448/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 448 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 448/2009
Legislator headnote
AI generated448/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 448 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 448/2009
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 448 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 448/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Βούλγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΑΛΜΥΡΟΥ", που εδρεύει στον ..., νομίμως εκπροσωπουμένου και 2) του Ψ2, προέδρου του Δ.Σ. της ανωτέρω ενώσεως, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Βασίλειο Φυτιλή και Γεώργιο Κοντομαρίνο, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2002 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 330/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-4-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 20.3.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τα άρθρα: α) 3 παρ. 1 εδ. α, 2 εδ. β και 5 εδ. β' του κυρωθέντος με την 256/7 Μαΐου 1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου Ν.1859/1944 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν.785/1943 περί καταργήσεως διατάξεων αφορωσών την νομοθεσίαν των γεωργικών συνεταιρισμών", β) 2 παρ. 1 εδ. α και 3 3 παρ. 1, 2 και 4 εδ. β του από 23/30 Ιουλίου 1946 β.δ/τος "περί της υπαλληλικής καταστάσεως του προσωπικού των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων", όπως το εδ. α της παρ. 1 του άρθρου 3 του διατάγματος αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του β.δ/τος της 18 Αυγούστου/2 Σεπτεμβρίου 1953 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του από 23/30-7-1946 β.δ. κ.τ.λ.", και γ) 1 παρ. 4, 33 και 72 παρ. 1 και 2 του Ν.1541/1985 "περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων", που με την τελευταία από τις εν λόγω διατάξεις του διατήρησε σε ισχύ και όλες τις προηγούμενες ως άνω διατάξεις, ορίζονται, αντιστοίχως, τα εξής: 1) "Το προσλαμβανόμενον υπό των πάσης φύσεως και παντός βαθμού γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων προσωπικόν είναι μόνιμον". "Ο αριθμός των θέσεων και ο τρόπος προσλήψεως των υπαλλήλων και υπηρετών εκάστης γεωργικής συνεταιριστικής οργανώσεως και της Συνομοσπονδίας Γεωργικών Συνεταιρισμών καθορίζονται δια του εσωτερικού κανονισμού αυτών, ψηφιζομένου υπό της γενικής συνελεύσεως και εγκρινομένου κατά τας περί εγκρίσεως των καταστατικών των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διατάξεις του παρόντος νόμου". "Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνουν δια τας εργασίας των ημερομίσθιον έκτακτον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν κατά τα ειδικώτερον δια του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως καθορισθησόμενα". 2) "Αι παρ' εκάστη συνεταιριστική οργανώσει μόνιμοι θέσεις ή τυχόν εις υπηρεσίας ή τμήματα υποδιαίρεσης εκάστης οργανώσεως και η ονομασία τούτων και ο αριθμός των δυναμένων να προσληφθώσιν υπαλλήλων καθορίζονται δια του εσωτερικού κανονισμού εκάστης οργανώσεως". "Το προσωπικόν το προσλαμβανόμενον εις τας υπό του κανονισμού προβλεπομένας μονίμους οργανικός θέσεις είναι μόνιμον. Οι το πρώτον εις μονίμους θέσεις των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων διοριζόμενοι υπάλληλοι ή υπηρέται τελούσιν υπό δοκιμασίαν, μη δυνάμενοι να μονιμοποιηθώσι προ της παρελεύσεως ενός έτους, καθ' ο αργεί η δια της μονιμότητας καθιερουμένη προστασία". "Κατά το διάστημα τούτο δύνανται οι τοιούτοι υπάλληλοι να απολυθώσι κατά την κρίσιν του κατά τον εσωτερικόν κανονισμόν αρμοδίου οργάνου της συνεταιριστικής οργανώσεως, επί τη καταβολή της αποζημιώσεως της προβλεπομένης υπό της περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας εκάστοτε κειμένης νομοθεσίας". "Αι αυταί οργανώσεις δύνανται να προσλαμβάνωσι δια τας εργασίας των ημερομίσθιον ή επί συμβάσει εργατοτεχνικόν προσωπικόν". Και 3) "Συμπληρωματικά, για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν, εφαρμόζονται οι κανόνες του εμπορικού και του αστικού δικαίου". "Η γενική συνέλευση, με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 25 παρ. 2, εκδίδει εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του συνεταιρισμού, ο οποίος καθορίζει: α) τους όρους λειτουργίας του συνεταιρισμού ... 2. Από τη δημοσίευση του παραπάνω κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταργούνται ο Ν.1859/1944 και το β.δ. 23/30-7-1946, όπως τροποποιήθηκαν. Οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν.1859/1944 και του άρθρου 3 του β.δ. 23/30-7-1945 εξακολουθούν να ισχύουν". Βάσει της παραπάνω εξουσιοδοτικής διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 27346/17-10-1990 κοινή Απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ β 700/7-11-1990), με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, ο οποίος ορίζει στο άρθρο 6, ότι το προσωπικό των Οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο) και σε έκτακτο και στο άρθρο 8, ότι για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή εποχιακών αναγκών το Διοικητικό Συμβούλιο της Οργάνωσης μπορεί να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση ορισμένου χρόνου διαρκείας μέχρι 12 μηνών (παρ. 1). Μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να συναφθεί σύμβαση ορισμένου χρόνου πριν από την πάροδο τουλάχιστον 4 μηνών από τη λήξη της. Περαιτέρω, το άρθρο 46 του Ν.2169/1993 (ΦΕΚ Α/149) "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις", που ισχύει από 10-9-1993, ορίζει στην παρ. 1 ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις είναι α) τακτικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Οργάνωσης και καταλαμβάνει θέσεις οι οποίες προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της και β) προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχιακές και πρόσκαιρες ανάγκες της Οργάνωσης, και στην παρ. 2, ότι η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την υπ' αριθμ. 27346/1990 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Εργασίας, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών", που ρύθμιζαν τη λειτουργία των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων κατά το κρίσιμο, στην προκειμένη περίπτωση, χρονικό διάστημα 1988-2002, προκύπτουν τα εξής: 1) Ότι το προσωπικό των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων διακρίνεται σε τακτικό (μόνιμο), που καταλαμβάνει τις οργανικές θέσεις που ορίζει το καταστατικό κάθε οργανώσεως, και έκτακτο που προσλαμβάνεται ως ημερομίσθιο ή με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση ειδικών, εκτάκτων, εποχιακών ή πρόσκαιρων αναγκών. 2) Ότι η διάρκεια της συμβάσεως του εκτάκτου προσωπικού δεν μπορεί να υπερβεί το έτος και 3) Ότι δεν προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση αορίστου χρόνου και κατά συνέπεια, αν γίνουν διαδοχικές ανανεώσεις της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου και η εργασία που εκτελεί καλύπτει πάγιες ανάγκες της Οργανώσεως, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 ν.2112/1920, η δε σύμβαση δεν μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου, αφού ο νόμος επιβάλλει την πρόσληψη του προσωπικού αυτού μόνο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1 και 2 εδαφ. α, 3 παρ. 1 και 2 και 6 παρ. 1 και 2 του Ν.1387/1983 "Έλεγχος Ομαδικών Απολύσεων και άλλες διατάξεις" προκύπτει ότι στις ομαδικές απολύσεις εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις οι σχετικές με την έγκυρη λύση της εργασιακής σχέσεως και την καταβλητέα αποζημίωση (απολύσεως) στους εργαζόμενους των επιχειρήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου, οι οποίοι απασχολούνται πραγματικά ανεξαρτήτως του κύρους της συμβάσεως εργασίας, ενώ, αντίθετα, δεν εφαρμόζονται για τους εργαζόμενους με σύμβαση ορισμένου χρόνου, εάν η απόλυση έγινε όχι πριν αλλά με τη λήξη του χρόνου τους, διότι η απόλυση στις περιπτώσεις αυτές είναι αναμενόμενη και προδιαγεγραμμένη. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α' και 19 Κ.Πολ.Δ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε εγγράφως στον ... στις 4-4-1988, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων αγροτική οργάνωση με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αλμυρού" προσέλαβε την αναιρεσείουσα - ενάγουσα στην υπηρεσία της προκειμένου να παρέχει την εργασία της στο διατηρούμενο από αυτή κατάστημα τροφίμων "Σούπερ-μάρκετ", ως χειρίστρια ταμειακής μηχανής, ή και εις οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση ή εκμετάλλευση αυτής, μέχρι την 31-12-1988. Μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, η ανωτέρω σύμβαση παρετάθη εγγράφως, για ένα έτος, λήγουσα την 31-12-1989. Όμως, και μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, η αναιρεσείουσα συνέχισε να παρέχει την εργασία της, ως χειρίστρια ταμειακής μηχανής, για λογαριασμό της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στην ίδια επιχείρησή της, αμειβομένη επί τη βάσει των ισχυουσών εκάστοτε συλλογικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων στις συνεταιριστικές Οργανώσεις. Κατά το έτος 2001, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα, στα πλαίσια εξυγιάνσεως των επιχειρήσεών της, προήλθε στην απόφαση της εκμισθώσεως της ανωτέρω επιχειρήσεώς της "Σούπερ-μάρκετ", που διατηρούσε στον ..., στην Α.Ε, υπό την επωνυμία "Α. Μπαλής και Σια Α.Ε.", η οποία εδρεύει στα ... . Προς τούτο κατηρτίσθηκε μεταξύ τους το από 27-12-2001 "ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ακινήτου και επιχειρήσεως", δια του οποίου αυτή εξεμίσθωσε στην ανωτέρω εταιρεία, ως σύνολο, την επιχείρηση της "σούπερ-μάρκετ", μετά των χώρων στους οποίους αυτή λειτουργούσε για χρονικό διάστημα δέκα ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.500.000 δραχμών. Δια του 11ου όρου του συμφωνητικού αυτού, συνωμολογήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι "το προσωπικό, που εργάζεται στην εκμισθούμενη επιχείρηση, θα συνεχίσει, εφόσον επιθυμεί, να εργάζεται κανονικά στην επιχείρηση ...". Ορίσθηκε δε συνάμα ότι "από την υπογραφή του παρόντος και εφεξής οι ανωτέρω εργαζόμενοι διαγράφονται από την δύναμη των εργαζομένων της εκμισθωτρίας και αποτελούν προσωπικό της μισθώτριας". Η αναιρεσείουσα, κληθείσα να παρέχει την εργασία τα στην νέα εργοδότρια, αρνήθηκε αυτό, θεωρώντας ότι έτσι μεταβάλλεται το καθεστώς της απασχολήσεώς της, εφόσον πλέον δεν θα υπήγετο στις Σ.Σ.Ε. που διέπουν τις Συνεταιριστικές Οργανώσεις, αλλά σ' αυτές που διέπουν τους εργαζομένους στις Εμπορικές Επιχειρήσεις και θα έπαυε να είναι ασφαλισμένη στο Τ.Α.Υ.Σ.Ο. Κατόπιν τούτου και ενόψει του ότι δεν ήτο δυνατή η απασχόληση της αναιρεσείουσας σε άλλη θέση εργασίας, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων προέβη σε καταγγελία της εργασιακής σχέσεως της αναιρεσείουσας, η οποία επεδόθηκε, στην τελευταία την 27-12-2001 και έκτοτε έπαυσε να αποδέχεται την εργασία της. Με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η καταγγελία αυτή της συμβάσεως εργασίας της είναι άκυρη, ως γενόμενη κατά παράβαση του άρθρου 57 του ισχύοντος Εσωτερικού Κανονισμού Καταστάσεως του Προσωπικού της πρώτης των αναιρεσιβλήτων εφόσον η ίδια ανήκει στο μόνιμο προσωπικό της τελευταίας, κατέχουσα μία εκ των ένδεκα οργανικών θέσεων εισπρακτόρων-αποθηκαρίων που προβλέπει ο ανωτέρω Κανονισμός, από 31-12-1996, κατόπιν της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Από τα ως άνω όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα, από 31-12-1996, εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της πρώτη των αναιρεσιβλήτων ώστε, εν σχέσει προς την απόλυσή της, να υπάγεται στη διαδικασία του άρθρου 57 του Εσωτερικού Κανονισμού Καταστάσεως του Προσωπικού της τελευταίας. Δια της επικαλουμένης δε υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, διά της οποία έγιναν οι τοποθετήσεις του προσωπικού αυτής, επί τη βάσει του νέου Εσωτερικού Κανονισμού Καταστάσεως του Προσωπικού της, η αναιρεσείουσα τοποθετήθηκε απλώς στη θέση της χειρίστριας ταμειακής μηχανής, όπως και πριν, χωρίς αυτό να έχει την έννοια της εντάξεώς της στο μόνιμο προσωπικό της πρώτης των αναιρεσιβλήτων δια την οποία απητείτο να έχει προηγηθεί διενέργεια διαγωνισμού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του ανωτέρω Κανονισμού περιστατικό το οποίο και δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα. Ωσαύτως, αυτή διατείνεται ότι η ανωτέρω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της είναι άκυρη, ως παράνομη και καταχρηστική, εφόσον: α) Η μεταβίβαση της ανωτέρω επιχειρήσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων δεν επηρεάζει την εργασιακή σχέση της ιδίας, διότι ήταν δυνατόν να μετακινηθεί σε ένα από τα επτά τμήματα των Κεντρικών υπηρεσιών της πρώτης των αναιρεσιβλήτων με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας άλλων, νεωτέρων εργαζομένων, με λιγότερα χρόνια υπηρεσίας. Η πρώτη των αναιρεσιβλήτων όμως, εκ λόγων εκδικήσεως, συνεπεία του ότι η ιδία αρνήθηκε να αποδεχθεί την βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της και δεν είχε συγγενικό, φιλικό ή κομματικό δεσμό με κανένα μέλος της, προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, παρά το γεγονός ότι είχε 13 έτη υπηρεσίας και ήταν έγγαμη με δύο ανήλικα τέκνα, β)η πρώτη των αναιρεσιβλήτων προέβη σε ομαδική απόλυση τεσσάρων εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και η ίδια, χωρίς να προσέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και να γνωστοποιήσει εγγράφως τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται η πραγματοποίηση της ομαδικής απολύσεως και γ) δεν καταβλήθηκε σ' αυτή η νόμιμη αποζημίωση, εκ δραχμών 4.249.720, ενώ η αναγραφομένη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, εκ δραχμών 3.925.929, δεν είναι η προσήκουσα. Όμως, συνεχίζει το Εφετείο, προϋπόθεση των επικαλουμένων, ως άνω, λόγων ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας είναι η ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Στην παρούσα περίπτωση, όμως η αναιρεσείουσα προσελήφθη από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, δια συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία, παραταθείσα για ένα έτος, συνεχίσθηκε και ακολούθως. Η διαδοχική, όμως, ανανέωση της συμβάσεως αυτής δεν την κατέστησε αορίστου χρόνου παρά το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα εχρησιμοποιείτο προς κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχειρήσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, εφόσον από τον νόμο επιβάλλεται από την τελευταία, ως αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, η πρόσληψη εκτάκτου προσωπικού μόνο δια συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου. Επί της συμβάσεως επομένως αυτής δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 2112/1920, περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και καταβολής της, από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενης, αποζημιώσεως, που προϋποθέτουν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Το γεγονός δε ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση και κατέβαλε σ' αυτή την, κατά την κρίση της, αναλογούσα αποζημίωση, δεν καθιστά την ένδικη σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία δεν προβλέπεται από τον νόμο, δια το έκτακτο προσωπικό αυτής. Εξάλλου, ενόψει του χαρακτήρα της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσεως ως τοιαύτης ορισμένου χρόνου, δεν έχουν εφαρμογή, ως προς την αναιρεσείουσα οι διατάξεις του Ν. 1387/1983, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις των ομαδικών απολύσεων, αφού η ίδια δεν επικαλείται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της έγινε πριν τη λήξη του χρόνου της ανανεωθείσας συμβάσεως ορισμένου χρόνου, όταν και μόνον θα μπορούσε να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας αυτής, δια τον μετέπειτα χρόνο. Ωσαύτως, πρέπει να απορριφθεί και ο αγωγικός ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως εν προκειμένω του διευθυντικού δικαιώματος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, εφόσον αυτός ερείδεται επί των αυτών ως άνω πραγματικών περιστατικών και δεν δύναται να αξιωθεί από την τελευταία, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, η διατήρηση της παράνομης σχέσεως εργασίας και η αποδοχή περαιτέρω της εργασίας του παρανόμως εργαζομένου μισθωτού. Η από αυτή δε λύση της τοιαύτης παράνομης εργασιακής σχέσεως δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Περαιτέρω, δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω οι διατάξεις του άρθρου 5 του Π.Δ. 81/2003, που εξεδόθη, προς προσαρμογή της ελληνικής Νομοθεσίας στην υπ' αριθμ. 1999/70/Ε Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι ανεξαρτήτως του ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου, στην παρούσα περίπτωση επιβάλλεται από διατάξεις νόμου και Κανονισμού με ισχύ νόμου, που προβλέπεται ως αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί την χωρίς περιορισμό ανανέωση, ούτε η σύμβαση εργασίας ούτε ανανέωση αυτής έλαβε χώρα υπό την ισχύ αυτού του Π.Δ/τος. Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 2-1-2002 αγωγή της αναιρεσείουσας για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Με τις εκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου καθώς και εκείνες των άρθρων 281, 643, 669, 671 ΑΚ, 1, 3, και 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και 5 της 99/70/1999 Οδηγίας της ΕΟΚ, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τρίτος, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ απορρέοντες, λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2007 αίτηση της Χ περί αναιρέσεως της 330/2004 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ