορισμό, ως προς το περιεχόμενο και την έκταση, του κληρονομικού δικαιώματος της εναγομένης ή αντιθέτως, και για την αναγνώριση της κληρονομικής μερίδας και του δικαιώματος κυριότητας της εναγομένης επ' αυτών. Ανακύπτει επομένως ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ώστε κατ' αποτέλεσμα να εξευρεθεί το αληθινό νόημα των δηλώσεων βουλήσεως των αντισυμβαλλόμενων μερών. Από την ερμηνεία, λοιπόν, του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις συνεκτιμωμένων και των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων και σταθμίζοντας στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συμφέροντα στα οποία απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, αλλά και λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη και αποδεικτικά μέσα και στοιχεία εκτός του περιεχομένου του ερμηνευτέου αυτού όρου, δηλαδή, και μάρτυρες κλπ και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής κατ' άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ για τη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, το δικαστήριο κρίνει ότι η αληθινή έννοια της συμφωνίας αυτής, σύμφωνα με την πραγματική βούληση των διαδίκων, είναι ότι η αξίωση της ενάγουσας για καταβολή της δικηγορικής της αμοιβής θα γεννιόταν μετά και την αναγνώριση, είτε δικαστικά είτε εξώδικα, της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης επί του ως άνω κληρονομιαίου ακινήτου... έτσι ώστε να αποκτήσει κυριότητα επ' αυτών κατά ποσοστό αντίστοιχο με την κληρονομική της μερίδα. Στο εν λόγω ερμηνευτικό πόρισμά του το δικαστήριο οδηγήθηκε από την συναξιολόγηση των εξής στοιχείων: (α) ενόψει του περιεχομένου και των ασαφών και δυσερμήνευτων διατάξεων της διαθήκης της Μ. Σ. χήρας Β. Λ. και της εξαιτίας αυτού του λόγου περιπλοκής κατά πολύ των κληρονομικών δικαιωμάτων και της μερίδας του πατέρα της εναγομένης και συνακόλουθα της ιδίας επί των παραπάνω ακινήτων σε σχέση με τα δικαιώματα και τις μερίδες των λοιπών τιμώμενων με την ίδια διαθήκη προσώπων, τα οποία πριν ακόμη την ανάθεση της εντολής στην ενάγουσα εντόνως αμφισβητούσαν την κληρονομική της μερίδα επί των κληρονομιαίων ακινήτων ισχυριζόμενοι ότι το δικό τους κληρονομικό μερίδιο ανερχόταν περίπου σε ποσοστό 65% εξ αδιαιρέτου συνολικά, ο επιδιωκόμενος βασικός και πρωταρχικός σκοπός της εναγομένης, που την οδήγησε στο να συμφωνήσει στα κατ' ιδίαν διαλαμβανόμενα στον άνω όρο περί αμοιβής της ενάγουσας, προφανώς και ήταν και η αναγνώριση, είτε εξώδικα είτε δικαστικά της κληρονομικής της μερίδας, ώστε να αποκτήσει κυριότητα κατά το αντίστοιχο ποσοστό.

Συνεπώς, απολύτως εύλογο ήταν να ανατεθεί στην ενάγουσα η επιμέλεια και διενέργεια δικαστικών και εξώδικων ενεργειών και εργασιών και η εκπροσώπηση της εναγομένης στα δικαστήρια ή ενώπιον συμβολαιογράφων, διοικητικών αρχών και υπηρεσιών προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού, ενώ δεν υπήρχε αποχρών λόγος να της ανατεθεί μόνο ο προσδιορισμός, κατά περιεχόμενο και έκταση, του κληρονομικού δικαιώματος του πατέρα της και κατ' επέκταση της ίδιας, καθόσον η περιπλοκή των σχέσεών της με τους λοιπούς τιμώμενους και η αβεβαιότητα για το δικό της συγκεκριμένο ποσοστό κληρονομικής μερίδας με μόνο τον επικαλούμενο από την ενάγουσα προσδιορισμό, χωρίς δικαστική ή εξώδικη αναγνώριση της κληρονομικής της μερίδας, θα εξακολουθούσε να παραμένει και να διαιωνίζεται, εφόσον οι τελευταίοι, πριν ακόμη την ανάθεση της επίμαχης εντολής στην ενάγουσα, είχαν ήδη προβεί με ξεχωριστή συμβολαιογραφική πράξη ο καθένας σε δηλώσεις αποδοχής της κληρονομιάς της Μ. Λ. για αυθαιρέτως ορισθέντα από αυτούς ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιαίων, με συνέπεια στο αντίστοιχο κτηματολογικό φύλλο η εναγομένη να εμφανίζεται ότι έχει συγκυριότητα σε ποσοστό 35,837/100 εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ... και σε ποσοστό 50/100 εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο με ΚΑΕΚ .... Κάτι τέτοιο δε δεν συνηθίζεται και δεν ακολουθείται στη συναλλακτική πρακτική σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως και δεν εξασφάλιζε στη συγκεκριμένη περίπτωση τα οικονομικά συμφέροντα και δη τα κληρονομικά δικαιώματα της εναγομένης επί των προαναφερθέντων ακινήτων, τα οποία αντικειμενικώς και σύμφωνα με την αντικειμενική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη προς εξεύρεση αυτής της καλής πίστης, επέβαλαν την οριστική τακτοποίηση είτε εξώδικα είτε δικαστικά, του ουσιώδους ζητήματος της αναγνώρισης και προσδιορισμού της κληρονομικής μερίδας της επί των κληρονομιαίων, (β) στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, που συντάχθηκε οπό τη διαθέτουσα εμπειρία, θεωρητική και πρακτική, σε τέτοιες υποθέσεις ενάγουσα νομικό, γίνεται ρητή και ειδική αναφορά ότι η σε ποσοστό 10% αμοιβή της θα υπολογισθεί επί της πραγματικής αξίας όλων συνολικά των ακινήτων που θα προέλθουν από τις παραπάνω εφαρμογές του σχεδίου πόλης και στο μερίδιο που θα ανήκει κατά κυριότητα στην εναγομένη ή θα της ανήκουν κατά τη χρονική στιγμή της παραίτησής της. Στον παραπάνω όρο δηλαδή του συμφωνητικού γίνεται ρητά λόγος για κυριότητα της εναγομένης επί των ακινήτων, η οποία εμφανίζεται όχι ως κεκτημένη, αλλά ως μελλοντική, αφού χρησιμοποιείται αναφορικώς με την κυριότητα μελλοντικός και όχι ενεστώτας χρόνος, δηλαδή γίνεται χρήση χρόνου μέλλοντα, που σημαίνει ότι ταυτόχρονα με την αποσαφήνιση και τον προσδιορισμό του περιεχομένου του κληρονομικού δικαιώματος ή μεταγενέστερα αυτών θα ελάμβαναν χώρα και δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες της ενάγουσας με σκοπό την αναγνώριση του ποσοστού της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης και την κτήση κυριότητας κατά αντίστοιχο ποσοστό επί των ακινήτων, έτσι ώστε να διευθετηθεί οριστικά και το ζήτημα της διόρθωσης των αντίστοιχων κτηματολογικών εγγραφών του κτηματολογικού γραφείου Αμαρουσίου... Εάν τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν τη βούληση (θέλησαν) αντικείμενο της εντολής, που ανατέθηκε από την εναγομένη στην ενάγουσα, ως πληρεξούσια δικηγόρο της, να ήταν μόνο το κληρονομικό δικαίωμα του πατέρα της και της ιδίας επί των κληρονομιαίων, λόγω των ασαφών και δυσερμήνευτων διατάξεων της ιδιόγραφης διαθήκης, τα ήδη διάδικα μέρη, έμπειρη δικηγόρος η ενάγουσα και διαθέτουσα ικανότητα αντιλήψεως και επίπεδο συναλλακτικό πάνω από αυτό του μέσου συνετού ανθρώπου η εναγομένη... αλλά και έχοντας προηγουμένως ελεγχθεί επισταμένα το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό από τη δικηγόρο Χίου Κλεάνθη Λω-Καλούδη, θα το διατύπωναν ευθέως και πανηγυρικά στο συμφωνητικό. Επομένως, με τον προβλεπόμενο στο συμφωνητικό ως άνω όρο καταβολής της δικηγορικής αμοιβής, τα συμβαλλόμενα μέρη έδωσαν σαφώς την έννοια της ολοκλήρωσης όλων των ενεργειών και της καταβολής κάθε προσπάθειας εκ μέρους της ενάγουσας, κατά τρόπο, ώστε αφενός να αρθούν οριστικά οι αμφισβητήσεις εκ μέρους των λοιπών τιμώμενων προσώπων ως προς το κύρος της διαθήκης, την ιδιότητά τους ως κληρονόμων ή κληροδόχων και το κληρονομικό μερίδιο της εναγομένης και των ιδίων επί των επίμαχων κληρονομιαίων ακινήτων και αφετέρου να επιλυθεί οριστικά κατά τρόπο δεσμευτικό ως προς όλους το ζήτημα του προσδιορισμού και της αναγνώρισης, δικαστικά ή εξώδικα, της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης επ' αυτών, (γ) στη συναλλακτική πρακτική σε διαφορές τέτοιας φύσεως και μεγάλου οικονομικού αντικειμένου, σύνηθες είναι ο μέσος, συναλλασσόμενος του οικείου κύκλου συναλλαγής, πελάτης να επιθυμεί και να επιδιώκει την αναγνώριση, είτε εξώδικα (π.χ. με συμβιβασμό) είτε δικαστικά, της κληρονομικής μερίδας του επί του κληρονομιαίου και συνακόλουθα την κτήση της κυριότητας ή συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επ' αυτού, αλλά και ο μέσος επιμελής δικηγόρος να εξαντλεί τα περιθώρια επίτευξης της κατά το δυνατόν καλύτερης εξώδικης λύσης και να προβαίνει σε όλες εκείνες τις δικαστικές ενέργειες για τον προδιαληφθέντα σκοπό, εφόσον τούτο είναι που εξυπηρετεί και διασφαλίζει τα συμφέροντα του πελάτη του... και στη συγκεκριμένη περίπτωση σ' αυτό απέβλεπε n εναγομένη, όπως και κάθε μέσος συναλλασσόμενος συνετός άνθρωπος - πελάτης, σ' αυτό δηλαδή απέδιδε ύψιστη σημασία, αφού τούτο θα συνέβαλε και στη διόρθωση των αντίστοιχων κτηματολογικών εγγραφών του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου σε σχέση με τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί των κληρονομιαίων... Συνοψίζοντας, λοιπόν, τα ανωτέρω, από το περιεχόμενο του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει σαφώς, ότι η ενάγουσα ανέλαβε τόσο να επιλύσει το ζήτημα του κληρονομικού δικαιώματος του πατέρα της εναγομένης και συνακόλουθα της ίδιας επί των κληρονομιαίων ακινήτων, όσο και να προβεί σε όλες τις αναγκαίες, εξώδικες ή δικαστικές ενέργειες για να αναγνωριστεί η κληρονομική μερίδα της εναγομένης, συνακόλουθα δε και η κυριότητά της επ' αυτών, επί τη οποίας (κυριότητας) άλλωστε συμφωνήθηκε ότι θα υπολογιστεί η από ποσοστό 10% δικηγορική αμοιβή αφού αυτός ήταν ο σκοπός από την εναγόμενη εντολέα της ενάγουσας και μετά την εκτέλεση της εντολής αυτής θα γεννιόταν κι η αξίωση της ενάγουσας και αντίστοιχα η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει την υποσχεθείσα και οφειλόμενη αμοιβή εκ της σύμβασης εντολής και όχι μόνο με τον προσδιορισμό του κληρονομικού της δικαιώματος, χωρίς πραγματική κτήση, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, καθόσον σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή ήταν η αληθινή έννοια των δηλώσεων βουλήσεων των διαδίκων, οι οποίες ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω συναλλακτικών ηθών. Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που έγιναν αποδεκτά από το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα και εκτίθενται στις προηγούμενες σκέψεις, αποδεικνύεται ότι δεν διενεργήθηκαν όλες οι αναγκαίες εργασίες και ενέργειες, που δυνάμει της ανωτέρω εντολής της εναγομένης προς την ενάγουσα ανέλαβε η τελευταία να εκτελέσει και αντίστοιχα υποσχέθηκε η εναγομένη να καταβάλει την οφειλόμενη αμοιβή εκ της σύμβασης εντολής, για την υποστήριξη των συμφερόντων της εναγομένης, όσον αφορά την οριστική τακτοποίηση του κληρονομικού της δικαιώματος επί των κληρονομιαίων, ούτε εντός τετραετίας από την υπογραφή του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού η ενάγουσα προέβη σε κάθε δυνατή ενέργεια προς εκτέλεση της δοθείσας εντολής... Ειδικότερα, η ενάγουσα δεν εκτέλεσε στο σύνολό της τη δοθείσα εντολή, κατά τα ειδικότερα ως άνω εκτιθέμενα, ενώ δεν άσκησε ούτε εντός τετραετίας αγωγή για τη δικαστική αναγνώριση της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης, παρά τις έντονες και έμπρακτες αμφισβητήσεις του ποσοστού κληρονομικού μεριδίου της από τους λοιπούς συγκληρονόμους της, οι οποίοι όπως προαναφέρθηκε, πριν ακόμη την ανάθεση της εντολής στην ενάγουσα από την εναγομένη, είχαν προβεί με ξεχωριστό δημόσιο έγγραφο ο καθένας σε δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς αυθαιρέτως καθορισθέντων από τους ίδιους ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιαίων. Οι έντονες και έμπρακτες αυτές αμφισβητήσεις των συγκληρονόμων και η αδυναμία συνεννόησής τους με την εναγομένη ως προς την κατανομή των ποσοστών συγκυριότητας του καθενός στα ως άνω ακίνητα και συνακόλουθα η εξ αυτού του λόγου περιπλοκή κατά πολύ των σχέσεών τους και η αβεβαιότητα περί του ποσοστού του κληρονομικού μεριδίου του πατέρα της εναγομένης και της ιδίας είναι ικανές για να χαρακτηρίσουν ως αναγκαία και ενδεδειγμένη στη συγκεκριμένη περίπτωση την έγερση αναγνωριστικής αγωγής από μέρους της ενάγουσας για την υποστήριξη των συμφερόντων της εντολέως της και δη για τη δικαστική αναγνώριση της κληρονομικής της μερίδας, αφού μόνο η δικαστική αυτή ενέργεια θα βοηθούσε κατ' αντικειμενική κρίση την εναγομένη στην επίτευξη των παραπάνω στόχων της και στη διασφάλιση των συμφερόντων της, ήτοι την αποτελεσματική και κατά τρόπο δεσμευτικό αντίκρουση και άρση αμφισβητήσεων εκ μέρους των λοιπών συγκληρονόμων της ως προς το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας της επί των κληρονομιαίων ακινήτων και κατά συνέπεια την οριστική τακτοποίηση του κληρονομικού της δικαιώματος. Την παραδοχή της αναγκαιότητας για την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής ενισχύει και το γεγονός ότι με την προαναφερόμενη από 12.02.2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1499/2008 αγωγή, που άσκησε η ενάγουσα κατά των συγκληρονόμων της εναγομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μάλιστα μετά την πάροδο τριών και πλέον ετών από την υπογραφή του συμφωνητικού, δεν ζήτησε τον προσδιορισμό κάποιου ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιαίων, ούτε, άλλωστε, στην επ' αυτής εκδοθείσα απόφαση 8043/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προσδιορίζεται το ποσοστό εξ αδιαιρέτου που περιήλθε στην εναγομένη και στους άλλους κληρονόμους, βάσει της ιδιόγραφης διαθήκης της Μ. Λ.. Μόνο δε ο προσδιορισμός, ως προς το περιεχόμενο και την έκταση, του κληρονομικού δικαιώματος του πατέρα της εναγομένης και της ιδίας, σε τίποτε δεν εξυπηρετούσε τους στόχους της τελευταίας, που, όπως προαναφέρθηκε ήταν η επίτευξη οριστικής τακτοποίησης του κληρονομικού της δικαιώματος και συγκεκριμένα η αναγνώριση της κληρονομικής της μερίδας, η οποία θα συνέβαλε και στη διόρθωση του αντίστοιχου κτηματολογικού φύλλου των ακινήτων στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο, στόχοι που δεν μπορούσαν να επιτευχθούν και δεν επιτεύχθηκαν με την άσκηση της προαναφερόμενης αγωγής και την επ' αυτής εκδοθείσα με αριθμό 8043/2009 απόφαση... Επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η αναγνώριση της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης δεν απαιτείτο να γίνει με δικαστική απόφαση, διότι, με την ερμηνευθείσα δικαστικά διανεμητική διάταξη της ιδιόγραφης διαθήκης, το κληρονομικό της μερίδιο προέκυπτε με απλό μαθηματικό υπολογισμό και ανερχόταν σε ποσοστό 56,976% εξ αδιαιρέτου και ότι, όταν η ίδια και οι λοιποί συγκληρονόμοι της αποφασίσουν να προσέλθουν σε συνεννόηση για το πιο πάνω ζήτημα, η καταχώριση της άνω διορθωτικής πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο θα έχει ως συνέπεια την κτήση εκ μέρους της εναγομένης δικαιώματος συγκυριότητας κατά το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, αφού για την αναγνώριση και τον προσδιορισμό της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης και συνακόλουθα για την κτήση συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί των ακινήτων δεν αρκεί η βούληση αυτής και των συγκληρονόμων της για προφορική ή γραπτή μόνον δέσμευσή τους ως προς τον καθορισμό των μεταξύ τους ποσοστών, χωρίς την υπογραφή και σχετικού δημόσιου εγγράφου, υποβαλλόμενου σε μεταγραφή, που εν προκειμένω δεν συνέβη... ενώ είναι χωρίς έννομη επιρροή ως προς τη διασφάλιση των συμφερόντων της (εναγομένης) ότι συντάχθηκε απλό, χωρίς νομική δεσμευτικότητα ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ποσοστού συγκυριότητάς της επί των κληρονομιαίων, έγγραφο, το οποίο από κοινού με τους δικηγόρους άλλων συγκληρονόμων συνυπέγραψαν και στο οποίο, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα, αναφέρεται ότι το ιδανικό κληρονομικό μερίδιο της εναγομένης ανέρχεται σε ποσοστό 56,976% εξ αδιαιρέτου, αφού μόνο η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και η μεταγραφή του θα επέφερε το αποτέλεσμα αυτό και στο οποίο αποσκοπούσε η εναγόμενη εντολέας... Εφόσον, λοιπόν, η ενάγουσα δεν εκτέλεσε τελικά στο σύνολό της τη δοθείσα σ' αυτήν εντολή με την ενέργεια όλων των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης δικαστικών και εξώδικων πράξεων, που όφειλε να εκτελέσει, για την οριστική τακτοποίηση του κληρονομικού δικαιώματος και μεριδίου της εναγομένης επί της ως άνω κληρονομιάς σε σχέση με τα πιο πάνω ακίνητα, που δυνάμει της εντολής της εναγομένης προς την ενάγουσα ανέλαβε η τελευταία να εκτελέσει, ούτε εντός τετραετίας από την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού προέβη σε κάθε δυνατή ενέργεια προς εκτέλεση αυτής και ειδικότερα δεν εξάντλησε όλα τα περιθώρια επίτευξης οριστικής λύσης, προκειμένου να επιτευχθεί ο άνω στόχος της εναγομένης, δεν δικαιούται τη διωκόμενη με την ένδικη αγωγή συμφωνημένη δικηγορική αμοιβή της...". Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκανε δεκτή και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής που άσκησε ενώπιόν του η εναγομένη και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ότι η ενάγουσα δικαιούται το σύνολο της συμφωνηθείσας αμοιβής, όχι επειδή περαίωσε οριστικά τις αναληφθείσες εργασίες, αλλά επειδή αυτές διήρκησαν άνω των τεσσάρων ετών για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς της, ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το Εφετείο με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 91, 92, 98, 170, 171, 172 του ΝΔ 3026/1954 & 173, 200 του ΑΚ, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη με τους λόγους αναίρεσης, αλλά αντίθετα τις ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο, εφόσον κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του διαπίστωσε ότι στο από 25-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, γεννάται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως αυτών, ορθά προσέφυγε στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 & 200 ΑΚ, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αναζητώντας την αληθινή βούληση των διαδίκων χωρίς προσήλωση στις λέξεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ανάγκη προσφυγής στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες για την αποσαφήνιση του νοηματικού περιεχομένου της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως των διαδίκων. Περαιτέρω, το πόρισμα αυτού, αφενός εκ της εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων, ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας για την καταβολή της δικηγορικής αμοιβής της θα γεννιόταν μετά την αναγνώριση (δικαστικά ή εξώδικα) της κληρονομικής μερίδας της αναιρεσίβλητης επί του επίμαχου κληρονομιαίου ακινήτου, και αφετέρου ότι η αναιρεσείουσα δεν εκτέλεσε τελικά στο σύνολό της τη δοθείσα σ' αυτήν εντολή με την ενέργεια όλων των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης δικαστικών και εξώδικων πράξεων, που όφειλε να εκτελέσει, για την οριστική τακτοποίηση του κληρονομικού δικαιώματος και μεριδίου της αναιρεσίβλητης επί της ως άνω κληρονομίας, που δυνάμει της εντολής ανέλαβε να εκτελέσει, ούτε εντός τετραετίας από την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού προέβη σε κάθε δυνατή ενέργεια προς εκτέλεση αυτής και ειδικότερα δεν εξάντλησε όλα τα περιθώρια επίτευξης οριστικής λύσης, προκειμένου να επιτευχθεί ο άνω στόχος της αναιρεσίβλητης, εκ των οποίων ένας (ως απλούστερος) τρόπος, πλην όμως απαραίτητος, ενόψει της έντονης αμφισβήτησής της από τους λοιπούς συγκληρονόμους, ήταν η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής για τον προσδιορισμό του ποσοστού κληρονομίας εκάστου κληρονόμου επί της κληρονομιαίας περιουσίας, διατυπώνεται σαφώς, οι αναφερόμενες δε ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο αιτιολογεί επαρκώς, γιατί, ως προς τη διασφάλιση των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, δεν αρκούσε η υπ' αρ. 8034/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, σημειωτέον, αφορούσε απόρριψη ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα υπέρ της αναιρεσίβλητης αγωγή, καθώς και το απλό, χωρίς νομική δεσμευτικότητα ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ποσοστού συγκυριότητάς της αναιρεσίβλητης επί των κληρονομιαίων, έγγραφο, το οποίο από κοινού με τους δικηγόρους άλλων συγκληρονόμων συνυπέγραψε η αναιρεσείουσα. Τέλος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας στο σχετικό λόγο αναίρεσης (4ο), ότι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τα άρθρα 1800 έως 1806 ΑΚ, τα οποία προσδιορίζουν για τους συγκληρονόμους το μέγεθος των κατ' ιδίαν κληρονομικών μερίδων τους είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού μόνο δι' αυτών, χωρίς την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής, δεν επιτυγχάνεται δεσμευτικά ο προσδιορισμός του ποσοστού κληρονομίας εκάστου κληρονόμου επί της κληρονομιαίας περιουσίας και συνεπώς της αναιρεσίβλητης. Επομένως, και οι πέντε προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης, ερειδόμενοι όλοι στους αρ. 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-4-2019 και με αριθμό καταθέσεως 2/18-4-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 110/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου). Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ