Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
EL ·

448/2018448/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Summary AI generated

Απόφαση 448 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 448/2018 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, ΓεώÏ...

Απόφαση 448 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 448/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. χας Ε. Σ., το γένος Χ. Ζ., κατοίκου ..., 2) Κ. Σ. του Ε. και 3) Χ. Σ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Μπιτσώρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής ελληνικής εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. χας Ε. Σ., το γένος Χ. Ζ., κατοίκου ..., 2) Κ. Σ. του Ε., 3) Χ. Σ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Μπιτσώρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 4) Ζ. Π. του Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2010 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων - 1ης, 2ου, 3ου υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάστηκε με την από 20-4-2011 αγωγή του Δ. Α. του Κ. (1ος υπό στοιχ. Α αναιρεσίβλητος) και της Ζ. Π. του Κ. (4η υπό στοιχ. Β αναιρεσίβλητη), καθώς και με την από 22-8-2011 αγωγή της Β. Χ. του Β., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 6-11-2015 αίτησή τους και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 25-7-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 7-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου, τρίτου κατά το τρίτο τμήμα του και τετάρτου κατά το τελευταίο τμήμα του, λόγων της από 6-11-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 12/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και την απόρριψη των λοιπών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες: 1) από 6-11-2015 με αρ. ...2015 και 2) από 25-7-2016 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Γ. χας Ε. Σ., Κ. Ε. Σ. και Χ. Ε. Σ. και β) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο ασφαλίσεως ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων", αντίστοιχα, στρεφόμενες κατά της ίδιας, υπ’ αριθμ. 12/2015, αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, εκδοθείσης κατά τη διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, πρέπει, ως συναφείς, υπαγόμενες στην ίδια διαδικασία και για οικονομία χρόνου και δαπάνης, να συνεκδικασθούν (άρθρα 31, 246 και 573 ΚΠολΔ). Α) Επί της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της π.χ. αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκων μέσων, ανακοπών, τριτανακοπής, όχι όμως και ενστάσεων. Ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 96/2015).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 100/2015). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν.ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για να μην επιδικασθεί από το δικαστήριο αποζημίωση στο ζημιωθέντα ή για να μειωθεί το ποσό της, απαιτείται συντρέχον πταίσμα και αιτιωδώς συνάφεια μεταξύ του πταίσματος (υπαίτιας πράξης ή παράλειψης) και του επελθόντος αποτελέσματος. Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος, διατηρείται πλήρης η αξίωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος. Ειδικότερα, επί συγκρούσεως αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας, η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους του θανατωθέντος ή τραυματισθέντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, που επιβάλλεται από το νόμο (άρθρο 16 παρ. του ΚΟΚ), λαμβάνεται υπόψη και θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα του, εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις επελθούσες σωματικές κακώσεις. Αν από το είδος και τον τρόπο επέλευσης των σωματικών κακώσεων του θανόντος ή τραυματισθέντος, η χρήση του προστατευτικού κράνους δεν ήταν ικανή να αποτρέψει το αποτέλεσμα του θανάτου ή του τραυματισμού, τότε λείπει η αναγκαίως απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και η παράλειψη της χρήσεως του κράνους, δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του (ΑΠ 1588/2014). Τέλος, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 12/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 24-8- 2009 και περί ώρα 20.00’ ο εναγόμενος - ενάγων Δ. Α., κινείτο επί της εθνικής οδού ... με κατεύθυνση προς … και δη στο 62.100 χλμ. αυτής, οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT, το οποίο κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος ανήκε στην ιδιοκτησία της εναγομένης - ενάγουσας Ζ. Π. και ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", της οποίας, μετά την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της, τυγχάνει ειδικός και καθολικός διάδοχος βάσει νόμου το εκκαλούν ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ". Η εθνική οδός στο παραπάνω σημείο είναι ευθεία και οριζόντια παρουσιάζοντας ελαφρά ανωφέρεια, διπλής κατεύθυνσης, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 7.20 τ.μ. με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 3,60 τ.μ., ενώ μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας υφίσταται μονή διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή (βλ. την μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας). Ο Δ. Α., κινείτο με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα περί τα 120 χμ/ώρα, ήτοι πάνω από το επιτρεπόμενο για κατοικημένη περιοχή όριο ταχύτητας των 90 χλμ/ώρα, στο μέσο της μοναδικής λωρίδας του ρεύματος κυκλοφορίας του, ενώ έμπροσθεν αυτού προπορεύονταν η υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε η ενάγουσα της συνεκδικαζόμενης αγωγής και εναγομένη Β. Χ., έχοντας συνεπιβάτη τον Δ. Σ. του Ε.. Η μοτοσικλέτα ήταν ασφαλισμένη για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", της οποίας, μετά την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της, τυγχάνει ειδικός και καθολικός διάδοχος βάσει νόμου το εκκαλούν ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ". Η πιο πάνω οδηγός κινείτο στο άκρο δεξιό τμήμα της αυτής εθνικής οδού με μικρή ταχύτητα περί τα 40 χμ/ώρα και με κατεύθυνση ομόρροπη με αυτή του Δ. Α. ήτοι προς …. Ενώ ο Δ. Α. αποφάσισε να προσπεράσει εξ αριστερών την προπορευόμενη αυτού δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε η Β. Χ., η τελευταία άρχισε σταδιακά να κατευθύνεται προς τα αριστερά του οδοστρώματος πλησιάζοντας το κέντρο της οδού επί της οποίας κινείτο, εγκαταλείποντας το άκρο δεξιό τμήμα της πορείας της, με αποτέλεσμα με την κίνησή της αυτή να αιφνιδιάσει τον οδηγό του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου -Δ. Α.- ο οποίος επιχειρούσε τη συγκεκριμένη στιγμή να την προσπεράσει, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να επιπέσει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στην οπίσθια αριστερή πλευρά της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Η ως άνω πρόσκρουση έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας των δύο οχημάτων στο μέσο περίπου του οδοστρώματος, ενώ το όχημα του Δ. Α. εισήλθε στη συνέχεια στο αντίθετο ρεύμα, λόγω του ενστικτώδους και αιφνίδιου ελιγμού προς τα αριστερά που επεχείρησε ο τελευταίος, προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα και ακινητοποιήθηκε μετά από απόσταση πλάγιας ολίσθησης 21 μέτρων (βλ. σχεδιάγραμμα). Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν ο τραυματισμός των επιβατών της δίκυκλης μοτοσικλέτας, που επέφερε το θάνατο του συνεπιβάτη Δ. Σ.. Συνυπεύθυνοι-συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ένδικου θανατηφόρου αυτοκινητικού ατυχήματος κρίνονται οι παραπάνω οδηγοί των οχημάτων, οι οποίοι από αμέλεια περί την οδήγηση και έλλειψη της προσοχής, που όφειλαν να καταβάλουν ως μέσοι συνετοί οδηγοί (άρθρο 330 του ΑΚ) με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις συνθήκες που επικρατούσαν, δεν προείδαν το ζημιογόνο αποτέλεσμα και δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη επιμέλεια για την αποτροπή του εν λόγω θανατηφόρου ατυχήματος (βλ. ΑΠ 766/2007, ΕλλΔνη 49 (2008) 1386). Κατά ποσοστό 60%, η παραπάνω οδηγός της μοτοσικλέτας, της οποίας η αμέλεια συνίσταται στο γεγονός ότι ενώ αρχικά κινείτο με μικρή ταχύτητα στο δεξιό άκρο της εθνικής οδού ... με κατεύθυνση προς …, άρχισε σταδιακά να κατευθύνεται προς τα αριστερά του οδοστρώματος πλησιάζοντας το κέντρο της οδού επί της οποίας κινείτο, εγκαταλείποντας το άκρο δεξιό τμήμα της πορείας της, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί από τους καθρέπτες του οχήματός της ότι μπορούσε ακινδύνως να επιχειρήσει μια τέτοιου είδους κίνηση χωρίς να προκαλέσει εμπόδια στους λοιπούς χρήστες της οδού και χωρίς να ελέγξει τα όπισθεν αυτής κινούμενα οχήματα προειδοποιώντας αυτά για την πρόθεσή της να κατευθυνθεί αριστερότερα της πορείας της με τη χρήση του δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεία τους. Επιπροσθέτως, οδηγούσε την προαναφερόμενη δίκυκλη μοτοσικλέτα, χωρίς να έχει την εκ του νόμου προβλεπόμενη άδεια οδήγησης, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 13 § 2, 19 § 1 και 21 §§§ 1, 2, 3 του Κ.Ο.Κ. Κατά το υπόλοιπο ποσοστό 40% κρίνεται ο Δ. Α. του Κ., οδηγός του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, του οποίου η αμέλεια συνίσταται στο γεγονός ότι έβαινε με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, ανερχόμενη στα 120 χλμ/ώρα, με αποτέλεσμα να μη μπορέσει να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς και να τροχοπεδήσει άμεσα το όχημά του αμέσως, μόλις αντιλήφθηκε την κίνηση προς τα αριστερά της οδηγού της προπορευόμενης αυτού μοτοσικλέτας και μολονότι επιχείρησε ενστικτωδώς αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, να μην μπορέσει να αποφύγει την ένδικη σύγκρουση, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 19 §§§ 1, 2, 3 και 20 του Κ.Ο.Κ. Ο ισχυρισμός του ότι έβαινε με την επιτρεπόμενη του ορίου ταχύτητα περί τα 70 χλμ/ώρα κρίνεται αβάσιμος και αναιρείται, τόσο από την σφοδρότητα της πρόσκρουσης, όσο και από την εκτίναξη αμφότερων των επιβαινόντων του δικύκλου σε απόσταση πολλών μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, όσον αφορά το κεφάλαιο αυτό της υπαιτιότητας (βαθμού συνυπαιτιότητας των εμπλεκόμενων στο ατύχημα οδηγών), εσφαλμένα εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, αμφότεροι οι επιβαίνοντες του δικύκλου εκτινάχθηκαν λόγω της πρόσκρουσης και επέπεσαν στο οδόστρωμα η μεν Β. Χ. σε απόσταση 43 μέτρων, ο δε Δ. Σ. σε απόσταση 32 μέτρων, ενώ υπέστησαν η πρώτη θλαστικό τραύμα αριστερού γόνατος, δεξιάς βρεγματικής χώρας, εκδορές δεξιάς ινιακής χώρας και ελαφρά εγκεφαλική διάσειση, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. πρωτ. ...07-09-2009 πιστοποιητικό του Γενικού ..., στο οποίο διακομίστηκε αμέσως μετά την ένδικη σύγκρουση και παρέμεινε νοσηλευόμενη επί τρεις (3) ημέρες ήτοι έως την 27-08-2009. Ο δεύτερος αυτών -συνεπιβάτης του δικύκλου- διακομίστηκε άμεσα λόγω του σοβαρότατου τραυματισμού του από το Γενικό ... στη ΜΕΘ του Νοσοκομείου ..., είχε υποστεί κατάγματα λεκάνης και κρανιοεγκεφαλική κάκωση (γενικευμένο οίδημα, υποσκληρίδια αιματώματα άμφω, υπαραχνοειδή αιμορραγία και θλάσεις εγκεφαλικής ουσίας) και τέθηκε σε καταστολή και μηχανική αναπνοή. Παρά τη θεραπευτική αντιμετώπιση των τραυμάτων του, παρουσίασε την 27-08-2009 μεγάλη αύξηση της ενδοκράνιας πίεσης και σημεία εγκολεασμού του στελέχους με μυδρίαση των κορών άμφω, με αποτέλεσμα να διακομισθεί στη ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου ... και να υποβληθεί σε αποσυμπιεστική κρανιεκτομία άμφω για τη θεραπεία του μεγάλου εγκεφαλικού οιδήματος και να επέλθει τελικά ο θάνατός του την 07-01-2010, λόγω των βαρέων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων που υπέστη από την ένδικη σύγκρουση (βλ. το από 07-01-2010 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου ...). Ευθύνεται όμως και ο ίδιος ο θανών κατά ποσοστό 30% για τον τραυματισμό του, ο οποίος πιθανόν να αποφεύγετο ή να περιοριζόταν η έκταση των τραυμάτων του, αν φορούσε κράνος. Βαρύνεται επίσης ο παθών, λόγω συντρέχοντος πταίσματος με ποσοστό 20%, γιατί αυτός εμπιστεύθηκε τη μεταφορά του από την οδηγό της προαναφερόμενης μοτοσικλέτας, μολονότι γνώριζε λόγω της σχέσης του με αυτή ότι δεν είχε την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγού για όχημα αντίστοιχο με αυτό που οδηγούσε. Η συνολική συνυπαιτιότητα του συνεπιβαίνοντος στην υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, Δ. Σ. του Ε., για τον τραυματισμό του και το θάνατό του στη συνέχεια ανέρχεται σε 50% (30% για την έλλειψη κράνους και 20% για τη γνώση της έλλειψης άδειας ικανότητας οδηγού της Β. Χ.), αφού τα ως άνω ποσοστά λαμβάνονται υπόψη αθροιστικά, επερχόμενης διπλής μείωσης της αιτούμενης αποζημίωσης (βλ. Κρητικού αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 2008, σελ. 234, ΑΠ 766/07 Νόμος).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός-ένσταση των εναγομένων για το ότι συντρέχει και συνυπαιτιότητα του θανόντα, κατ’ άρθρο 300 ΑΚ, που παραδεκτά πρόβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναλαμβάνουν με αυτοτελή λόγο εφέσεως, κρίνεται ουσιαστικά βάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συνεπεία του θανάτου του Δ. Σ. του Ε., η μητέρα του-ενάγουσα Γ. χήρας Ε. Σ., που είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, κατέβαλε μόνη της για έξοδα κηδείας του υιού της το ποσό των 3.280 ευρώ, το οποίο αναφέρεται στην πράξη της ταφής και την τελετή και είναι ανάλογο προς την κοινωνική θέση του θανόντος (βλ. υπ’ αριθ. 0099/11-1-2010 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του γραφείου τελετών ...). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του συνυπολόγισε στα έξοδα κηδείας την κατασκευή οικογενειακού τάφου (ΑΠ 1590/80), έσφαλε. Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος ανερχόμενο στο 50%, με αποτέλεσμα να επιδικαστεί το υπόλοιπο ποσό 1.640 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο θανών, ηλικίας κατά το χρόνο του θανάτου του 38 ετών, ήταν γιος της πρώτης των εναγόντων και αδελφός του δεύτερου και τρίτου των εναγόντων και ότι οι ενάγοντες, που αποτελούσαν τα μέλη της οικογένειάς του υπέστησαν ψυχική οδύνη. Για την αποκατάσταση της οποίας (οδύνης) το Δικαστήριο, ενόψει των συνθηκών του αυτοκινητικού ατυχήματος, του βαθμού συνυπαιτιότητας του θανόντος, καθώς και της κοινωνικής και σημερινής οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (με εξαίρεση της ασφαλιστικής εταιρίας, η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική - βλ. ΑΠ 1114/2000, ΕλλΔνη 2000. 1591), της κοινής πείρας και λογικής καθώς και ότι δεν πρέπει ούτε να υποβαθμίζεται, αλλά ούτε και να μεγιστοποιείται η απαξία της πράξεως, κρίνει ότι ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, πρέπει να οριστεί: α) για τη μητέρα στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και β) για καθένα από τους αδελφούς στο ποσό των οκτώ χιλιάδων ευρώ (8000). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση επιδίκασε σ’ αυτούς -ενάγοντες- μεγαλύτερα ποσά, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις". Κατόπιν αυτών, αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή της σχετικής εφέσεως των αναιρεσειόντων την πρωτόδικη εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα - αναιρεσείουσα συνολικά το ποσό των 21.640 ευρώ και σε καθένα από τους λοιπούς το ποσό των 8.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Με τις παραδοχές του αυτές το ως άνω δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του αγωγικού κονδυλίου για δαπάνες αποκλειστικής νοσοκόμου συνολικού ύψους 21.430,83 ευρώ, στις οποίες, κατά την αγωγή, υποβλήθηκε ο θανών υιός και αδελφός των αναιρεσειόντων Δ. Ε.. Σ., κατά τη νοσηλεία του στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ... μέχρι του θανάτου του (7-1-2010), το οποίο είχε απορριφθεί πρωτοδίκως και προσεβλήθη κατά το ως άνω κεφάλαιο η απόφαση με σχετικό λόγο εφέσεως. Κατόπιν αυτών, ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Γ., Κ. και Χ. Σ. εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932) (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.). Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στον ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Τούτο, διότι μία απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται, ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια, ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19) η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1438/2015). Στην προκείμενη περίπτωση έτσι που έκρινε το Εφετείο, καθόσον αφορά στο προσβληθέν με την έφεση των αναιρεσειόντων κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης και ειδικότερα στα επιδικασθέντα ποσά των 20.000 ευρώ για την πρώτη αναιρεσείουσα και των 8.000 ευρώ για καθένα από τους λοιπούς, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητος του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα παραπάνω ποσά δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη που δέχθηκε ότι υπέστησαν, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση και υπολείπονται καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων, σε παρόμοιες περιπτώσεις θανατηφόρου τραυματισμού υπέρ των συγγενών του ανυπαίτιου παθόντος, ποσών. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναιρέσεως των ίδιων αναιρεσειόντων εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καλύπτει και την αποδιδόμενη με τον τρίτο λόγο, κατά το τρίτο τμήμα του, πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο, κατά τον υπολογισμό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων -εναγόντων, δεν συνεκτίμησε το ποσοστό της συνυπαιτιότητος των υπευθύνων οδηγών των οχημάτων, με άμεση δικονομική συνέπεια να αξιολογείται ως αλυσιτελής η εξέταση αυτού.

Αντίθετα το δικαστήριο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 914 ΑΚ αναφορικά με τα ποσοστά συνυπαιτιότητος του θύματος που δέχθηκε ότι είχε (30% και 20%), αφού η απόφαση έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ύπαρξη των ανωτέρω ποσοστών συνυπαιτιότητος του θύματος. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά τα: πρώτο και δεύτερο τμήματά του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συμπεριέλαβε στα έξοδα κηδείας (πράξη ταφής και τελετή), τα έξοδα για την αγορά μπομπονιερών, αφού αναφέρεται στα έξοδα ταφής και τελετής, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα για δαπάνη κατασκευής οικογενειακού τάφου. Η πρώτη ενάγουσα-αναιρεσείουσα Γ. Σ., είχε ζητήσει με την από 22-1-2010 με αρ. ...2010 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, όπως αυτή παραδεκτά επισκοπείται, να της επιδικασθεί το ποσό των 4.641 ευρώ για δαπάνη κατασκευής μαρμάρινου μνημείου του θανατωθέντος γιού της, ήτοι για αγορά 30 τ.μ. μαρμάρου χ 130 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, πλέον ΦΠΑ και όχι δαπάνη για την κατασκευή οικογενειακού τάφου, όπως χαρακτηρίσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Το αίτημα αυτό είναι νόμιμο, τελεί δε σε αιτιώδη σχέση με το θάνατο του τέκνου της και συνάδει με τα ήθη και τις αξίες της ελληνικής κοινωνίας. Επομένως, οι σχετικοί: τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το παραπάνω τμήμα του, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον τέταρτο λόγο και αφορούν στη λήψη υπόψη από το δικαστήριο, των αναφερομένων στο αναιρετήριο αποδείξεων σχετικά με τα λοιπά έξοδα κηδείας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. Συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως αναφορικά με το κονδύλιο των 892,50 ευρώ για την αγορά μπομπονιερών.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, α) κατά το μέρος που άφησε αδίκαστη την αίτηση των αναιρεσειόντων αναφορικά με το αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως σ’ αυτούς, κατά το ποσοστό της κληρονομικής του διαδοχής (1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα) του ποσού των 21.430,83 ευρώ, το οποίο δαπάνησαν για την πρόσληψη αποκλειστικών νοσοκόμων κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του θανατωθέντος συγγενούς τους στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ..., β) κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως των ανωτέρω λόγω ψυχικής οδύνης και γ) κατά το κεφάλαιο της μη επιδικάσεως της δαπάνης για την κατασκευή μαρμάρινου μνημείου του θανατωθέντος, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο, αν τούτο είναι δυνατόν, από άλλο δικαστή εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, να διαταχθεί η απόδοση στους καταθέσαντες, των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των ως άνω αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Β. Επί της από 25-7-2016 με αρ. καταθέσεως 16/2016 αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία: "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ". Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το ως άνω αναιρεσείον υπ’ αριθμ. ... /29-11-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς την τέταρτη αναιρεσίβλητη Ζ. Κ. Π.. Η τελευταία όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτησή της, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να δικασθεί ερήμην, να ερευνηθεί όμως η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με το άρθρο τέταρτο παρ. γ’ του

Ν. 4092/2012, που ισχύει από 8-11-2012, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του Ν. 489/1976 (που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986), όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 37 παρ. 26 του Ν. 2496/1997 και εισήχθησαν ρυθμίσεις, ως προς την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου, βάσει των οποίων: α) τέθηκε ως ανώτατο όριο στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, β) ειδικά για την περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου εξαιτίας ατυχήματος που προκλήθηκε από αυτοκίνητο καλυπτόμενο, ως προς την αστική ευθύνη έναντι τρίτων, από ασφαλιστική εταιρεία, η οποία πτώχευσε ή της οποίας ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας ή η εκτέλεση σε βάρος της απέβη άκαρπη, ορίστηκε κλιμακωτά η υποχρέωσή του να καταβάλει την αποζημίωση που επιδικάσθηκε (με ανώτατο όριο 100.000 ευρώ), με εξαίρεση για τα πρόσωπα που ζημιώθηκαν με αναπηρία και γ) ορίστηκε ότι οι ρυθμίσεις αυτές καταλαμβάνουν και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως, να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικασθεί με οριστική δικαστική απόφαση. Επίσης, με άλλο εδάφιο στην ίδια γ’ παράγραφο του άρθρου αυτού, διατηρήθηκε η πρόβλεψη ότι οι τόκοι που βαρύνουν το Επικουρικό Κεφάλαιο για την καταβολή αποζημιώσεων και χρηματικών ικανοποιήσεων, υπολογίζονται με επιτόκιο 6% ετησίως που μπορεί να μεταβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος. Όμως οι νέες αυτές διατάξεις είναι αντίθετες: 1) όσον αφορά εκείνες, με τις οποίες εισάγεται περιορισμός στα ποσά που επιδικάζονται ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης (ή ηθικής βλάβης), έναντι του αναιρεσείοντος, στην παρ. 1 του άρθρου 3 της οδηγίας 72/166 του Συμβουλίου της 24-4-1972 και στην παρ. 4 του άρθρου 1 της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ), αλλά και στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος, ενώ, κατά το μέρος που η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ήδη γεννημένες αξιώσεις κατά του αναιρεσείοντος, αντίκειται στα άρθρα 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε εκ νέου (μαζί με την Σύμβαση ) με το Ν.Δ. 53/1979 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων ισχύ (Ολ.ΑΠ 4/2017) και 2) όσον αφορά εκείνες που περιορίζουν το ύψος του επιτοκίου, στα άρθρα 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Συντάγματος, 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν. 2462/1997) και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ολ.ΑΠ 4 και 3/2017).

Με την προαναφερόμενη κρίση του το Εφετείο, δηλαδή με το να μην εφαρμόσει τις ανωτέρω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 4092/2012, που τροποποίησαν το άρθρο 19 του Ν. 489/1976, κατά το μέρος που περιορίζουν την οφειλόμενη από το αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και το ποσοστό των τόκων, δεν παραβίασε ευθέως το νόμο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ομοίως απορριπτέος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεώς του εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια της απορρίψεως από το δικαστήριο της ουσίας των ίδιων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, που επανέφερε στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, διότι πρόκειται περί μη νομίμων ισχυρισμών.

Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α’ ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως, ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του παραπάνω σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας όπου και εκκρεμεί.

Στην προκειμένη περίπτωση το ίδιο δικαστήριο, αναφορικά με την τέταρτη αναιρεσίβλητη Ζ. Π. δέχθηκε τα ακόλουθα: "Tέλος αποδείχθηκε ότι από την ένδικη σύγκρουση το υπ’ αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος ενάγων της από 20-4-2011 συνεκδικαζόμενης τρίτης αγωγής, Δ. Α. του Κ., ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας της αυτής αγωγής Ζ. Π., υπέστη φθορές, για την αποκατάσταση των οποίων η τελευταία δαπάνησε το συνολικό ποσό των 1.798,39 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, σύμφωνα με τα υπ’ αριθμ. .../5-9-2009 τιμολόγια και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", επίσημο έμπορο PEUGEOT Αιτωλοακαρνανίας. Εξ άλλου, συνεπεία της μη πλήρους (με την επισκευή) επαναφοράς του ζημιωθέντος αυτοκινήτου της πρώτης ενάγουσας της από 20-4-2011 αγωγής στην κατάσταση που ήταν πριν από τη σύγκρουση, αλλά και της επιφύλαξης που δημιουργεί πλέον στους αγοραστές η προοπτική αγοράς βλαβέντος αυτοκινήτου... εκτιμάται ότι μειώθηκε η κατά το χρόνο εκείνο εμπορική αξία του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου της ενάγουσας, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 20.000 €, λαμβανομένης υπ’ όψη της κατάστασής του πριν το ατύχημα, σε συνδυασμό με τη μικρή έκταση των ζημιών που έπαθε, αλλά και της επιμελημένης επισκευής του με καινούργια απαλλακτικά, στην επίσημη αντιπροσωπεία της PEUGEOT κατά το ποσό των 500 ευρώ. Επομένως, η πρώτη ενάγουσα της από 20.4.2011 αγωγής ζημιώθηκε συνολικά το ποσό των (1798,39 + 500) = 2.298,39 ευρώ λόγω των βλαβών που προκλήθηκαν στο ανωτέρω αυτοκίνητό της. Από το ανωτέρω ποσό ωστόσο θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσοστό συνυπαιτιότητας του δεύτερου ενάγοντος της αυτής αγωγής, το οποίο ανέρχεται στο 40% και επιδικασθεί το υπόλοιπο ποσό των 1.379 ευρώ. Εξάλλου, η εν λόγω ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, από τη στενοχώρια που βίωσε στη θέα των φθορών του αυτοκινήτου της, για την αποκατάστασή της οποίας -λαμβανομένων υπόψη όλων των προαναφερομένων προσδιοριστικών στοιχείων και κυρίως της συνυπαιτιότητας του προστηθέντος οδηγού του αυτοκινήτου της- πρέπει να της επιδικασθεί το ποσό των 500 ευρώ. Συνακόλουθα, το σύνολο της θετικής και αποθετικής της ζημίας ανέρχεται στο ποσό των 1.879 ευρώ (1.379 + 500)" και με τις παραδοχές αυτές επιδίκασε στην ως άνω ενάγουσα, αναγνωριστικώς, το παραπάνω ποσό.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, στον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου περί ποσοστιαίας μειώσεως του ποσού της αποζημιώσεως κατά το άρθρο 19 παρ. 2 του ΠΔ 237/1986, επιδίκασε στην τέταρτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.879 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το ζήτημα αυτό, αν δηλαδή η επίμαχη νέα ρύθμιση του άρθρου 4 παρ. γ’ του Ν. 4092/2012, με την οποία περιορίζεται το όριο της ευθύνης του αναιρεσείοντος, ως προς το ύψος της αποζημιώσεως που πρέπει να καταβάλει στον παθόντα, κατά τα προαναφερόμενα, είναι ή όχι αντίθετη με τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Ενωσιακού δικαίου, αφού χαρακτηρίστηκε γενικότερου ενδιαφέροντος, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμ. 1780/1.11.2017 απόφαση του παρόντος Δ’ Πολιτικού Τμήματος αυτού, που ήταν γνωστή όταν έγινε η διάσκεψη για την επίδικη υπόθεση.

Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και προκειμένου να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει εύλογα, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην μείζονα σκέψη. Κατόπιν αυτού, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσης δίκης ως προς το εν λόγω ζήτημα, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.

Στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχει καταθέσει το αναιρεσείον, καθώς και για τα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναιρέσεως κατά το προαναφερόμενο μέρος που έχει παραπεμφθεί στην Ολομέλεια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από: 6-11-2015 με αριθμό καταθέσεως …/2015 και από 25-7-2016 με αριθμό καταθέσεως …/2016, αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων: 1) Γ. χας Ε. Σ., Κ. Ε. Σ. και Χ. Ε. Σ. και 2) Επικουρικού Κεφαλαίου, αντίστοιχα, κατά της υπ’ αριθμ. 12/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Αναιρεί την παραπάνω απόφαση κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τα παραπάνω κεφάλαιά της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή των καταβληθέντων για την άσκηση της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως (υπ’ αριθμ. …/2015), παραβόλων στους καταθέσαντες.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην ως άνω αίτηση αναιρέσεως, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Απορρίπτει τη δεύτερη (υπ’ αριθμ. …/2016) αίτηση αναιρέσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Αναβάλλει, κατά τα λοιπά, τη συζήτηση αυτής μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσης ζήτημα, που έχει παραπεμφθεί σ’ αυτή με την υπ’ αριθμ. 1780/2017 απόφαση του Δ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ