Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
448/2011 AI generated

448/2011 · 448/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 448/2011
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 448 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 448/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 448/2011

Απόφαση 448 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 448/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2. Γ. Μ., 3 Χ. Π. του Ν., κατοίκου ..., 4. Μ. συζ. Ε. Δ., το γένος Ι. Ρ., κατοίκου ..., 5. Σ. συζ. Χ. Π., το γένος Κ. Ε., κατοίκου ..., 6. Μ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 7. Ι.-Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 8. Ν. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., 9. Α. συζ. Δ. Π., το γένος Ε. Π., κατοίκου ..., 10. Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 11. Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 12. Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι άπαντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο..

Της αναιρεσιβλήτου-καλούσας: Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής ή Αγιάς Γαυρίου Άνδρου που εδρεύει στο Γαύριο Άνδρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χριστοφορίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2003 τριτανακοπή-αγωγή της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής ήδη αναιρεσίβλητη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-10-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 18-2-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη-Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Δημήτριο (Μίμη) Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αριθ. 2, 160 αριθ. 1, 536 αριθ. 1 ΚΠολΔ. και της διάταξης του άρθρου 35 Α.Κ., η οποία ορίζει την παύση της ύπαρξης του φυσικού προσώπου με το θάνατο αυτού, συνάγεται ότι σε άσκηση αναίρεσης δικαιούται και φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ. που είναι εν ζωή, πράγμα το οποίο βέβαια σημαίνει ότι δικόγραφο αναίρεσης, που φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο που πέθανε πριν από το χρόνο κατάθεσής του - με την οποία κατ' άρθρο 495 παρ. παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ. συντελείται η άσκηση της αναίρεσης - είναι άκυρο, ως τέτοιο, η δε ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της υπό του άρθρου 62 εδ. α' ΚΠολΔ ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικο, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 195/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 14/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου με την οποία έγιναν δεκτές οι σωρευθείσες στο ίδιο δικόγραφο τριτανακοπή και αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης, ασκήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 2007, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων Γ. Ν. Μ. απεβίωσε στις 13 Μαρτίου 2006, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 132/14-3-2006 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αθηνών.

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε από τον δεύτερο αναιρεσείοντα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Συνακόλουθα απορριπτέα ως απαράδεκτη είναι και η ένδικη από 4-3-2010 κλήση της αναιρεσίβλητης για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσείοντος.

2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν δε στη δίκη για την αναίρεση συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους (Ολ. ΑΠ 2/2006). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία. να παραλαμβάνει δηλαδή τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την 5484β'/8-9-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Σ., την οποία προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 4-3-2010 κλήσης της αναιρεσίβλητης προς συζήτηση της άνω αίτησης, μετά από ματαίωση της ορισθείσας για τη δικάσιμο της 3-3-2010, στο τέλος της οποίας -κλήσης- είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Ιωάννη Μαλταμπέ, ο οποίος είχε υπογράψει το ένδικο μέσο της αναίρεσης ως πληρεξούσιος. Όμως οι αναιρεσείοντες (εκτός του δευτέρου τούτων) δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα). 3.- Επειδή, κατά το άρθρο 218 ΚΠολΔ, περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν το ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής, α) αν δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, β) αν στο σύνολό τους υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, γ) αν υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου, δ) αν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, ε) αν η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση. Αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, διατάσσεται ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως ο χωρισμός και στην περίπτωση καθ' ύλην ή κατά τόπον αναρμοδιότητας εφαρμόζονται τα άρθρα 46 και 47. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με αυτές ορίζονται σωρευτικά οι προϋποθέσεις αντικειμενικής σώρευσης αγωγών, μεταξύ των οποίων πρώτη η ταυτότητα των διαδίκων για όλα τα σωρευόμενα αιτήματα, για δε την περίπτωση της παρά το νόμο αντικειμενικής σώρευσης αγωγών δεν προβλέπεται ως κύρωση το απαράδεκτο ή η ακυρότητα του δικογράφου αλλά διατάσσεται ο χωρισμός. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτες την ένδικη "τριτανακοπή-αναγνωριστική κυριότητος", καθόσον στο δικόγραφό της σωρεύονταν, αντικειμενικώς, τριτανακοπή και αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της "αναλογικά εφαρμοζόμενης" διάταξης του άρθρου 218 ΚΠολΔ, αφού για καθεμία από αυτές παθητικώς νομιμοποιούνταν διαφορετικοί διάδικοι, είναι προεχόντως απαράδεκτος.

4.- Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ακίνητη περιουσία της ήδη αναιρεσίβλητης έχει καταγραφεί στο π.δ. 230/3-8-1939, ανέρχεται συνολικά σε 1.700 στρέμματα, το δε επίδικο ακίνητο, που αναφέρεται ως αγρός με την ονομασία "Πλούσκα Ιωακείμ", βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Κατακοίλου, αποτελεί τμήμα της έκτασης αυτής, εμπίπτει στο δεύτερο των αναφερόμενων στο εν λόγω π.δ/μα ακινήτων, γεγονός το οποίο δέχεται, εμμέσως πλην σαφώς, και ο τεχνικός σύμβουλος των καθ' ων η τριτανακοπή Μιχαήλ Παπαθανασίου στη συνταχθείσα έκθεσή του, και έχει έκταση 102.610 τ.μ. Εμφαίνεται στο από Μαΐου και Ιουλίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του υπομηχανικού Β. Ζ. με τα στοιχεία Α - Β - Ε - Ζ - Η - Θ - Ι - Κ - Λ - Μ - Α και συνορεύει με διερχόμενο καλογερικό μονοπάτι, με υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας (κλείσμα) Α. Μ. και ήδη οικογένειας Π., με ρεματιά και με ακίνητο κληρονόμων Α. Τ.. Διαχωρίζεται δε, το επίδικο ακίνητο, από τα επονομαζόμενα κοσμικά κτήματα, δηλαδή τα υπάρχοντα στην περιοχή ιδιωτικά, με έναν "συνεχόμενο τοίχο" ο οποίος είναι κατασκευασμένος κατά το παρελθόν και μάλιστα προ πολλών ετών κατά τρόπο καλλιτεχνικό και παραδοσιακό από μοναχούς της τριτανακόπτουσας Ιεράς Μονής, οι οποίοι χρησιμοποίησαν προς τούτο υψηλές μεγάλες πλάκες και η όλη του κατασκευή και εμφάνιση εντυπωσιάζει. Ορόσημο της ως άνω περιγραφόμενης ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής αποτελεί το "το καλογερικό μονοπάτι" που μετονομάσθηκε τώρα από τους καθ' ων σε "κοινοτική οδό" κοντά στο ξηρόρεμα της "Πλούσκα Ιωακείμ", νότια και βόρεια του οποίου εκτείνεται η ακίνητη περιουσία αυτής. Η τριτανακόπτουσα Ι. Μονή, ως νομικό πρόσωπο, διοικούμενο και εκπροσωπούμενο από τα εκάστοτε ηγουμενοσυμβούλιά της, νέμονταν ολόκληρη την παραπάνω ενιαία έκταση, στην οποία περιλαμβάνονταν τόσο οι καθ' εαυτόν εκκλησιαστικοί χώροι (Ιεροί Ναοί, χώροι προσευχής, κελιά κ.λ.π.), όσο και η υπόλοιπη έκταση με τα αστικά ακίνητα, με τους μοναχούς της και με τρίτους (μισθωτές), οι οποίοι την αντιπροσώπευαν στα αστικά ακίνητα. Ειδικότερα, γινόταν επιτήρηση της έκτασης από τους εκάστοτε μοναχούς, καθώς και εκμίσθωση αστικών τμημάτων αυτής σε διάφορους κτηνοτρόφους της περιοχής, από δε το έτος 1907 έως το 1953 αστικών τμημάτων της έκτασης, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου, στους Γ. Μ., Ι. Τ., Ι. Κ., οι οποίοι, με την ιδιότητα των αντιπροσώπων επιτηρούσαν και το επίδικο. Οι εναγόμενες ισχυρίζονται, ότι, είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Μ. Ν. Μ., στην οποία είχε περιέλθει το επίδικο ακίνητο των 114 στρεμμάτων από κληρονομιά του πατέρα τους Ν. Μ., δυνάμει της 3507/22.10.1959 δημόσιας διαθήκης του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Γαυρίου Ιωάννη Ψυλοπάτη και ότι η ως άνω μητέρα τους παραχώρησε ατύπως στην Α. Μ. το εν λόγω ακίνητο, το οποίο έκτοτε αυτή νεμόταν και κατείχε αποκλειστικά για δικό της λογαριασμό. Ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αποδεικνύεται, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, αλλά προβάλλεται και προκειμένου να στηρίξουν οι εναγόμενες τις παράνομες ενέργειες της Α. Μ.. Και αν έτσι είχαν τα πράγματα -όπως, δηλαδή, τα ισχυρίσθηκαν ως άνω οι εναγόμενες- ζήτημα δημιουργείται και για το ότι φέρονται να αγνοούν μία τέτοια σοβαρή πράξη διαθέσεως ενός τόσο σημαντικού περιουσιακού στοιχείου προς την Α. Μ.. Όλοι, όμως, και οι εναγόμενες, γνώριζαν την ανυπαρξία του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου στην περιοχή, αλλά ο σκοπός τους ήταν, ότι θα έπρεπε η Α. Μ. να εξασφαλισθεί με μία δικαστική απόφαση, που θα αποτελούσε γι' αυτή τον τίτλο, βάσει του οποίου θα μπορούσε να πραγματοποιήσει τα παράνομα σχέδια της και εκεί ακριβώς έγκειται η συμπαιγνία. Έτσι, λοιπόν, η Α. Μ., μετά την έκδοση της τριτανακοπτόμενης απόφασης, στις 27.11.1998, με το 10365/20.9.1999 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου 'Άνδρου Αναστασίου Δημητρίου, παρέσχε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον καθ' ου η τριτανακοπή και εναγόμενο Χ. Π. να προβεί στο όνομα και για λογαριασμό της στη μεταβίβαση της επίδικης έκτασης. Ενόψει δε τούτου, πραγματοποιήθηκε η επιδιωκόμενη κατάτμηση της έκτασης σε δέκα εννέα οικόπεδα. Όλα τα τμήματα φέρονται να έχουν πρόσβαση σε δρόμο, μετά από απαγορευμένη ιδιωτική πολεοδόμηση. Οι εναγόμενες προέβησαν σε παράνομες πράξεις και συγκεκριμένα α) μετέβαλαν το τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο είχε προσκομίσει η ενάγουσα Α. συζ. Γ. Μ. στο δικαστήριο και συντάχθηκε από τον ίδιο τοπογράφο μηχανικό νέο τοπογραφικό διάγραμμα με ημεροχρονολογία Ιουλίου 2002, το οποίο επισυνάφθηκε στο 2740/2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου 'Άνδρου Βικτωρίας Αδαμάκη, β) μετέβαλαν το μοναστηριακό μονοπάτι, το οποίο βρίσκεται προς βορειοανατολικά του επιδίκου και το χαρακτήρισαν ως δήθεν κοινοτικό δρόμο και γ) για τις ανάγκες της κατάτμησης προέβησαν παρανόμως στη διάνοιξη εσωτερικών δρόμων. Η ηγουμένη της τριτανακόπτουσας προέβη σε έντονη διαμαρτυρία για την κατάργηση του ως άνω καλογερικού μονοπατιού με αποστολή επιστολής της προς τον Έπαρχο της νήσου Άνδρου, το δασαρχείο και το τμήμα της Πολεοδομίας. Η Α. Μ., ήταν κυρία ενός όμορου προς το επίδικο ακινήτου, το οποίο με νεότερη καταμέτρηση έχει έκταση 12 στρεμμάτων. Αποτελείται δε αυτό από περίκλειστο από ξερολιθιά (ξηρόκλεισμα) τμήμα, καθώς και από ένα εξωχώραφο, δηλαδή κομμάτι γης, που βρίσκεται έξω από το περίκλειστο χωράφι, όπως προκύπτει από το 1399/7-11-1937 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άρνης Γ. Τορτσενέκου, δυνάμει του οποίου περιήλθε στο δικαιοπάροχο πατέρα της Ν. Μ.. Το εξωχώραφο έχει αναλογικά πάντα μικρότερη έκταση από το περίκλειστο χωράφι και, συνεπώς, δεν μπορεί να υπερβαίνει την υπάρχουσα έκταση του τελευταίου και να δικαιολογεί αυτή των 102.610 τ.μ. που στην προκείμενη περίπτωση έχει το επίδικο. Δηλαδή, η Α. Μ. επεκτάθηκε σε βάρος της Μοναστηριακής περιουσίας και την κατέλαβε με τη δικαιολογία, ότι η έκταση αυτή αποτελεί προέκταση της ιδιοκτησίας της και καταλαμβάνεται από το εξωχώραφο. Σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρας της τριτανακόπτουσας Δ. Σ., η οποία είναι γνώστης της περιοχής και έχει ιδία αντίληψη των πραγμάτων, οι πρώτος και δεύτερος των καθ' ων - εναγομένων κατά τα έτη 1998 και 1999 αναγνώριζαν σε υποψήφιους αγοραστές, ότι η ακίνητη ιδιοκτησία τους περιορίζεται μέσα στο περίκλειστο ακίνητο και ότι πάνω από αυτή βρισκόταν το Μοναστηριακό "ρουμάνι", δηλαδή, έκταση γης, η οποία δεν καλλιεργείται και χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για την κτηνοτροφία. Επίσης, στο προγενέστερο, 11398/1901 προικοσυμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Νικολάου Καμπάνη, με το οποίο ο Νικόλαος Λιανής έδωσε ως προίκα στη θυγατέρα του Ε. Κ., το συγκεκριμένο ακίνητο, δεν γίνεται καμία αναφορά σε "εξωχώραφο". Αλλά και στα τοπογραφικά διαγράμματα όμορων ιδιοκτησιών του υπομηχανικού Β. Ζ., τα οποία αφορούν στην ακίνητη ιδιοκτησία του Δ. Τ., καθώς και στο από Σεπτεμβρίου 1994 τοπογραφικό του μηχανικού Ι. Τ., που αφορά στην ιδιοκτησία της Μ. Κ., εμφαίνεται ως όμορη, η ιδιοκτησία της τριτανακόπτουσας Ιεράς Μονής. Και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την τελευταία φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, προκύπτει, ότι το επίδικο ακίνητο εκτείνεται πάνω από τον παλαιό Μοναστηριακό τοίχο, μεγάλου μήκους, του Ατενίου, που είναι και το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής. Οι καταθέσεις των μαρτύρων των καθών-εναγομένων δεν παρέχουν πειστικές εξηγήσεις και δεν δικαιολογούν γιατί, ενώ η επίδικη περιοχή περιβάλλεται από το Μοναστηριακό τοίχος, εν τούτοις θεωρούν, ότι το σύνορο των κτημάτων της Ιεράς Μονής βρίσκεται βορειότερα και συγκεκριμένα στο δρόμο, ο οποίος αρχίζει από το Ατένι και καταλήγει στο Γαύριο. Η επίδικη έκταση δεν είχε ποτέ μορφή, που να χρησιμεύει για συστηματική καλλιέργεια, το δε επικαλούμενο και προσκομιζόμενο 1768/14.5.2001 έγγραφο του δασολόγου Α. Γ., που εκδόθηκε μετά από σχετική αίτηση της Α. Μ., δεν προσδίδει κάποιο νέα στοιχείο, που να διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού α χαρακτηρισμός της επίδικης έκτασης ως αγροτικής, έλαβε χώρα το έτος 2001, δηλαδή μετά την κατάληψή της και την παροχή από την εν λόγω αιτούσα του παραπάνω ειδικού πληρεξουσίου. Ουδέποτε ασκήθηκαν στο επίδικο πράξεις νομής από τους Α. Μ., Μ. Μ., Ν. Μ., Ε. Μ., Ν. Λ., ούτε κατά το απώτατο παρελθόν, το οποίο επιμελούνταν η τριτανακόπτουσα με τα όργανά της και με τους τρίτους μισθωτές, που ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι της και μόλις πληροφορήθηκε την προαναφερόμενη συμπαιγνία με την εικονική δίκη έσπευσε να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα της. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη τριτανακοπή - αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγής της αναιρεσίβλητης ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, α) της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 102.610 τ.μ., με προσδιορισμό των ορίων του, με διερχόμενο καλογερικό μονοπάτι, με υπόλοιπο τμήμα ιδιοκτησίας (κλείσμα) Α. Μ. και ήδη οικογένειας Π., με ρεματιά και με ακίνητο κληρονόμων Α. Τ. και με την ειδικότερη επισήμανση, ότι αυτό διαχωρίζεται, από τα υπάρχοντα στην περιοχή ιδιωτικά ακίνητα, με συνεχόμενο παλαιό τοίχο, β) του προσδιορισμού του όμορου του επιδίκου ακινήτου της Α. Μ., ότι αυτό είχε έκταση 12 στρεμμάτων, αποτελείται δε από περίκλειστο από ξερολιθιά (ξηρόκλεισμα) τμήμα, καθώς και από ένα εξωχώραφο, δηλαδή κομμάτι γης, που βρίσκεται έξω από το περίκλειστο χωράφι, γ) και ότι το τελευταίο δεν συμπίπτει με το επίδικο, το οποίο εκτείνεται πάνω από τον παλαιό μοναστηριακό τοίχο, μεγάλου μήκους, του Ατενίου, που είναι και το ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας της Ιεράς Μονής, την κυριότητα δε αυτού δεν απέκτησε η Α. Μ., με παράγωγο ή με χρησικτησία, αλλά το κατέλαβε με τη δικαιολογία, ότι η έκταση αυτή αποτελεί προέκταση της ιδιοκτησίας της και καταλαμβάνεται από το εξωχώραφο, και δ) ως προς το είδος του επίδικου ακινήτου, ότι αυτό αποτελείται από εκκλησιαστικούς χώρους και αστικά ακίνητα, τα οποία νεμόταν η αναιρεσίβλητη, με τους μοναχούς της και με τους τρίτους, στους οποίους εκμίσθωνε αυτά. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρ.559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

5.- Επειδή, κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του σχετικά με τα στην προηγούμενη σκέψη αναφερόμενα ουσιώδη ζητήματα, το από 21-8-1948 ιδιωτικό συμφωνητικό τετραετούς μίσθωσης, το 1845/4-12-1938 μισθωτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άρνης Γ. Τσετσενέκου, και το από 27-10-1952 ιδιωτικό συμφωνητικό, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν στο Εφετείο οι ήδη αναιρεσείοντες. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-10-2007 αίτηση των Ν. Μ., κλπ, για αναίρεση της 195/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες, εκτός του δευτέρου Γ. Ν. Μ., στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ