448/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 448 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 448 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 448/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων : 1.Π. Μ. του Η., κατοίκου ... 2. Του Υπεραστικού ΚΤΕΛ του Ν.Μεσσηνίας που εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Του εδρεύοντος στην Καλαμάτα αλληλοασφαλιστικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία: "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Δ.Χ.ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΣΥΝ.ΠΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα. Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Σαράντη Τόλια και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Α. του Ν., ατομικά και ως ασκούντος την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου του Δ. Α., κατοίκων ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αντώνιο Κατσά και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2. Ε. Χ. του Ά., κατοίκου ... 3. Λ. συζ. Ε. Χ., κατοίκου ... 4. Α. Χ. του Ε., κατοίκου ... 5. Δ. συζ. Ν. Α., κατοίκου ... και 6. Η. Κ. του Κ., κατοίκου ... όλοι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 89/20-5-2002 και 223/29-11-2002 αγωγή των 1ου και 6ου ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:145/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και του 74/2010 Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 30-8-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 4-10-2011 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στη σύνθεση, Αρεοπαγίτου Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες υπ'αριθμ. .../11-10-2010, .../1110-2012, .../11-10-2010, .../19-10-2010 και .../13-10-2010 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Ηλείας … (οι τέσσερις πρώτες) και Κυπαρισσίας … (η τελευταία), ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σους δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτο των αναιρεσιβλήτων για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο της 21-10-2011, κατά την οποία αρχικά αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 18-5-2012 και μετά ταύτα για τη σημερινή δικάσιμο της 25-1-2013, για την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήτευση των αναιρεσιβλήτων, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων ( άρθρο 226 παρ.4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ), που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ'άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα. Οι αναιρεσίβλητοι όμως, αυτοί, δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού. II. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Εξάλλου αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται με σαφήνεια. Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Στις 2-5-2000 και ώρα 17.30'περίπου ο πρώτος των εναγομένων Π. Μ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ. λεωφορείο, το οποίο ήταν ενταγμένο στο δεύτερο, υπεραστικό ΚΤΕΛ Νομού Μεσσηνίας και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στο τρίτο τούτων "ΑΛΛΗΛΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Δ.Χ. ΜΕΤΟΧΩΝ ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΣΥΝ.Π.Ε.", εκτελώντας το δρομολόγιο …, στην συνολικού πλάτους 7,30 μ., διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, Ε.Ο. …, με κατεύθυνση προς ... Την ίδια στιγμή, η Ι. σύζυγος Κ. Α., το γένος Ε. Χ., σύζυγος, μητέρα, θυγατέρα, αδελφή και νύφη των εναγόντων, αντίστοιχα, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο στην ίδια οδό αντιρρόπως, δηλαδή με κατεύθυνση προς …. Όταν αμφότερα τα οχήματα έφθασαν στο ύψος της Χ/Θ 7 της εν λόγω οδού, ο οδηγός του λεωφορείου Π. Μ. και ενώ αυτά απείχαν μεταξύ τους 20 περίπου μέτρα και το μεν λεωφορείο έβαινε με ταχύτητα αγγίζουσα τα 90 Χ/Ω σε απόσταση 40 εκ. περίπου από τη διακεκομμένη μονή γραμμή, που διαχώριζε τα δύο ρεύματα πορείας της εν λόγω οδού, το δε ΙΧΕ κινείτο με ταχύτητα, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια υπερέβαινε ενδεχομένως τα 50 Χ/Ω, αντιλήφθηκε (ο Π. Μ.) ότι το τελευταίο δεν ακολουθούσε ευθύγραμμη πορεία στο οδόστρωμα, διαγράφοντας ημικύκλια (ζιγκ - ζαγκ) και εν τέλει να εισέρχεται στο δικό του ρεύμα πορείας. Τότε, ο Π. Μ. τροχοπέδησε και ενήργησε ταυτόχρονα αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά. Πλην όμως το ΙΧΕ αυτοκίνητο έπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό του μέρος στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του λεωφορείου, του οποίου την στιγμή εκείνη, η ταχύτητα είχε μειωθεί, λόγω της τροχοπέδησης, στα 50 Χ/Ω περίπου. Το λεωφορείο, μετά σύγκρουση του με το ΙΧΕ παρεξέκλινε της πορείας προς τα αριστερά, εισήλθε διαγωνίως στο αντίθετο, δηλ. προς …, ρεύμα πορείας, και διαγράφοντας, τροχοπεδώντας, διαγώνια πορεία μήκους 36 μέτρων μετά την αρχική τροχοπέδηση μήκους 12 μέτρων, κατέληξε, παρασύροντας και το ΙΧΕ αυτοκίνητο, εκτός οδοστρώματος και εκτός του ερείσματος αυτού, σε παρακείμενο αγρό, σε απόσταση 6 μέτρων από τα υπολείμματα του ΙΧΕ αυτοκινήτου.Συνεπεία της παραπάνω σύγκρουσης, τραυματίστηκε βαρύτατα η οδηγός του ΙΧΕ Ι. Α., η οποία υπέστη συγκεκριμένα αποκεφαλισμό άνωθεν του στόματος, με μικρή συγκράτηση της αποκοπείσης κεφαλής από τον τράχηλο, ρήξη πνεύμονος άμφω, πολλαπλές ρήξεις μυοκαρδίου, πολτοποίηση δεξιού λοβού ήπατος, πολτοποίηση σπληνός, πολτοποίηση λαγονομηριαίας χώρας αριστερά από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος της. Με αυτά τα δεδομένα οι οδηγοί του ΙΧΕ αυτοκινήτου και του λεωφορείου είναι συνυπαίτιοι και μάλιστα κατά ποσοστό 80% και 20%, αντίστοιχα, για την σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων και για τον συνακόλουθο θανάσιμο τραυματισμό της πρώτης. Η αμέλεια τους συνίσταται στο ότι δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και την προσοχή, που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να επιδείξουν, ως μέσοι συνετοί και επιμελείς οδηγοί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής και της οδικής κυκλοφορίας και η οποία προσοχή θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου γεγονότος. Συγκεκριμένα η Ι. Α. δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και επιπλέον δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου της, δεδομένου ότι στο αίμα της ανιχνεύθηκε η παρουσία των οπιούχων παραγώγων μορφίνης και κωδεΐνης, η χρήση των οποίων, όπως είναι γενικά γνωστό, προκαλεί, μεταξύ των άλλων, αίσθημα χαλαρότητας και κατάσταση υπνηλίας, εξαιτίας των οποίων, η τελευταία, προδήλως, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, που εισήλθε, κατά ένα μέρος, στο προοριζόμενο για την αντίθετη κυκλοφορία, ρεύμα της εν λόγω οδού, όπου έβαινε, σε μικρή απόσταση από την διαχωριστική γραμμή, το λεωφορείο … Ο δε οδηγός του τελευταίου δεν είχε ρυθμίσει την, ούτως ή άλλως, υπερβαίνουσα κατά 40 Χ/Ω το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 Χ/Ω, ενόψει του ότι εκινείτο στις παρυφές κατοικημένης περιοχής, μη συμμορφωθείς με την υπάρχουσα στην πορεία του ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ-32, λαμβάνοντας υπόψιν το πλάτος της οδού και τον όγκο του οχήματος και το ότι λόγω της κατάστασης της οδού, δεν μπορούσε να κινηθεί στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος. Έτσι, όταν αντιλήφθηκε από απόσταση 20 μέτρων την αντικανονική κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν μπόρεσε να ενεργήσει, ταυτόχρονα, με την τροχοπέδηση αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά και όχι προς τα αριστερά, που ήταν και ο ενδεδειγμένος, την στιγμή εκείνη, χειρισμός, δεδομένου ότι προς τα δεξιά του υπήρχε ελεύθερο τμήμα οδοστρώματος πλάτους 0,85μ. και ελεύθερο τμήμα ασφαλτοστρωμένου ερείσματος πλάτους 0,40 μέτρων". Και υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε δεκτή, ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή των εναγόντων - νυν αναιρεσιβλήτων - συγγενών της θανούσας. Με το να κρίνει έτσι, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ασκούν ουσιώδη επιρροή ζήτημα της ύπαρξης (συν)υπαιτιότητας του εναγομένου-νυν αναιρεσείοντα οδηγού, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Ειδικώς, ως προς τις αιτιάσεις περί αντιφάσεων, πρέπει να λεχθεί ότι οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι το λεωφορείο εκινείτο πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, διότι λόγω της κατάστασης της οδού, δεν μπορούσε να κινηθεί στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, δεν τελούν σε αντίφαση με τις παραδοχές, ότι ο οδηγός του λεωφορείου πραγματοποίησε (εσφαλμένα) αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, και όχι προς τα δεξιά, που ήταν και ο ενδεδειγμένος την στιγμή εκείνη χειρισμός, δεδομένου ότι προς τα δεξιά του υπήρχε ελεύθερο τμήμα οδοστρώματος πλάτους 0,85 μ. και ελεύθερο τμήμα ασφαλτοστρωμένου ερείσματος πλάτους 0,40 μ., διότι είναι προφανές ότι με την πρώτη παραδοχή εννοεί την συνεχή κίνηση του λεωφορείου, ενώ με την δεύτερη εννοεί τον στιγμιαίο αποφευκτικό ελιγμό, ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές, θα είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή της σύγκρουσης των δυο αυτοκινήτων. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αποδιδόμενη πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
III. Τα άρθρα 1489 παρ.2 και 1493 εδ. α' ΑΚ ορίζουν ότι οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν τα τέκνα τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του (ανάλογη διατροφή). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι γονείς υποχρεούνται από κοινού να διατρέφουν τα τέκνα τους όχι κατ' ίσα μέρη, αλλά ανάλογα με τις δυνάμεις του ο καθένας. Με τις παραπάνω διατάξεις καθιερώνεται η ισότιμη και αναλογική συμβολή των συζύγων στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Ισότιμη όμως συμβολή δεν νοείται η μαθηματική ισότητα συνεισφορών, γιατί αυτή προϋποθέτει ισότητα δυνάμεων, αλλά σημαίνει συμβολή καθενός των συζύγων ανάλογα με τις δυνάμεις του. Για τον υπολογισμό δε του ποσού της διατροφής που δικαιούται ο επιζών σύζυγος, δεν απαιτείται η εφαρμογή συγκεκριμένου μαθηματικού υπολογισμού και η παράθεση στην απόφαση μαθηματικών πράξεων, αλλά το δικαστήριο καθορίζει το ποσό αυτό με βάση τις δυνάμεις των συζύγων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτίμηση των εισφερόμενων προσωπικών υπηρεσιών. Ειδικότερα δε δεν ανταποκρίνεται στον πιο πάνω σκοπό της ισότιμης συμβολής των συζύγων η μαθηματική μέθοδος, κατά την οποία το ποσό της διατροφής που δικαιούται ο επιζών σύζυγος είναι ίση με τη διαφορά που προκύπτει, αν από το ποσό κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος μετέχει στην κάλυψη των αναγκών του δικαιούχου, αφαιρεθεί το ποσό κατά το οποίο ο δικαιούχος μετέχει στην κάλυψη των αναγκών του υπόχρεου. Και τούτο γιατί οδηγεί σε άδικα αποτελέσματα εις βάρος του ενός από τους δύο συζύγους. (ΑΠ 1136/2003).
Με τον τρίτο από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι τα ανήλικα τέκνα της θανούσας οδηγού δικαιούνται αποζημίωση, λόγω στέρησης διατροφής, εκ ποσού 70 ευρώ μηνιαίως το καθένα, χωρίς να εφαρμόσει τον, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων εφαρμοστέο και αναφερόμενο στο αναιρετήριο μαθηματικό υπολογισμό, παρεβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις. Το Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε τα εξής: "Τα τέκνα της θανούσας Δ. Α. και Η. Κ., ηλικίας 5 ετών και 11 ετών, αντίστοιχα, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν μπορούσαν να διαθρέψουν τον εαυτό τους με δικά τους μέσα, διατρεφόμενα από τους γονείς τους, οι οποίοι θα ήταν υπόχρεοι προς τούτο, ανάλογα με τις ατομικές διατροφικές δυνάμεις τους. Η θανούσα, πριν το ατύχημα, διατηρούσε κατάστημα παιδικών ενδυμάτων στους ... και από την επιχειρηματική της δραστηριότητα αυτή αποκέρδαινε, κατά μέσον όρον το ποσόν των 1.400 ΕΥΡΩ το μήνα. Εξάλλου, ο σύζυγος της θανούσας - πρώτος των εναγόντων της α' αγωγής Κ. Α. ασκούσε το επάγγελμα του αυτοκινητιστή-μεταφορέα, από το οποίο εσόδευε ή ήταν δυνατόν να εσοδεύει 2.200 ΕΥΡΩ το μήνα, ο δε τέως σύζυγος της αρχικώς ενάγων της β' αγωγής Κ. Κ. διατηρούσε εμπορική επιχείρηση στη … από την οποία αποκέρδαινε 2.000 ΕΥΡΩ το μήνα. Με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των γονέων τους και τις εν γένει περιστάσεις, το σύνολο των αναγκών των τέκνων σε παροχή υπηρεσιών και σε χρήμα για την ανάλογη διατροφή τους ανέρχεται σε 600 ΕΥΡΩ το μήνα για το καθένα. Το ποσόν αυτό είναι ανάλογο με τις ανάγκες τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις εν γένει συνθήκες ζωής και ανταποκρίνεται στα απαραίτητα έξοδα για συντήρηση, ανατροφή και εκπαίδευση των εν λόγω τέκνων. Από το ποσόν αυτό η θανατωθείσα μητέρα τους θα ήταν σε θέση να καταβάλλει 350 ΕΥΡΩ, το οποίο και θα συνέχιζε να παρέχει στο κάθε τεκνό της, εάν δεν μεσολαβούσε ο θανάσιμος τραυματισμός της, για τους προαναφερθέντες λόγους (ηλικίας 34 ετών, καλή ψυχοσωματική υγεία), μέχρι την ενηλικίωση τους, ήτοι μέχρι τα έτη 2016 (η Δ…) και 2007 (ο Η.)". Και υπό τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι στα δυο ανήλικα τέκνα της θανούσας έπρεπε να επιδικασθεί, ως αποζημίωση, λόγω στέρησης διατροφής το ποσό των 70 ευρώ μηνιαίως (μετά από αφαίρεση του ποσοστού συνυπαιτιότητας 80%, με το οποίο έκρινε ότι βαρύνεται η θανούσα). Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
IV. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμός πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών επί θανατώσεως τον βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής). Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί τούτου κρίση του, μη υπερβαίνουσα τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική, έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, διότι το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποίησης δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια, η οποία εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι δε ως άνω προσδιοριστικοί παράγοντες αποτελούν μέσα, με βάση τα οποία το δικαστήριο κατάληγε, στον προσδιορισμό του ποσού και όχι στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ώστε εάν αυτοί δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια να τίθεται θέμα ανεπάρκειας αιτιολογίας. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος (αρχή της αναλογικότητας), η ευθεία δε επίκληση της, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον, κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 Α.Κ. προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ. ΑΠ 6/2009). Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου του αρθρ. 932 ΑΚ και 25 του Συντάγματος εκ του ότι, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων - εναγομένων, τα επιδικασθέντα στους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες ποσά, της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, για το θάνατο της θανασίμως τραυματισθείσας συγγενούς τους (συζύγου, μητέρας, αδελφής, θυγατέρας και νύφης είναι δυσανάλογα υψηλά, σε σχέση με τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, μεταξύ των οποίων και: 1) την υπ'αριθμ. 260/27-1-2003 απόφαση και πρακτικά του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων Π. Μ. οδηγός του ως άνω λεωφορείου κηρύχθηκε αθώος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια της Ι. Χ. και της σωματικής βλάβης της Β. Σ., 2) την υπ'αριθμ. 154/11-4-2006 απόφαση και πρακτικά του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, από την οποία προκύπτει ότι η έφεση που άσκησε ο Εισαγελέας Πλημμελειοδικών Καλαμάτας κατά της αμέσως προηγούμενης αποφάσεως κηρύχθηκε απαράδεκτη, 3) το υπ'αριθμ…/27-7-2006 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Καλαμάτας, από το οποίο προκύπτει ότι κατά της 154/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσον της αναιρέσεως. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 11περ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-8-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 74/2010 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα το πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ