Legislator Case Law & Legislation
448/2019 AI generated

448/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 448/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

448/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Keywords

AI generated
occupational migration transfer of employment relationship disciplinary transfer unemployment insurance administrative body reintegration into employment posted workers detachment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 448 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 448/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 2) α) Ε. Μ. χήρα Δ., το γένος Α. Κ., β) Ά. Μ. του Δ. και γ) Κ. Μ. του Δ., ως νόμιμοι και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους αντίστοιχα Δ. Μ. του Κ., κατοίκων ..., 3) Μ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 4) Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 5) Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 6) Σ. Θ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Μπουγιούκου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Υπό εκκαθάριση εν λειτουργία με το Ν.4482/2017 "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Νούσιου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράσταση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 2520/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2013/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-12-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 7-9-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και, συνεπώς, δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά.

Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μία άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (Ολ.ΑΠ 4/2004).

Η εν λόγω δε αρχή καταλαμβάνει και τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ και ΔΑ αφού και οι όροι αυτοί έχουν ισχύ νόμου και εφαρμόζονται άμεσα και αναγκαστικά, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990 (ΑΠ 2028/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής: "Τα ...

αποτελούν επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που επιδιώκουν την οργάνωση της συγκοινωνίας με λεωφορεία, τα οποία υποχρεωτικώς εντάσσονται σε αυτά και αποσκοπούν στη διαχείριση των κοινών εισπράξεων και την κατανομή τους στους ιδιοκτήτες. Οι ενάγοντες εργάζονται ως οδηγοί στον ..., με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Στο προσωπικό του ... μεταφέρθηκαν από το ... ως εξής: ο πρώτος, τρίτος, τέταρτος, έκτος, όγδοος, δέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος και δέκατος τέταρτος από αυτούς την 1-9-2003 και ο πέμπτος, έβδομος, ένατος και δέκατος πέμπτος από αυτούς, την 1-11-2003. Η παραπάνω μεταφορά και ένταξη τους στο εναγόμενο έγινε σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2898/2001 "Σύσταση και λειτουργία Συμβουλίου Αστικών Συγκοινωνιών …., όροι οικονομικής συμφωνίας μεταξύ Δημοσίου και Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών …." (ΦΕΚ Α' 71/10-4-2001) και της δυνάμει αυτής εκδοθείσας υπ' αριθ.

Α - 68887/5029/4-7-2003 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών με θέμα "Μεταβολή περιοχής εκτέλεσης αστικής συγκοινωνίας από τον ..." (ΦΕΚ Β' 934/4-7-2003 - εφεξής η "ΚΥΑ"). Με την ανωτέρω ΚΥΑ επεκτάθηκε η περιοχή εκτέλεσης αστικής συγκοινωνίας από το εναγόμενο στο Νομό Θεσσαλονίκης, με την ένταξη σε αυτή δεκαπέντε δήμων της περιαστικής ζώνης της πόλης της …..

Στους δήμους αυτούς, από το 1952 μέχρι την 1-9-2003 (ημερομηνία έναρξης της εκτέλεσης του διευρυμένου συγκοινωνιακού έργου του ...), το συγκοινωνιακό έργο ε...ούσε το ..., ιδιότυπο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινής ωφέλειας, στο οποίο με διαδοχικές νομοθετικές ρυθμίσεις είχε παραχωρηθεί το αποκλειστικό δικαίωμα εκτέλεσης του μεταφορικού έργου και της συγκοινωνιακής εξυπηρέτησης των κατοίκων του ....

Με τα άρθρα 2 έως 5 του Ν. 2963/2001 το άνω αποκλειστικό δικαίωμα του ... επεκτάθηκε μέχρι την 31-12-2011, υπό τον όρο της έγκαιρης μετατροπής του σε ανώνυμη εταιρεία μέχρι την 30-12-2003. Πράγματι, με την υπ' αριθ. ...02/19-8-2003 Πράξη της Συμβολαιογράφου Σ. Γ. Α. το ... μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την Επωνυμία "..." στο οποίο εισφέρθηκαν κατά κυριότητα τα λεωφορεία, ιδιοκτησίας των μετόχων του ....

Το καταστατικό της ... ΑΕ εγκρίθηκε με την υπ' αριθμό 17/12902/25-8-2003 απόφαση της Νομαρχίας … και καταχωρήθηκε την 25-8-2003 στο ΜΑΕ, με αριθμό μητρώου 55051/62/Β/03/0162 (ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 9165/29-8-2003). Με τη μετατροπή αυτή, η ... ΑΕ υποκατέστησε αυτοδικαίως το ... σε όλα γενικά τα δικαιώματα. Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα υπ' αριθ. Α - 68887/5029/4-7-2003 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών ορίστηκε και ο αριθμός των θέσεων του αναγκαίου προσωπικού του ...

που προέκυπτε από την αύξηση του μεταφορικού του έργου και θα καλύπτονταν, κατά προτεραιότητα, με μεταφορά προσωπικού του Υπεραστικού ... ... στον ..., ορίστηκε δε ρητά, ότι η "μεταφορά" αυτή του προσωπικού του ... στον ... θα γίνονταν μετά από υποβολή σχετικής αίτησης των ενδιαφερομένων μισθωτών του ... και υπεύθυνης δήλωσης τους περί του ότι πληρούσαν τις από το άρθρο 6 παρ. 1 εδ.

ζ' του επέχοντος ισχύ νόμου (Υ.Α. Α-Οικ 48775/3828/2002/1973 ΦΕΚ Β 1125) "Γενικού Κανονισμού Προσωπικού" του ... τασσόμενες προϋποθέσεις καταλληλότητας. Ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε "διαδοχή εργοδότη", θα πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, καθόσον, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση οργανωμένου συνόλου επιχειρήσεως, αλλά απλώς μεταβλήθηκε η περιοχή ε...έσεως συγκοινωνιακού έργου από ένα φορέα στον άλλο, πράγμα το οποίο δεν συνιστά τέτοια μεταβίβαση, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παραπάνω μείζονα σκέψη.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι πριν την παραχώρηση του συγκοινωνιακού έργου στο εναγόμενο, όλοι οι ενάγοντες ήταν ιδιοκτήτες, άλλως συνιδιοκτήτες λεωφορείων, ενταγμένων στο Υπεραστικό ..., το οποίο δεν είχε την κυριότητα των λεωφορείων που ήταν ενταγμένα σε αυτό. Η κυριότητα τους ανήκε στους ενάγοντες που ήταν μέτοχοι του ...

και που κάθε τρεις μήνες εισέπρατταν μέρισμα. Επιπλέον, αυτοί είχαν τη δυνατότητα, είτε να εργάζονται οι ίδιοι και ως οδηγοί στα λεωφορεία που τους ανήκαν, είτε να εργάζονται οι ίδιοι και συγχρόνως να προσλαμβάνουν και οδηγό, είτε να μην απασχολούνται καθόλου ως οδηγοί και να προσλαμβάνουν άτομα για να εργαστούν ως οδηγοί στα λεωφορεία τους.

Στην περίπτωση αυτή ο οδηγός κατάρτιζε σύμβαση εργασίας με τον εκάστοτε ιδιοκτήτη λεωφορείου που τον προσλάμβανε και όχι με το .... Αυτό, άλλωστε, προκύπτει με σαφήνεια από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 και 6 του Π.Δ. 229/1994 "περί Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων (...)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ. 2 και 29 του Ν.Δ. 102/1973, κατά την οποία όλο το προσωπικό του ...

έχει εργοδότη το νομικό πρόσωπο του ..., πλην του οδηγού, ο οποίος έχει εργοδότη τον ιδιοκτήτη της ενταγμένης στο ... μονάδας εκμεταλλεύσεως, αλλ' όμως, ως προς τα δικαιώματα, τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του διέπεται από τον Κανονισμό αυτό (ΑΠ 1168/2008, 297/2001, δημ. ΝΟΜΟΣ). Έτσι, υπόχρεος για την καταβολή του μισθού του και υπεύθυνος για την τήρηση όλων των εργοδοτικών υποχρεώσεων παρέμενε ο ιδιοκτήτης λεωφορείου που τον προσλάμβανε και όχι το ....

Ο οδηγός, άλλωστε, που δεν ήταν και ιδιοκτήτης λεωφορείου υπαγόταν στον Κανονισμό του ... μόνο στο μέτρο που αυτό ήταν απαραίτητο για την εκτέλεση του έργου του ..., σε ό,τι είχε σχέση με τον συντονισμό των λεωφορείων. Το ... είχε την ευθύνη του καθορισμού των δρομολογίων και των γραμμών και όποιου θέματος είχε σχέση με την ορθή εξυπηρέτηση αυτών, καθώς και τον συντονισμό των λεωφορείων (ένταξη στις γραμμές, δρομολόγια).

Ήταν όμως εργοδότης μόνο του διοικητικού, τεχνικού, βοηθητικού προσωπικού και των εισπρακτόρων εισιτηρίων. Αντίθετα οι οδηγοί των λεωφορείων υπάγονταν στο διευθυντικό δικαίωμα των ιδιοκτητών αυτών. Πολύ περισσότερο, οι ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων και εν προκειμένω οι ενάγοντες, οι οποίοι οδηγούσαν τα λεωφορεία τους, δεν συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με το Υπεραστικό ..., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι τελευταίοι.

Μόνο η υπαγωγή τους στον Κανονισμό του ... δεν υποδηλώνει την ύπαρξη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας με το τελευταίο, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, οι οποίες, άλλωστε, σε κάποιο βαθμό, υπάρχουν σε κάθε ενοχική σύμβαση, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεως του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΑΠ 28/2005, δημ.

ΝΟΜΟΣ). Το ανωτέρω ποιοτικό στοιχείο δεν υφίστατο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον η υπαγωγή των εναγόντων οδηγών στον Κανονισμό του ... δεν έγινε με την πρόθεση της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως τους, ως εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά αφορούσε αποκλειστικά την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης δημόσιας συγκοινωνίας που ε...ούσαν τα Υπεραστικά ...

και την ασφαλή οδήγηση των λεωφορείων τους. Αντίθετα, μετά τη σύσταση της ... Α.Ε. και την εισφορά κατά κυριότητα των λεωφορείων σ' αυτήν, τέτοια σύμβαση (εξαρτημένης εργασίας) υπήρξε με την τελευταία για όσους από τους ενάγοντες απασχολήθηκαν πραγματικά σ' αυτήν, ως οδηγοί, σύμφωνα με όσα εκτίθενται για τον καθένα κατωτέρω.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι, όταν η συγκοινωνία που εξυπηρετούνταν μέχρι τότε από το Υπεραστικό ... και το ... Α.Ε. μεταφέρθηκε στο εναγόμενο, οι ενάγοντες υπέβαλαν στο εναγόμενο σχετικές αιτήσεις και ζήτησαν να εργαστούν σε αυτό ως οδηγοί. Το εναγόμενο έκανε δεκτές τις αιτήσεις τους και άρχισαν να εργάζονται σ' αυτό, με την ανωτέρω ειδικότητα, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, έβδομος, ένατος έως και δέκατος τρίτος από 1-9-2003, οι δε λοιποί από 30-10-2003.

Κατά το χρόνο της προσλήψεως τους, στις εργασιακές συμβάσεις του εναγομένου με τους υπαλλήλους του, ίσχυε η από 21-10-2002 ΣΣΕ για το προσωπικό κίνησης του ..., στο άρθρο 8 της οποίας ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι "..2. Όσες διατάξεις προηγουμένων Ε.Σ.Σ.Ε. που αφορούν τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της παρούσας δεν συμπληρώθηκαν, δεν τροποποιήθηκαν ή δεν καταργήθηκαν, ισχύουν".

Με βάση τη διάταξη αυτή ίσχυε ο όρος "1. χρονοεπίδομα" του κεφαλαίου Β' με τον τίτλο "επιδόματα" της από 4-4-1990 ειδικής ΣΣΕ του προσωπικού κίνησης του ..., η οποία κυρώθηκε και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 13264/1990 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ .../Β/24-4-1990). Στον όρο αυτό το ύψος του χρονοεπιδόματος ορίζεται, ως εξής: "Οι αναφερόμενοι στο Κεφάλαιο Α' βασικοί των παραπάνω παραγράφων προσαυξάνονται με:

α) Ποσοστό 10% για τον πρώτο χρόνο υπηρεσίας, β) Ποσοστό 5% για κάθε τριετία και μέχρι 10 τριετιών..". Ως προϋπηρεσία για την προσμέτρηση του χρονοεπιδόματος θεωρείται χωρίς διακοπή διανυθείσα υπηρεσία (πλην της διακοπείσης λόγω ασθενείας) άσχετα με την ειδικότητα στην τέως Κ.Ε.Τ.Η.Θ., στο τέως Κ.Τ.Ε.Λ.Θ. και στο Κ.Τ.Ε.Λ.

Νομού Θεσσαλονίκης, δι' όσους μετετάγησαν εις τον Ο.Α.Σ.Θ. βάσει του Ν.Δ. 3721/57 και Ν. 866/79. Ως προσμετρούμενη προϋπηρεσία για τη λήψη του χρονοεπιδόματος θεωρείται η πραγματική τοιαύτη σε ομότιμα και συναφή καθήκοντα σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον παράλληλα συμφωνεί με το χρόνο ασφάλισης στον κύριο ασφαλιστικό φορέα, εξαιρουμένης αυτής που έχει προσμετρηθεί για τη λήψη σύνταξης από οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό.

Στους οδηγούς αναγνωρίζεται ως προϋπηρεσία ο χρόνος που διανύθηκε σε ιδιόκτητα ή συνιδιοκτητα λεωφορεία, ταξί, πούλμαν και φορτηγά και μέχρι τρείς (3) τριετίες..". Το εναγόμενο, εφαρμόζοντας την ανωτέρω ΕΣΣΕ 1990, αναγνώρισε για το χρόνο, που οι ενάγοντες υπήρξαν ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων του ..., ανώτατο χρόνο προϋπηρεσίας εννέα έτη.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, όπως αυτό συμπληρώθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό, ότι έπρεπε να τους αναγνωριστεί, ως προϋπηρεσία, ολόκληρος ο χρόνος απασχόλησης τους, ως οδηγών, στα ιδιόκτητα ή συνιδιοκτητα λεωφορεία τους, κυρίως, διότι α) τελούσαν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με το Υπεραστικό ...

και, όσοι απ' αυτούς ήσαν συνιδιοκτήτες των λεωφορείων, που οδηγούσαν, και με τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες αυτών, στη συνέχεια δε, με την "... Α.Ε." και β) διότι αυτό επιβάλλει η αρχή της ισότητας ανάμεσα σ' αυτούς και τους υπόλοιπους οδηγούς, οι οποίοι τελούσαν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, και επικουρικά, ότι η ένταξη τους στο εναγόμενο συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και αυτόματη και υποχρεωτική μεταβίβαση σε αυτόν των εργασιακών τους σχέσεων όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της μεταφοράς.

Κατ' αρχήν, όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής, που στηρίζεται στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας των εναγόντων με το Υπεραστικό ..., αυτή είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι τέτοια σύμβαση δεν υφίστατο μεταξύ των εναγόντων και του ..., σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Επίσης, απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, είναι και η επικουρική βάση της αγωγής περί μεταβολής του προσώπου του εργοδότη, αφενός διότι οι ενάγοντες, πριν την ένταξη τους στο εναγόμενο, δεν συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με το ..., από το οποίο ουσιαστικά προήλθαν, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ώστε να μεταβιβαστεί αυτή στο εναγόμενο και αφετέρου, διότι δεν υπήρξε, στην προκειμένη περίπτωση, "διαδοχή εργοδότη", σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση του, δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε τις ανωτέρω βάσεις της αγωγής, ως ουσιαστικά αβάσιμες, δεν έσφαλε και ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε σχετικοί λόγοι της έφεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, η διαφοροποίηση που εισάγει, η ανωτέρω από 4-4-1990 ΣΣΕ, ως προς την αναγνώριση της προϋπηρεσίας, μεταξύ των εργαζομένων, ως οδηγών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και των, επίσης, απασχολουμένων, ως οδηγών στα ιδιόκτητα ή συνιδιόκτητα λεωφορεία τους (στο μέτρο που οι τελευταίοι δεν τελούν σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, όπως θα εκτεθεί παρακάτω) δεν παραβιάζει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τη συνταγματική αρχή της ισότητας, υπό την έννοια που προεκτέθηκε, διότι δεν συντρέχει γι'αυτούς ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, καθόσον τελούν σε διαφορετική νομική κατάσταση με τους υπόλοιπους οδηγούς, η οποία δεν επιτρέπει την εξομοίωση τους, παρά το γεγονός, ότι και οι δύο κατηγορίες οδηγών υπόκεινται στον Κανονισμό λειτουργίας του ....

Ειδικότερα, το δικαίωμα αποκλειστικής ιδιοκτησίας ή συνιδιοκτησίας επί του λεωφορείου παρείχε στους ενάγοντες την ευχέρεια της απασχόλησης τους, ως οδηγών, όποτε οι ίδιοι το επιθυμούσαν ή κατόπιν σχετικής συνεννόησης με τους λοιπούς συγκυρίους στα πλαίσια διοίκησης του κοινού πράγματος. Αντίθετα, για τους μη ιδιοκτήτες οδηγούς η δυνατότητα απασχόλησης τους στο λεωφορείο εξαρτώνταν αποκλειστικά από τη βούληση του ιδιοκτήτη, ο οποίος θα αποφάσιζε κάθε φορά για την πρόσληψη ή την απόλυση τους.

Άλλωστε, η ανωτέρω διαφοροποίηση περιορίζεται πολύ με την αναγνώριση, ως προϋπηρεσίας, μέχρι τρείς (3) τριετίες, του χρόνου οδήγησης των ιδιόκτητων ή συνιδιοκτητών λεωφορείων ή άλλων οχημάτων (φορτηγών, ταξί κλπ.). Οι ενάγοντες ισχυρίζονται, επί πλέον, ότι με την ίδια ως άνω από 4-4-1990 ΕΣΣΕ, η αρχή της ισότητας παραβιάστηκε και ως προς όσους οδηγούς μετετάγησαν στο εναγόμενο βάσει του ΝΔ 3721/1957 και του Ν. 866/1979, για τους οποίους, με τη διάταξη του εδ'.

β' του Κεφαλαίου Β' της ανωτέρω ΕΣΣΕ, αναγνωρίστηκε το σύνολο της προϋπηρεσίας τους, ανεξάρτητα από την ιδιότητα τους, ως ιδιοκτητών ή συνιδιοκτητών λεωφορείων .... Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί προβλήθηκε το πρώτον με τις προτάσεις στον πρώτο βαθμό και μεταβάλλει τη βάση της αγωγής, εφόσον εισάγει νέα σύγκριση με άλλους εργαζομένους στο εναγόμενο (άρθρο 224 του ΚΠολΔ), αλλά και ως ουσιαστικά αβάσιμος, γιατί οι ενάγοντες αποτελούν διαφορετική κατηγορία από τους αναφερόμενους στην ανωτέρω διάταξη, επειδή πρόκειται για ομάδες προσώπων, που εντάχθηκαν στον ...

με διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και υπό διαφορετικές οικονομικές συνθήκες και, συγκεκριμένα, το ΝΔ 3721/1957 είναι το νομοθέτημα, με το οποίο συστήθηκε ο ..., κάτω από τις συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες της εποχής εκείνης, με τον δε Ν. 866/1979 πραγματοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, η μετάταξη λεωφορείων του ... ...

στον ... μαζί με το αναλογούν σε αυτά διοικητικό και τεχνικό προσωπικό.

Συνεπώς, η κύρια βάση της αγωγής, στο μέτρο, που στηρίζεται στην παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση του, απέρριψε σιωπηρά την ανωτέρω βάση της αγωγής, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και πρέπει μόνο να συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της, ο δε σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο οδηγός του ενταγμένου στο ... λεωφορείου τελεί σε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας με τον ιδιοκτήτη του λεωφορείου, ο οποίος είναι εργοδότης του και βαρύνεται με τη μισθοδοσία του. Τέτοια σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συναφθεί από τον συνιδιοκτήτη που έχει τη μειοψηφία των μερίδων του λεωφορείου με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες που έχουν την πλειοψηφία των μερίδων και, ως οδηγός αυτού, υπόκειται σε νομική εξάρτηση από τους συνιδιοκτήτες που διαθέτουν την πλειοψηφία των μερίδων του λεωφορείου, οπότε ο καθένας από τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες, ως εργοδότης, βαρύνεται, κατά την αναλογία της μερίδας συμμετοχής του στο κοινό λεωφορείο, με την καταβολή του μισθού και των αποδοχών ή της αποζημιώσεως απολύσεως του ως άνω εργαζομένου (ΑΠ 1024/1990, ΕφΠατρ 63/2002, δημ.

ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχτηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Α) "Όσον αφορά, όμως, τους ενάγοντες... (τέταρτο) Κ. Κ., (έκτο) Μ. Ν.... και (δέκατο πέμπτο) Σ. Θ., συνιδιοκτήτες λεωφορείων, κατά ποσοστό 50%, δεν αποδείχτηκε, ότι αυτοί είχαν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες των λεωφορείων, στα οποία οι ίδιοι εργάζονταν, ως οδηγοί, καθόσον δεν απασχολούνταν δυνάμει τέτοιας συμβάσεως, όπως αβάσιμα οι ίδιοι ισχυρίζονται, αλλά κατόπιν συμφωνίας με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες για τη διοίκηση του κοινού λεωφορείου, λόγω του ίσου ποσοστού συγκυριότητας του καθενός (50%), στα πλαίσια της σχέσεως κοινωνίας που υπήρχε μεταξύ τους.

Με βάση τα ανωτέρω, η ένδικη αγωγή, ως προς τους ενάγοντες....(τέταρτο) Κ. Κ., (πέμπτο) Δ. Μ., (έκτο) Μ. Ν..... (δέκατο) Γ. Σ., (δωδέκατο) Γ. Α., (δέκατο πέμπτο) Σ. Θ., πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς όλες τις βάσεις της". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η αγωγή των προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος και 7 παρ.1 του Ν.1876/1990 που εφάρμοσε τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Και τούτο διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στην έλλειψη των προϋποθέσεων που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αληθώς μόνον από τον αριθμό 19 (και όχι 1 και 19 όπως εσφαλμένα επικαλούνται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια αυτή διότι εσφαλμένα υπέλαβε ότι για την ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των συνιδιοκτητών πράγματος, απαιτείται οπωσδήποτε ο κοινωνός που προσφέρει την προσωπική του εργασία με σκοπό την εκμετάλλευση του κοινού πράγματος, να είναι συνιδιοκτήτης με ποσοστό μικρότερο του 50% και ότι αιτιολόγησε κατά τρόπο αντιφατικό την απόρριψη των σχετικών ισχυρισμών του ως ουσία αβασίμων.

Σύμφωνα όμως με τις προεκτεθείσες κρίσεις του το Εφετείο διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα ότι οι ήδη αναιρεσείοντες - ενάγοντες δεν συνδέοντο με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες του κοινού λεωφορείου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στον λόγο αυτό αιτιάσεις περί εσφαλμένης υπαγωγής των διατάξεων περί κοινωνίας και υπό την επίφαση των άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 5.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψιν. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψιν κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ.11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ'οψιν όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψιν αποδεικτικό μέσο κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του και το περιεχόμενό του. Αντιθέτως οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη κανένα αποδεικτικό στοιχείο από αυτά που προσκομίσθηκαν σχετικά με την ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με τους συνιδιοκτήτες των λεωφορείων μας...".

Περαιτέρω και όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του αυτού (τρίτου) λόγου αναίρεσης από τον αριθ.11 περ.γ'του άρθρου 559 ΚπολΔ, με τον οποίο προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψιν την προσκομισθείσα υπ'αριθ.81/9-11-2011 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Β. Χ. ενώπιον της συμ/φου, Χ. Β. πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι, όπως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, στις προτάσεις των ήδη αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου ουδαμού αναφέρεται ο αριθμός της ένορκης βεβαίωσης και η ημερομηνία εξέτασης του ως άνω μάρτυρος ώστε να προκύπτει ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου.

Κατόπιν αυτών ο τρίτος λόγος αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του από τον αριθμ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί.

Κατόπιν αυτών πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να συμψηφισθεί ολικά μεταξύ των διαδίκων η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη αυτών κατ' άρθρο 179 εδαφ. τελ. σε συνδ. με άρθρο 183 εδαφ. τελ. ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 29-12-2015 αίτηση για αναίρεση της 2013/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.-

Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ