Legislator Case Law & Legislation
448/2008 AI generated

448/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 448/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 448 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 448/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, ΧαράλÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 448 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 448/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ........, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Παπαθανασίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-1979 αγωγή των αρχικών διαδίκων (Ψ1 και Ψ), που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8833/1980, 4180/1983, 746/1984, 1392/1994 προδικαστικές, 8302/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-7-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 30-11-2004 έκθεσή του ήδη προαχθέντος σε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου Βασιλείου Νικόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από την ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, ακριβές αντίγραφο της από 26-4-2006 κλήσεως αυτών προς την αναιρεσείουσα μετά της επ' αυτής υπάρχουσας πράξης ορισμού δικασίμου προς συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο.

Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτής.

ΕΠΕΙΔΗ, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ.11 εδ.γ' λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ότι το φερόμενο ως παραλειφθέν αποδεικτικό μέσο όχι μόνο επικαλέσθηκε αλλά και προσκόμισε ο διάδικος, κατά νόμιμο τρόπο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά τον οποίο το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε ενώπιον του, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί διότι δεν αναφέρεται ότι προσκόμισε τα έγγραφα αυτά νομίμως στο Εφετείο κατά τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να θεωρηθεί ορισμένος πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο έλαβε υπόψη ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα πράγματα είναι ουσιώδη και τέλος να μνημονεύεται το σφάλμα από την μη λήψη υπόψη των πραγμάτων. Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος αυτού από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το δικάσαν Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσίβλητους ενώπιόν του είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται ποια είναι τα συγκεκριμένα πράγματα που το Εφετείο έλαβε υπόψιν χωρίς να προταθούν, ούτε τα λοιπά ως άνω αναγκαία κατά νόμο για την πληρότητα αυτού στοιχεία. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του στηριζόμενος στο άρθρο 559 αρ.19 ότι δηλαδή η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης διότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες αφού δέχεται ότι ο δεύτερος των αρχικώς εναγόντων Ψ "αγόρασε άτυπα" αγροτεμάχιο και προκειμένου να αναγνωρίσει η απόφαση ως κύριο αυτόν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας τον εμφανίζει εντός αυτού εγκαταβιούντα, είναι απορριπτέος προεχόντως και ανεξαρτήτως άλλου τινός, ως αβάσιμος καθόσον η ως άνω παρατιθέμενη αιτιολογία ως παρατίθεται δεν είναι αντιφατική.

ΕΠΕΙΔΗ, από την διάταξη του άρθρου 400 παρ.3 ΚΠολΔ κατά την οποία "δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορούν να έχουν συμφέρον από την δίκη" προκύπτει ότι ως συμφέρον από τη δίκη κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται το εξαρτώμενο από το αποτέλεσμα της δίκης και αποτελεί αναγκαία συνέπεια αυτής, δεν είναι δε εξαιρετέος κάποιος μάρτυρας κατά τη διάταξη αυτή εκ μόνου του λόγου ότι είναι τέκνο του διαδίκου με επιμέλεια του οποίου εξετάζεται, ούτε εκείνος που καθίσταται διάδικος στη δίκη μετά τη μαρτυρική κατάθεσή του. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11 εδ.α' ΚΠολΔ κατά τον οποίο το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση της θυγατέρας των αρχικών διαδίκων Ψ1 που εξετάσθηκε ως μάρτυρας με επιμέλεια των εναγόντων γονέων της και ακολούθως μετά το θάνατο αυτών κατέστη διάδικος στη δίκη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΕΠΕΙΔΗ, προς διάγνωση της ιδρύσεως ή μη του από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως αν δηλαδή το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ο Άρειος Πάγος θα ελέγξει σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του ίδιου Κώδικα το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης από την οποία ο αναιρεσείων προβάλλει την ύπαρξη ή μη του δεδικασμένου την οποία πρότεινε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς πρέπει ο ίδιος να προσκομίζει αυτό-ενώπιον του Αρείου Πάγου, προς απόδειξη του προτεινόμενου λόγου. Διαφορετικά ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση διότι παρά το νόμο δεν δέχθηκε το προτεινόμενο δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 2749/1999 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσης εφέσεως με την υπ' αριθμ. 5653/1959 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι δεν προσκομίσθηκε η ως άνω απόφαση ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της συνδρομής ή μη του λόγου αυτού αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-7-2003 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 183/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ