448/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 448 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 448/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Α...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 448 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 448/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Γ. Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ντιζέ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σινέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 243/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2010 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 27-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 ν. 3719/2008) σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1438 και 1439 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο εκείνου που ενάγει για διάζευξη. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται η φυσική και ψυχική απομάκρυνση μεταξύ των συζύγων, με την πρόθεση τουλάχιστον του ενός εξ αυτών να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου. Εξετέρου κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο την 26-12-1972 στο ..., απέκτησαν δε δύο τέκνα, τα οποία είναι ήδη ενήλικα. Μετά το γάμο τους οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν στην Πτολεμαΐδα και στη συνέχεια από το 1998 στο .... Με τη γέννηση του πρώτου εγγονού των διαδίκων (τέκνου της κόρης τους), το 2001, η εναγομένη μετέβαινε συχνά στη Λάρισα όπου ήταν η κατοικία της κόρης της προκειμένου να βοηθήσει αυτήν στο μεγάλωμα του παιδιού της, αλλά και λόγω των κακών σχέσεων που είχε με τον ενάγοντα και των προβλημάτων που υπήρχαν στο γάμο τους. Σταδιακά η ενάγουσα άρχισε να παρατείνει την παραμονή της στη Λάρισα μέχρις ότου, στις αρχές του 2004, αυτή εγκαταστάθηκε οριστικά εκεί, διασπασθείσας έκτοτε της συμβίωσης των διαδίκων, χωρίς να υπάρχει από αυτούς πλέον πρόθεση επανασυμβίωσης (βλ. και την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που είπε: "Το 2004 δεν ήταν μαζί και αυτό το ξέρω γιατί με τον κύριο Ε. - ενάγοντα - είμασταν συνέχεια μαζί"). Επίσης ο γιος των διαδίκων Ι. Ε., στην από 24-6-2008 προανακριτική του κατάθεση στην Πταισματοδίκη Λάρισας κατέθεσε σχετικά: "Η μητέρα μου δεν έφυγε από το σπίτι το 2001, αλλά αναγκάστηκε να φύγει το 2004 μετά από διαπληκτισμό με τον πατέρα μου", ενώ και η μάρτυρας Σ. Ι. στην από 29-01-2008 προανακριτική της κατάθεση στην Πταισματοδίκη Εορδαίας κατέθεσε σχετικά: "Μέχρι το 2004 (η ενάγουσα) έμενε μαζί του και έφευγε κατά διαστήματα στη Λάρισα όπου πρόσεχε τα εγγόνια της". Αλλά και η ίδια η ενάγουσα στην ανωμοτί εξέτασή της στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε: "Το 2004 επειδή ζήτησα από το σύζυγό μου να με πάει στην εκκλησία, πήρε το τσεκούρι να με κυνηγήσει από το σπίτι. Ήρθα στα παιδιά γιατί πήρε τηλέφωνο και την κόρη, έχω και μάρτυρες, και της είπε: - Ελάτε από εδώ να πάρετε τη μάνα σας γιατί αύριο θα έχετε κηδεία ... . Εδώ στη Λάρισα δεν συμβιώσαμε ποτέ με τον άντρα μου, δεν ήθελε να έρθει εδώ. Τα παιδιά έκτοτε φοβήθηκαν να με στείλουν να μείνω στο χωριό για να μη με σκοτώσει κιόλας". Η διάσταση των διαδίκων συνεχίστηκε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (29-1-2008) συμπληρωθείσας έτσι της τετραετίας κατ' άρθρο 1439 § 3 ΑΚ. Το γεγονός ότι η εναγομένη επισκεπτόταν τη συζυγική οικία στο ... μαζί με τα παιδιά ή τα εγγόνια της για λίγες ημέρες, ή το ότι ο ενάγων επισκεπτόταν την οικία της κόρης των διαδίκων στη Λάρισα όπου διέμενε η εναγόμενη, για μία ή δύο ημέρες, δεν μπορεί να θεωρηθεί κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας ότι αποδυναμώνει την έννοια της διάστασης και ότι αναιρεί αυτήν, αφού οι διάδικοι είχαν απομακρυνθεί φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με την θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχτηκε ότι επήλθε ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης των διαδίκων λόγω τετραετούς διάστασής τους η οποία διήρκεσε από τον Αύγουστο - Σεπτέμβριο 2001 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής σε αυτό (29-1-2008) ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε τα πραγματικά περιστατικά, γι' αυτό και πρέπει αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης απόφασης ως προς τον χρόνο διάστασης των διαδίκων με τις ανωτέρω κρίσεις να απορριφθεί η έφεσή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε λυθεί ο γάμος των διαδίκων λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης των διαδίκων που επήλθε συνεπεία τετραετούς διάστασης αυτών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 ΑΚ ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο σύμφωνα με τα οποία από τις αρχές του έτους 2004 επήλθε η οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων χωρίς να υπάρχει από αυτούς πλέον πρόθεση επανασυμβίωσης, η οποία συνεχίστηκε μέχρι το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (29-1-2008) συμπληρωθείσης έτσι της τετραετούς διάστασης αυτών, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης και δεν απαιτούνταν προς τούτο και άλλες αιτιολογίες.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (αμφισβητείται ο χρόνος έναρξης της οριστικής διάσπασης της εγγάμου συμβιώσεως) που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας ανάγεται στη εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών σχετικά με τη διάρκεια της διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την από 24-6- 2008 προανακριτική κατάθεση της μάρτυρος Π. Ε. ενώπιον της Πταισματοδίκη Λάρισας που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα. Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2010 αίτηση της Α. συζ. Γ. Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 243/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ