448/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 448 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated448/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 448 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 448 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 448/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. συζύγου Κ. Χ. κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημηνίκο.
Των αναιρεσιβλήτων :1. Β. Σ. του Π. και 2. Ε. χας Π. Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Παπαϊωάννου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-1993 αγωγή της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 279/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-03 -2015 αίτησή της και τους από 23-9-2015 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 06-04-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ’ άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται: "Αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς" (αρ. 1). Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ο λόγος αυτός ιδρύεται, για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνος, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντιστρόφως, ως και αν το δικαστήριο προέβη σε εννοιολογική διαστρέβλωση ουσιαστικού κανόνος. Εξετέρου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητος, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν. Περαιτέρω, αναίρεση επιτρέπεται (και) "αν το δικαστήριο παρά το νόμο... δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (αρ. 8), "αν το δικαστήριο ... άφησε αίτηση αδίκαστη" (αρ. 9), "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες..." (αρ.19) και "αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό" (αρ. 20).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στην υπ’ αρ. 9 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δοθέντος ότι, μετ’ εξαφάνιση της εκκληθείσης αποφάσεως, δεν αντιμετώπισε (και) την επικουρική αγωγική (του αδικαιολογήτου πλουτισμού) βάση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, (ανεξαρτήτως του ότι εμφιλοχωρεί αοριστία του, μη αρκούντος του εκτιθεμένου, ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι κατέστησαν πλουσιότεροι άνευ νομίμου αιτίας και ειδικότερα, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, ότι παρετέθησαν περιστατικά συγκεκριμένα και ιδιαίτερα προς στήριξη της επικουρικής αυτής βάσεως, ούτως ώστε να καθίστατο λυσιτελής τυχόν ενασχόληση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, της κυρίας βάσεως της αγωγής απορριφθείσης κατ’ ουσίαν, εν πάση περιπτώσει), κατ’ επιτρεπτή επισκόπηση, η εν λόγω επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι μη νόμιμη, υπό το δεδομένο της μη αναφοράς στο δικόγραφο της κρισιολογηθείσης αγωγής ιδιαιτέρων και συγκεκριμένων περιστατικών ως ερείσματος αυτής, μη, επομένως, υπέχοντος του δικαστηρίου της ουσίας την υποχρέωση αντίστοιχης απαντήσεως.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψιν την προειπωθείσα επικουρική αγωγική βάση και υπέπεσε στο κατ’ άρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ σφάλμα. Ο λόγος αυτός ενέχει αβασιμότητα, η οποία αναγκαίως συνέχεται με τα αναπτυσσόμενα ανωτέρω, καθόσον αφορά στον πρώτο λόγο αναιρέσεως. IV. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι στην πληττομένη απόφασή του δεν διέλαβε αιτιολογία ως προς την προρρηθείσα επικουρική αγωγική βάση και υπέπεσε στην κατ’ άρθρ.559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εντασσόμενος, ειδικότερα, στο ίδιο εννοιολογικό πεδίο αβασιμότητος με τους δύο προηγουμένους λόγους αναιρέσεως, έναντι των οποίων τελεί σε αναγκαία συνάφεια και αλληλουχία, ήτοι το Εφετείο δεν υπείχε υποχρέωση απαντήσεως στα μη νόμιμα, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
V. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του "διολίσθησε" στην κατ’ άρθρ.559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια, ότι παρεβίασε διά της μη εφαρμογής τους τα άρθρα 904, 908 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος με πεμπτουσία και εν προκειμένω της δικανικής κρίσεως, η οποία ενέχει ταυτοσημότητα με τα αναπτυσσόμενα εν σχέσει προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως. VI. Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του α) εσφαλμένως υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στην έννοια της καλής πίστεως του άρθρου 1100 ΑΚ και όχι στο άρθρο 1098 ΑΚ, (το οποίον αναφέρεται στην έννοια του κακοπίστου νομέως), β) ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του δικογράφου αγωγής αυτής (νυν αναιρεσείουσας) ακυρώσεως διαθήκης της μητέρας της δια της παραδοχής περί μη περιγραφής στο δικόγραφο της αγωγής εκείνης των κληρονομιαίων ακινήτων, τα οποία (κατά την αναιρεσείουσα) λεπτομερώς περιγράφονται και γ) εσφαλμένως εφήρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθόσον αφορά στην εκληφθείσα ως καλοπιστία των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) μέχρι την αμετάκλητη ακύρωση της εν λόγω διαθήκης κι έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη υπ’ αρ. 1 στις περιπτώσεις α) και γ) και υπ’ αρ. 20 στην περίπτωση β). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον γίνεται αναφορά στην εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής (των ανωτέρω α) και γ) περιπτώσεων), διότι ερείδεται επί λανθασμένης προϋποθέσεως, ήτοι εδώ η κακή και καλή πίστις του νομέως, που μνημονεύεται στα άρθρα 1098 και 1100 ΑΚ, αντιστοίχως, δεν κατηγοριοποιούνται ως αόριστες νομικές έννοιες, επιβοηθητικώς ερμηνεύσιμες με την "επιστράτευση" των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, παρά τα όσα αντιστοίχως αιτιάται η αναιρεσείουσα, αβασίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Περαιτέρω, ως προς την φερομένη πλημμέλεια της ανωτέρω περιπτώσεως β) ο λόγος αναιρέσεως πλήττεται από αβασιμότητα, διότι, όπως επιτρεπτώς επισκοπείται, το Εφετείο δεν στήριξε κυρίως την κρίση του επί του συγκεκριμένου σημείου. Ειδικότερα, οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Η μητέρα της ενάγουσας, Χ. Σ., θυγατέρα Ν. Χ. Χ., απεβίωσε στις 2-6-1946, σε ηλικία 22 ετών, λίγες ημέρες μετά την γέννηση της ενάγουσας, στις 12-5-1946. Δυνάμει της με αριθμό .../1-6-1946 δημόσιας διαθήκης (που συντάχθηκε μία μέρα πριν τον θάνατο της) του συμβολαιογράφου Λάρισας, Π. Γ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα, η μητέρα της ενάγουσας εγκαθιστούσε την τελευταία κληρονόμο της στο υπό στοιχείο 10 κατωτέρω αναφερόμενο κληροτεμάχιο, ενώ όλη την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία της κατέλιπε στο σύζυγο της, Π. Σ., που απεβίωσε το 1976 και με τον οποίο είχε νυμφευφθεί ένα χρόνο πριν τον θάνατο της. Ο τελευταίος νυμφεύθηκε το έτος 1952 τη δεύτερη εναγόμενη, σύζυγο του, Ε. χα Π. Σ. και το έτος 1953 απέκτησαν τον γιο τους, δεύτερο εναγόμενο, Β. Σ.. Η ανωτέρω θανούσα, κατά το χρόνο του θανάτου της, στις 2-6-1946, είχε, στην κατοχή της δεκατρία (13) ακίνητα - κληροτεμάχια και πιο ειδικότερα: 1) αγρό στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας Ζαππείου Ν. Λάρισας, με αριθμό ... της
ΙΙΙα κατηγορίας, εκτάσεως 27.000 τ.μ, οριζόμενο με όμοιους Ι. Γ., Τ. Π., Α. Χ. και δρόμο, 2) αγρό, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Ζαππείου, με αριθμό ..., της Ια κατηγορίας, εκτάσεως 25.000 τ.μ., οριζόμενο με αγρούς Γ. Γ., Ν. Χ., Γ. Σ. και αγροτικό δρόμο, 3) λαχανόκηπο, εκτάσεως 1.911 τ.μ. με αριθμό ... κείμενο στην κτηματική περιφέρεια Ζαππείου, οριζόμενο με όμοιους Γ. Σ., Κ. Κ., Α. Γ. και αγροτικό δρόμο, 4) αμπελότοπο, κείμενο στην κτηματική περιφέρεια Ζαππείου, με αριθμό τεμαχίου 199, εκτάσεως 2.000 τ.μ. οριζόμενο με όμοιους Δ. Κ., Γ. Σ., Θ. Δ. και δρόμο, 5) αγρό στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Ζαππείου, με αριθμό ..., της Ι κατηγορίας, εκτάσεως 5.000 τ.μ., οριζόμενο με όμοιους Μ. Κ., Ε. Δ., Κ. Π. και δρόμο, 6) αγρό, στη θέση "..." την κτηματικής περιφέρειας Ζαππείου, με αριθμό ... της Ι κατηγορίας, εκτάσεως 5.000 τ.μ. οριζόμενο με όμοιους Δ. Ν., Α. Γ., Ε. Π. και δρόμο, 7) οικόπεδο, κείμενο στο χωριό Ζάππειο Ν. Λάρισας, με αριθμό ..., εκτάσεως 992 τ.μ. οριζόμενο προς βορρά με ιδιοκτησία Α. Α., προς νότο με αγροτικό δρόμο, προς δυσμάς με ιδιοκτησία Κ. Γ. και προς ανατολάς με κοινοτική έκταση, 8) αγρό στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... (πρώην ...), με αριθμό ... της Ι κατηγορίας, εκτάσεως 42.840 τ.μ. οριζόμενο με όμοιους Ι. Μ., Δ. Ν., δρόμο, Δ. συζ. Δ. Γ. και όρια Κοινότητας Ζαππείου, 9) αγρό στη θέση "..." ή "..." της Κτηματικής περιφέρειας ..., με αριθμό ... της II κατηγορίας, εκτάσεως 56.265 τ.μ. οριζόμενο με όμοιους Γ. συζ. Γ. Μ., Δ. Χ. Δ. Ι., Δ. Β., Χ. Π. και δρόμο, 10) αγρό στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., με αριθμό ... της III κατηγορίας, εκτάσεως 49.710 τ.μ οριζόμενο με όμοιους Δ. Μ., Χ. Σ., ρέμα και αγροτικό δρόμο, 11) το 1/3 εξ αδιαιρέτου επί αγρού στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., με αριθμό ... της Ι κατηγορίας, εκτάσεως 45.978 τ.μ, οριζόμενου με όμοιους Ν. Ν., Ι. Γ., δρόμο και ρέμα, 12) το 1/3 εξ αδιαιρέτου επί αγρού κείμενου στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., με αριθμό ... της II κατηγορίας, εκτάσεως 53.856 τ.μ. οριζόμενου με όμοιους Π., Γ. Α., Τ., Λ. Σ. και δρόμο και 13) το 1/3 εξ αδιαιρέτου αγρού, κείμενου στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., με αριθμό ... της III κατηγορίας, εκτάσεως 49.710 τ.μ. οριζόμενου με όμοιους Ε. συζ. Π. Κ., Κ. Κ., Α. Γ. και δρόμο. Μετά την ενηλικίωση της ενάγουσας, (12-5-1967), ο πατέρας της, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../9-12-1967 προσυμφώνου συστάσεως προικός του συμβολαιογράφου Λάρισας, Σ. Μ., ανέλαβε την υποχρέωση να συστήσει υπέρ αυτής ως προίκα τα ανωτέρω υπό στοιχεία 1 και 2 κληροτεμάχια, συνολικής εκτάσεως 52 στρεμμάτων καθώς και σε ένα ακίνητο στην οδό ... της Λάρισας αποτελούμενο από τον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, μη αποπερατωμένο, το οποίο θα αποπεράτωνε ο ίδιος, συνολικού εμβαδού 208 τ. μ. και το αντίστοιχο δικαίωμα υψούν ενός ακόμα όμοιου ορόφου υπεράνω του προηγούμενου με το αναλογούν 50% του οικοπέδου αυτού, παραχώρησε δε σε αυτή τη νομή τους, επιπλέον δε, την ίδια ημέρα, μεταξύ της ενάγουσας και του πατρός της καταρτίσθηκε το υπ’ αριθμ. .../9-12-1967 προσύμφωνο ανταλλαγής αγρών του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, δυνάμει του οποίου ο μεν Π. Σ. αναλάμβανε την υποχρέωση να ανταλλάξει το ιδανικό του μερίδιο εξ 1/3 εξ αδιαιρέτου επί των υπό στοιχεία ... κληροτεμαχίων, με το υπό στοιχείο 10 κληροτεμάχιο, ίσης εκτάσεως (50 στρεμμάτων περίπου), που περιήλθε σε αυτή, με την προαναφερθείσα διαθήκη της μητέρας της και η οποία αναλάμβανε ομοίως την υποχρέωση να του μεταβιβάσει το τελευταίο κληροτεμάχιο, αυθημερόν δε αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι παρέδωσαν εκατέρωθεν τη νομή των ανταλλαχθέντων κληροτεμαχίων. Μετά τον γάμο της (το 1968) η ενάγουσα, που έως τότε διέμενε στην οικία του πατέρα της με την νέα οικογένεια του, εγκαταστάθηκε στην οικία του συζύγου της και πήρε υπό την εκμετάλλευση της όλα τα ακίνητα που της έδωσε ο πατέρας της, δηλαδή το άνω ακίνητο και 102 στρέμματα χωράφια, τα οποία εκμεταλλεύεται αδιατάρακτα μέχρι και σήμερα. Ο δε δικαιοπάροχος των εναγομένων Π. Σ. συνέχισε να κατέχει και να νέμεται ανενόχλητα, αποκλειστικά για τον εαυτό του, την εναπομείνασα εξ 160 στρεμμάτων περίπου περιουσία του, εκμεταλλευόμενος αυτή με καλλιέργεια σιτηρών και αποκομίζοντας τους καρπούς αυτών των αγρών του. Η ως άνω πραγματική και νομική κατάσταση, αναφορικά με τα προμνησθέντα κληροτεμάχια, διατηρήθηκε μέχρι το θάνατο του Π. Σ., ο οποίος απεβίωσε στις 10-10-1976, χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, την ενάγουσα και τους εναγομένους. Οι εναγόμενοι μετά το θάνατο του Π. Σ., συνέχισαν την νομή των ως άνω αγροτεμαχίων, που απέμειναν στο δικαιοπάροχό τους, υπό τα όμματα της ενάγουσας πιστεύοντας ότι αυτά ανήκουν μόνον σε αυτούς, καθόσον ουδέποτε η ενάγουσα είχε εκφράσει αντιρρήσεις, είχε δε λάβει κατά το γάμο της ακίνητα σημαντικής επίσης αξίας κατά τα προαναφερθέντα, δεν αποδείχθηκε δε ότι γνώριζαν περί της διαθήκης της μητέρας της, ώστε να τους δημιουργηθεί η υποψία ή η αμφιβολία, ότι τα επίδικα δεν τους ανήκουν. Οι σχέσεις των διαδίκων, μέχρι το έτος 1980, ήταν πολύ καλές, και η ενάγουσα, η οποία αντίθετα ήταν σε γνώση της διαθήκης της μητέρας της τουλάχιστον από το έτος 1967, που συμβλήθηκε στα ως άνω συμβόλαια, δεν αποδείχθηκε ότι είχε αναφέρει το παραμικρό ούτε για την ύπαρξη ούτε για ακυρότητα της διαθήκης της μητέρας της, ούτε για το ποια ακίνητα περιελάμβανε αυτή, ούτε για το κληρονομικό της δικαίωμα επί της πατρικής περιουσίας. Οι εναγόμενοι, έως το 1980, δεν γνώριζαν ούτε είχαν πληροφορηθεί με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω και είχαν την ειλικρινή πεποίθηση ότι όλα τα ακίνητα ήταν ακίνητα που ανήκαν στον δικαιοπάροχό τους Π. Σ., ο οποίος τα κατείχε και τα νεμόταν αποκλειστικά για τον εαυτό του, καθώς η ενάγουσα είχε συμφωνήσει μ’ αυτόν και είχε λάβει με τα ανωτέρω προσύμφωνα αυτά που προορίζονταν για αυτή, εξαντλώντας ό,τι δικαιούταν από την περιουσία του. Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, η ενάγουσα, ύστερα από 34 χρόνια από τη σύνταξη της διαθήκης και 13 χρόνια από την ενηλικίωση της, αμφισβήτησε το κύρος της διαθήκης και άσκησε την από 15-12-1980 αγωγή της (αριθμ. κατάθεσης ...20-12-1980) κατά των εναγομένων, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της υπ’ αριθμ. .../1-6-1946 δημόσιας διαθήκης της μητέρας της, για το λόγο ότι αυτή, κατά το χρόνο, που φερόταν ότι είχε προβεί στη σύνταξη της, δεν είχε συνείδηση των πραττομένων της, λόγω της ασθένειας, από την οποία έπασχε (επιλόχιος πυρετός - σηψαιμία κλπ.) και ήταν η αιτία, ένεκα της οποίας κατέληξε την επομένη της κατάρτισης της ως άνω διάταξης τελευταίας βούλησης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν η με αριθμό ...1981 προδικαστική και ακολούθως η με αριθμό 513/1987 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της ως άνω διαθήκης και, μετά την απόρριψη της εκ μέρους των εναγομένων ασκηθείσας εφέσεως, δυνάμει της με αριθμό 296/1989 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου κρίθηκε τελεσίδικα η ακυρότητα της προαναφερθείσας διαθήκης. Ακολούθως, μετά την εκ μέρους των εναγομένων άσκηση αίτησης αναιρέσεως, εκδόθηκε η με αριθμό 990/1990 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανήρεσε την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου εξαφάνισε την προαναφερθείσα πρωτόδικη απόφαση, κατά μερική παραδοχή της εφέσεως των ήδη εναγομένων και παρέπεμψε την υπόθεση στο Δ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου προς εκδίκαση, το οποίο δυνάμει της υπ’ αριθμ.1029/1991 απόφασης του έταξε αποδείξεις και, ακολούθως, δυνάμει της με αριθμό 483/1993 απόφασης του, έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας και αναγνώρισε την ακυρότητα της υπ’ αριθμ. .../1-6-1946 δημόσιας διαθήκης της μητέρας της. Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης και την αναγνώριση της ακυρότητας της προαναφερθείσας διαθήκης, η ενάγουσα προέβη στη σύνταξη της υπ’ αρίθμ....28-9-1993 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκε από το συμβολαιογράφο Λάρισας, Β. Ν. και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας, στον τόμο … και στον ..., δυνάμει της οποίας αποδεχόταν την εξ αδιαθέτου επαχθείσα σε αυτή κληρονομιά της μητέρας της, Χ. Σ., αναφορικά με τα υπό στοιχεία ... κληροτεμάχια. Η ενάγουσα, δυνάμει της υπ’ αριθμ.169/1996, ήδη αμετάκλητης (μετά την απόρριψη της αναίρεσης που άσκησαν οι εναγόμενοι με την υπ’ αριθ. 467/2008 απόφαση του Π Τμήματος του Αρείου Πάγου επί της 813/2005 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό), απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε επί της υπ’ αριθμ..../26.09.1994 αναγνωριστικής του κληρονομικού δικαιώματος και διεκδικητικής αγωγής της, έχει αναγνωρισθεί κυρία, κατά τρόπο πρωτότυπο, δι’ εκτάκτου χρησικτησίας, των 3/4 εξ αδιαιρέτου τόσο των υπό στοιχεία ... κληροτεμαχίων, όσο και των υπό στοιχεία ... αγροτεμαχίων, εκτάσεως 19.863, 48.095 και 75.714 τ.μ. αντίστοιχα, που αποκτήθηκαν από τους εναγομένους, διά της εισφοράς στον κατά το 1983 αναδασμό του αγροκτήματος ... Λάρισας (πρώην ...) των υπό στοιχεία ... κληροτεμαχίων, οι δε εναγόμενοι, δυνάμει της ίδιας απόφασης, υποχρεώθηκαν να της αποδώσουν το ως άνω ιδανικό μερίδιο στα ακίνητα (επισημαίνεται ότι με την ίδια απόφαση κρίθηκε παρεμπιπτόντως ότι η ενάγουσα κατέστη με πρωτότυπο τρόπο αποκλειστική κυρία και επί των υπολοίπων υπό στοιχεία ... κληροτεμαχίων). Η υπ’ αριθ. 813/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό επί της προαναφερομένης αγωγής, έκρινε μεταξύ άλλων, παρεμπιπτόντως, ότι η αγωγή είναι νόμιμη μόνον ως προς την επικουρική της βάση (κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία) και για το χρόνο χρησικτησίας μετά την 23.05.1968, δεχόμενη ειδικότερα ότι "ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας και μετά τον θάνατο αυτού οι εναγόμενοι ασκούσαν εμφανείς πράξεις συννομής όπως και η ενάγουσα δηλ. τις προσιδιάζουσες στη φύση των ακινήτων (καλλιέργεια κυρίως με δημητριακά, φροντίδα και άλλα) υπολαμβάνοντας ότι είναι αληθινοί κληρονόμοι δυνάμει της ως άνω διαθήκης που τελικά κηρύχθηκε άκυρη" και ότι "επί πλέον δε μέχρι την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου (1993), με την οποία αναγνωρίστηκε ως άκυρη η διαθήκη, η ενάγουσα πίστευε στην ακυρότητα και οι εναγόμενοι προσδοκούσαν το αντίθετο δηλ, την απόρριψη της σχετικής αγωγής". Εξ’ όλων αυτών προκύπτει ότι οι εναγόμενοι, που βρίσκονται, από το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, το έτος 1976, στη συννομή των άνω κληροτεμαχίων, τελούσαν τουλάχιστον έως το έτος 1993, που εκδόθηκε (στις 11-6-1993) η ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου (483/1993) για την ακυρότητα της διαθήκης, σε καλή πίστη, αμφισβητώντας καλόπιστα το κατά πόσο η ενάγουσα δικαιωματικά ασκούσε τις αξιώσεις της, καθώς έως τότε βάσιμα προσδοκούσαν την απόρριψη της αγωγής ακυρότητας της διαθήκης. Όπως σημειώθηκε και ανωτέρω, μέχρι το έτος 1980 οι εναγόμενοι είχαν άγνοια για την ύπαρξη διαθήκης και την προέλευση της περιουσίας του δικαιοπαρόχου τους και η καλόπιστη νομή τους στα επίδικα από το 1976, στηρίζονταν στο ότι η ενάγουσα είχε λάβει από την περιουσία του πατέρα τους σημαντική κατά τ’ άνω περιουσία και ό,τι απέμεινε, προορίζονταν για αυτούς. Μέχρι το 1993 οι εναγόμενοι νέμονταν τα επίδικα πάντα ως περιουσία τους προερχόμενη από τον Π. Σ., καθόσον και η επίμαχη διαθήκη μέχρι τότε ήταν έγκυρη. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το δικαίωμα της ενάγουσας για ωφελήματα στηρίζεται στην κακή πίστη των εναγομένων ως κληρονόμων του νομέα κληρονομιάς και όχι στην πράγματι υφιστάμενη (εκ των ανωτέρω περιστατικών των συνθηκών τέλεσης της διαθήκης) κακή πίστη αυτού, του νομέα της κληρονομιάς Π. Σ., για την καλή ή κακή πίστη του οποίου τίποτε σχετικό δεν περιλαμβάνεται στην υπό κρίση αγωγή. Οι εναγόμενοι, ως κληρονομήσαντες νομέα κακής πίστεως, εφόσον σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αγνοούσαν ότι ο κληρονομούμενος δεν ήταν κύριος των ανωτέρω ακινήτων, είχαν δε οι ίδιοι την πεποίθηση ότι κατέστησαν κύριοι αυτών, αποκτούν ως καλής πίστεως νομείς την κυριότητα των καρπών. Κατ’ ακολουθία αυτών, οι εναγόμενοι νέμονταν καλόπιστα, τουλάχιστον μέχρι τις 11-6-1993 που δημοσιεύθηκε η ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου και λάμβαναν τους καρπούς των επιδίκων ακινήτων ως καλής πίστεως νομείς. Την ανωτέρω καλή πίστη των εναγομένων βεβαιώνει και ο μάρτυράς τους Β. Σ. του Γ., ενώπιον του εισηγητού δικαστού, αναφέροντας τα εξής: "Και ο ξάδερφος μου και η θεία μου πίστευαν ότι επειδή όταν παντρεύτηκε η Φ. είχε προικισθεί με χωράφια και διαμερίσματα, πίστευαν ότι είχε εξαντλήσει το κληρονομικό της μερίδιο και δεν θα απαιτούσε τίποτα άλλο. Μέχρι που τελείωσαν τα δικαστήρια ο ξάδελφος μου και η μητέρα του πίστευαν ότι αυτά θα ήταν δικά τους" (βλ. την υπ’ αριθ. 40/2011 εισηγητική έκθεση). Η κατάθεση αυτού δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, συζύγου της, ο οποίος καταθέτει ότι η γνώση των εναγομένων προκύπτει από την υπ’ αριθμ.513/1987 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που αφορά την άσκηση της αγωγής ακυρότητας της διαθήκης, καθόσον από την επισκόπηση αυτής δεν προκύπτει η ερευνώμενη εν προκειμένω, κακή πίστη των εναγομένων. Άλλωστε, εφόσον η εναντίον του καλής πίστης νομέα άσκηση διεκδικητικής αγωγής δεν αποκλείει από μόνη της την εξακολούθηση της άσκησης της νομής του με καλή πίστη (ΑΠ 281/2010 Δημ. ΤΝΠ Νόμος), πόσο μάλλον δεν την απέκλειε η άσκηση της ως άνω περί ακυρότητας της διαθήκης αγωγή, στην οποία ούτε καν τα κληρονομούμενα ακίνητα περιγράφονται.
Συνεπώς, εφόσον οι εναγόμενοι βρίσκονταν καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα (1987 έως 1993) σε καλή πίστη, δεν υπάρχει υποχρέωση τους για απόδοση ωφελημάτων για το πριν την επίδοση σ’ αυτούς (30.12.1993) της ένδικης 23.12.1993 και με αριθμό καταθέσεως .../29.12.1993 αγωγής. Πρέπει να σημειωθεί τέλος ότι οι εναγόμενοι μετά την έκδοση της 169/1996 απόφασης συμμορφώθηκαν προς το περιεχόμενο της και έχουν αποδώσει από το έτος 1996 το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της στα επίδικα. Κατ’ ακολουθία όλων αυτών πρέπει η αγωγή της ενάγουσας να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Η προηγηθείσα αυτή επισκόπηση των παραδοχών καταδεικνύει, όπως προαναφέρεται, την αβασιμότητα της διαλαμβανομένης στην ανωτέρω περίπτωση β) αιτιάσεως, του Εφετείου μη επ’ αυτής εστιάσαντος κυρίως την κρίση του, κατά τα άνω εκτιθέμενα. VII. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στο κατ’ άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ ατόπημα εξαιτίας του ότι, διά της υπαγωγής των ανελέγκτως δεκτών γενομένων πραγματικών περιστατικών στην ΑΚ 1100, δεν εφήρμοσε και γιαυτό παρεβίασε την περί κοινωνίας δικαιώματος διάταξη του άρθρου 786 ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, μη συντρέξασας περιπτώσεως εφαρμογής του εν θέματι άρθρου, όπως αδιστάκτως καταδεικνύεται από την ενδελεχή επισκόπηση των παραδοχών, κατά τα σε αυτές διαλαμβανόμενα και ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά. Η δε υπαγωγή αυτών στην διάταξη του άρθρου 1100 ΑΚ συνιστά το προσήκον νομικό "ένδυμα" χωρίς διαστρεβλωτικές παραδοχές, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αδοκίμως όμως, όπως προεκτίθεται.
VIII. Με τον δεύτερο (τελευταίο) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως επιχειρείται εκ μέρους της αναιρεσείουσας να θεμελιωθεί αυτός στην ευθεία παραβίαση των άρθρων 1098 και 1100 ΑΚ και επομένως στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με έρεισμα, εν τούτοις, την λανθασμένη προϋπόθεση της φερομένης ως αόριστης και κατά την εξειδίκευσή της παραβιασθείσης νομικής έννοιας της καλής πίστεως (κατ’ αντιδιαστολήν με αυτήν της κακής πίστεως) των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων. Γιαυτό και είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός αναιρέσεως (2ος τελευταίος πρόσθετος), όπως ταυτοσήμως αναλύεται στην θεματική ενότητα του πέμπτου λόγου αναιρέσεως. VIV. Κατά συνέπεια, πρέπει, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου αναιρέσεως ή προσθέτου λόγου αναιρέσεως, συμφώνως προς το διατακτικό, να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, στην ηττωμένη αναιρεσείουσα και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2, 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2015 αίτηση και το από 23-9-2015 δικόγραφο των προσθέτων λόγων της Φ. Χ. περί αναιρέσεως της 40/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700 €).
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ