448/2014448/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 448 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 448/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη ...
Απόφαση 448 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 448/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Σ., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σωτηρίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Φεβρουαρίου 1996 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 369/1996 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 333/1998 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2 Οκτωβρίου 1998 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 22 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 975 παρ. 1 εδάφ. 5 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 16 παρ. 6 του Ν. 2479/1997 στην πέμπτη σειρά κατατάσσονται οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα, εφόσον προέκυψαν από ενέργειες που έγιναν μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ενώπιον δικαστηρίων και έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη απόφαση. Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως συνάγεται σαφής ότι το προαναφερόμενο προνόμιο θεσπίζεται μόνο για τις απαιτήσεις αμοιβών των δικηγόρων που προέρχονται από δικαστηριακή δραστηριότητα, κατ' ακολουθία εντολής, που δεν συνεπάγεται μόνιμη απασχόληση με πάγια αντιμισθία. Ο προσδιορισμός δε, ως προνομιακών, των αμοιβών των δικηγόρων που "προέκυψαν από ενέργειες ενώπιον δικαστηρίων", έχει σαφή την έννοια του αποκλεισμού από το προνόμιο α) της πάγιας αντιμισθίας, η οποία αποτελεί την αντιπαροχή του ιδιώτη στη μόνιμη απασχόληση του δικηγόρου δυνάμει έμμισθης εντολής και β) της συνδεόμενης με τη σύμβαση αυτή αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 94 του Κώδικα Δικηγόρων. Είναι δε επίσης σαφές ότι η αναφερόμενη στην άνω διάταξη "απαίτηση από αποζημιώσεις", που αναφέρεται επίσης υπό τον εκεί τιθέμενο όρο "εφόσον προέκυψαν από ενέργειες ενώπιον των δικαστηρίων", είναι όλως άσχετος με την προϋποθέτουσα μόνιμη απασχόληση με πάγια αντιμισθία του δικηγόρου, αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εντολής.
Συνεπώς το προαναφερόμενο προνόμιο δεν εκτεινόταν με βάση την άνω διάταξη - όπως ίσχυε πριν από το ν. 2479/1997 - και επί των απαιτήσεων του δικηγόρου από πάγια "αντιμισθία δυνάμει έμμισθης εντολής καθώς και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εντολής (Ολ.Α.Π.29/2003 και Πλειοψ. Ολομ. ΑΠ13/1990 Α.Π.294/2002, ΑΠ.1571/2002). Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 16 του ν. 2479/1997, που, όπως ορίζεται στο άρθρο. 11 αυτού, ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατάργησε την άνω διάταξη με την προσθήκη, ότι: "στις διατάξεις της παρ.3 όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985, υπάγονται και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, προκειμένου δε περί εμμίσθων δικηγόρων υπάγονται και οι απαιτήσεις από αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως έμμισθης εντολής". Η διάταξη αυτή δεν αποτελεί νόμο ερμηνευτικό της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 975 αριθ. 5 ΚΠολΔικ, παρά τα αναφερόμενα στην εισηγητική έκθεση της νέας διατάξεως περί ασαφείας της τελευταίας. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, που κατά τα άρθρα 77 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος εξετάζει την ύπαρξη ασάφειας ως προϋποθέσεως για την αναδρομικότητα του νέου νόμου ως ερμηνευτικού, ο εξειδιασμένος προσδιορισμός της αιτίας των κατά την αρχική διάταξη προνομιακών απαιτήσεων των δικηγόρων, δηλαδή εκείνων που "προέκυψαν από ενέργειες ενώπιον των δικαστηρίων", αντικειμενικώς δε καταλείπει έδαφος ασάφειας περί του ότι αποκλείονται οι έχουσες διάφορη άμεση αιτία - δηλονότι τη σύμβαση έμμισθης εντολής - απαιτήσεις από πάγια αντιμισθία και αποζημίωση, λόγω καταγγελίας. (Ολ. Α.Π.29/2003) Εξετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ ότι η απαίτηση του καθού η ανακοπή ήδη αναιρεσιβλήτου δικηγόρου συνολικού ύψους 1.171.646 δρχ. προέκυψε εντός του τελευταίου έτους προ της ημέρας του πλειστηριασμού και αποτελείται από μισθούς αυτού από δρχ.300.000 μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-10-1994 έως 30-11-1995, δώρο Χριστουγέννων 1994, δώρο Πάσχα 1995 καθώς και επίδομα αδείας 1995 και ότι η απαίτηση αυτή επιδικάστηκε και τελεσίδικα σ' αυτόν δυνάμει των υπ. αριθ. Μ.5238/751./1995 και 906/1995 διαταγών πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και του Ειρηνοδίκη Λάρισας αντίστοιχα. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι ορθώς σύμφωνα με το άρθρο 975 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ. κατετάγη ο ανωτέρω καθού η ανακοπή στον προσβληθέντα με την ανακοπή υπ. αριθ. 23855/19-1-1996 πίνακα κατάταξης για το ανωτέρω ποσό προνομιακά προ της κατάταξης του Ελληνικού Δημοσίου αφού η απαίτηση προέκυψε εντός του τελευταίου έτους προ της ημέρας του πλειστηριασμού και επιδικάστηκε και τελεσίδικα και απέρριψε την έφεση του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή ως προς τον ανωτέρω καθού. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 975 περ.5 του Κ.Πολ.Δ. όπως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα (19-1-1996) καθόσον σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη στο προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 5 Κ.Πολ.Δ. προνόμιο δεν περιλαμβάνονται και οι αμοιβές δικηγόρου από πάγια αντιμισθία όπως είναι οι ένδικες.
Συνεπώς ο μοναδικός σχετικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Εξάλλου ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 333/1998 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ