Legislator Case Law & Legislation
448/2006 AI generated

448/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 448/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 448 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 448/2006

Legislator headnote

AI generated

448/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 448 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 448/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 448 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 448/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Α. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαμουήλ Αλχανάτη, περί αναιρέσεως της 36757/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1886/2004.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικ. με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή και δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της τιμωρείται με τις προβλεπόμενες εκεί ποινές. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά την ισχύ (από 4-6-1996) του ν. 2408/1996 ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 α' ότι προστίθεται στο άρθρο 1 του άρθρου 79 ν. 5960/1933, η παράγραφος 5, κατά την οποία "η ποινή δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε". Περαιτέρω με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παράγραφο 5, κατά το οποίο "για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου" ενώ στην παρ. 2 εδαφ. α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ του άρθρου 4 του ν. 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης, της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δικαιούχος της έγκλησης μπορεί να είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή και όχι οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής, καθόσον ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος είναι εκείνος της εμφάνισης της επιταγής και η έγκληση χορηγείται στον παθόντα κομιστή που την εμφανίζει και διαπιστώνεται η αδυναμία ικανοποίησής του, λόγω της έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη. Η λύση αυτή συμπορεύεται με τη γενική διάταξη του άρθρου 118 παρ. 1 ΠΚ που ορίζει ότι "το δικαίωμα της έγκλησης ανήκει στον άμεσα παθόντα από την αξιόποινη πράξη, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά με ειδική διάταξη". Έτσι στο εν λόγω έγκλημα αμέσως ζημιωθείς, που δικαιούται και αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ, είναι μόνο ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο εμφάνισής της και βεβαίωσης της μη πληρωμής της (Ολ. ΑΠ 30/2003). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' ΚΠΔ , λόγο αναίρεσης συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση που το δικαστήριο καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρα 41 και 42). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της υπ' αριθμ. 36757/2004 απόφασης του ως εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για έκδοση ακάλυπτων επιταγών, το εν λόγω Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων στις 15-5-1999, 5-6-1999 και 16-6- 1999 εξέδωσε σε διαταγή της Γ. Τ. τις περιγραφόμενες στην απόφασης τρεις επιταγές 3.500.000, 2.500.000 και 2.500.000 δραχμών, αντιστοίχως, πληρωτέες η πρώτη στη Γενική Τράπεζα και οι λοιπές στην Εμπορική Τράπεζα. Ότι οι επιταγές αυτές μεταβιβάσθηκαν με οπισθογράφηση στην τότε Ιονική Τράπεζα, από την οποία στη συνέχεια εμφανίσθηκαν στις πληρώτριες Τράπεζες για πληρωμή, πλην όμως δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Ότι η ανωτέρω κομίστρια από οπισθογράφηση Γ. Τ., ως εξ αναγωγής υπόχρεως, πλήρωσε τα ποσά των επιταγών στην τελευταία κομίστρια Ιονική Τράπεζα και στη συνέχεια υπέβαλε αρμοδίως, στις 20-8-1999, έγκληση κατά του αναιρεσείοντος εκδότη των επιταγών, με βάση την οποία ασκήθηκε η παρούσα ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Ακολούθως το Εφετείο, κρίνοντας ότι η αναφερθείσα Γ. Τ., ως προηγούμενη κομίστρια των επιταγών και καταβαλούσα στην τελευταία κομίστρια Ιονική Τράπεζα την αξία αυτών, είχε ως αμέσως παθούσα το δικαίωμα υποβολής της έγκλησης, προχώρησε στην καταδίκη του αναιρεσείοντος για την πράξη της κατ' εξακολούθηση έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, αφού προηγουμένως απέρριψε σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της ασκηθείσης εναντίον του ποινικής δίωξης. Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν, επειδή η εγκαλούσα Γ. Τ. δεν ήταν τελευταία κομίστρια των επίμαχων επιταγών και κατά συνέπεια δεν ήταν αμέσως παθούσα από την αξιόποινη πράξη, δεν είχε δικαίωμα υποβολής έγκλησης και ως εκ τούτου η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος με βάση την έγκληση αυτή, για την εν λόγω πράξη, ήταν απαράδεκτη. Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να προχωρήσει στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου υπερέβη την εξουσία του και πρέπει, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ σχετικού πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και περαιτέρω, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 517 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος, με βάση την παραπάνω έγκληση, ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 ν. 5960/1933.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 36757/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Κηρύσσει απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά του Σ. Α. του Ν. ποινική δίωξη, για την κατ' εξακολούθηση έκδοση αναφερόμενων των στο σκεπτικό τριών ακάλυπτων επιταγών, με βάση την εκεί επίσης αναφερόμενη έγκληση της Γ. Τ..

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ