Legislator Case Law & Legislation
447/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and rejects request for remittal due to vague amount claims.

Case Number 447/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court upheld the lower court's decision to annul the first-instance judgment while rejecting the appellant's request to remit the case. The court found the appellant's supplementary request for remittal inadmissible because it failed to specify the exact amounts paid to the defendants or the total debt owed. Consequently, the court ordered the defendants to pay the appellant's legal costs for all proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The court may annul a judgment but must reject a request for remittal if the applicant fails to clearly define the specific monetary amounts involved in the claim.

Keywords

AI generated
request for remittal vague amount claims inadmissible request legal costs award annulment of judgment Code of Civil Procedure public law entity

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
Common Decision of the Ministers of Economy and Justice 134423/1992
Article 17 of Law 3086/2002
Articles 4 and 20 of Law 4831/2021
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 447 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 447/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανη αυτού. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία - Επιστήμη Μουστακάτου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ο. Σ., 2.Ε. Γ., 3.Ε. Χ., 4.Θ. Ξ., 5.Δ. Φ., 6.Ε. Μ., 7.Α. Σ., 8.Μ. Κ., 9.Μ. Μ., 10.Ε. Φ., 11.Χ. Σ., 12.Μ. Μ., 13.Φ. Τ., 14.Ε. Δ., 15.Χ. Ι., 16.Δ. Κ., 12.Π. Κ., 18.Ά. Τ., 19.Μ. Χ., 20.Α. - Χ. Κ., 21.Π. Π., 22.Φ. Κ., 23.Ε. Γ., 24. Γ. Β., 25.Κ. Τ., 26.Α. Φ. - Μ., 27.Κ. Λ. και 28.Ε. Π., κατοίκων .... Οι 1η, 2η, 4η, 7η, 8η, 9η, 11η, 14η, 15η, 17η, 18η, 20η, 21η, 22η, 23η και 24η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί 3η, 5η, 6η, 10η, 12η, 13η, 16ος, 19η, 25η, 26η, 27ος και 28η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2002 (με αριθμό κατάθεσης 1483/2002) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 533/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3383/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 12-10-2004 αίτηση και τους από 9-11-2022 προσθέτους λόγους. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος ανέγνωσε την από 14-11-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μαρίου - Φωτίου Χατζηπανταζή με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την από 1-12-2022 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρόσθετου λόγου σε συνδυασμό με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 17 Μαρτίου 2022 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά των καθών η κλήση-αναιρεσίβλητων φέρεται προς συζήτηση η από 12 Οκτωβρίου 2004 με αριθμ. καταθ. 129/15.10.2004 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 3383/11.6.2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, λόγω ματαίωσης της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο τις 28.11.2006.

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).

Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1.1.2016 (σύμφωνα με την παρ.4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ιδίου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του.

Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα ( ΑΠ 1578/2021, 1170/2021, ΑΠ 1305/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που επισπεύδεται με την από 17.3.2022 κλήση του αναιρεσείοντος, στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (17.1.2023), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 3η, 5η, 6η, 10η, 12η, 13η, 16ος, 19η, 25η, 26η, 27ος και 28η καθών η κλήση-αναιρεσίβλητοι, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως από το καλούν-αναιρεσείον ΝΠΔΔ υπ'αριθμ. 56Θ/30.3.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας … Ά. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 17.3.2022 κλήσης και της συγκοινοποιούμενης με αυτή ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Αθηνών Αγγελική Καραμιχαλάκου, ως πληρεξούσια δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων, η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 3383/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των εφεσίβλητων στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή της.

Συνακόλουθα, εφόσον οι 3η, 5η, 6η, 10η, 12η, 13η, 16ος, 19η, 25η, 26η, 27ος και 28η καθών η κλήση-αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά την παραπάνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 12 Οκτωβρίου 2004 και με αριθ. κατ. 129/15-10-2004 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 3383/11-6-2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 9.6.2003 και με αριθ. κατ. 977/26.6.2003 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

κατά της με αριθ. 533/2003 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 10.12.2002 και με αριθ. κατ. 1483/16.12.2002 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Με την εν λόγω αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι οι 1η έως και 23η από αυτούς προσλήφθηκαν το έτος 1997 από το εναγόμενο ΝΠΔΔ, με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου και συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες υπέκρυπταν συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που από το Δεκέμβριο του έτους 2001, με τις διατάξεις του ν.2839/2000, οι συμβάσεις τους ετράπησαν σε συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι οι 24η, 25η, 26η, 27ος και 28η εξ αυτών προσλήφθηκαν από το εναγόμενο εξ' υπαρχής με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Ότι οι 1η έως και 23η από αυτούς (ενάγοντες) το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.12.2002 και οι 24η, 25η, 26η, 27ος και 28η από αυτούς το χρονικό διάστημα από 1.7.2000 έως 31.12.2002, χειρίζονταν, κατ'εντολή της υπηρεσίας τους, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, καθόλη τη διάρκεια της εργασίας τους, αναπληρώνοντας τα καθήκοντα των χειριστών Η/Υ, ελλείψει αντιστοίχων οργανικών θέσεων πληροφορικής, έχοντας τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα και υπερδιετή υπηρεσία που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ.11 του ν. 2470/1997 και 18 του Π.Δ. 194/1988, χωρίς το εναγόμενο να τους καταβάλει το επίδομα πληροφορικής ύψους 25.000 δραχμών το μήνα.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει το ως άνω επίδομα πληροφορικής, το οποίο λαμβάνουν άλλοι υπάλληλοι, οι οποίοι κατέχουν θέσεις χειριστών Η/Υ, με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και ειδικότερα α) σε καθένα από τους 1η έως και 23η ενάγοντες το συνολικό ποσό των 2.641,32 ευρώ, και β) σε καθένα από τους 24η, 25η, 26η, 27ος και 28η ενάγοντες το συνολικό ποσό των 2.201,10 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών) με την υπ' αριθ. 533/2003 απόφασή του α) απέρριψε ως απαράδεκτη την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής, β) έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς την κυρία βάση της, δέχθηκε αυτή αα) ως κατ'ουσία βάσιμη ως προς τους 1η έως και 24η ενάγοντες και ββ) εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμη ως προς τους 25η, 26η, 27ο, και 28η ενάγοντες και επιδίκασε στον καθένα από τους 1η έως και 23η ενάγοντες το ποσό των 2.641,32 ευρώ, στην 24η ενάγουσα το ποσό των 2.201,10 ευρώ και στον καθένα από τους 25η, 26η, 27ο, και 28η ενάγοντες το ποσό των 1.467,4 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την προσβαλλόμενη απόφασή του (3383/2004), δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 569 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (Α 190), που, κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 4912/2022 (Α` 59), εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, ορίζεται ότι " 1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2.

Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Αντίγραφα των προσθέτων λόγων, τα οποία εκδίδονται ατελώς, αφού κατατεθούν από τον αναιρεσείοντα, παραδίδονται από τον γραμματέα του Αρείου Πάγου ένα στον εισηγητή της υπόθεσης για τους σκοπούς του άρθρου 571 και ένα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα στην παραπάνω προθεσμία των τριάντα ημερών.

Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ άσκησε προσθέτους λόγους με το από 9.11.2022 δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμ. κατάθεσης 145/10.11.2022 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, κατ'άρθρο 569 παρ.2 του ΚΠολΔ, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17.1.2023), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως υπ'αριθμ. 1484Θ/7.12.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας Ά.

Κ., προς την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Αγγελική Καραμιχαλάκου, η οποία, όπως προεκτέθηκε, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 569, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου, έναντι αυτών και, συνεπώς, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά και για εκείνη την κατηγορία, που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και, κατά συνέπεια, το δικαστήριο επιδικάζει τη παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος ( ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 3/2013). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής, χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022).

Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερουμένης, με την πιο πάνω διάταξη, αρχής της ισότητας, αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία εφαρμόζεται επί μισθωτών, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα ( ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022).

Δεν συντρέχει όμως τοιαύτη περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, που κατά τη σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες, σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών, που δεν συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές και οι οποίοι, κατά συνέπεια, απασχολούνται με διαφορετικούς όρους εργασίας (ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" ( Α` 40 ), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 1.1.2004 με το άρθρο 55 του Ν. 3205/2003 (Α` 297), ορίσθηκε ότι : "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα : [...] 11.

Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α`), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα, ως εξής :

α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων, σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης, άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται, κατά πλήρες ωράριο εργασίας, σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες ( 15.000 ) δραχμές.

Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".

Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997, διατηρήθηκαν, στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί, κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής, που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν, με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ, προς άρση κάθε αμφισβήτησης, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι: "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής, καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος".

Ακόμη, κατά το άρθρο 31 του ν. 2470/1997 ορίσθηκε ότι "Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, καταργούνται : ( ... ) η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού, ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν".. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι, από την 1.1.1997, ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εν λόγω νόμου (άρθρο 33), καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής, σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους, που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 ( και ήδη π.δ/μα 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους, που είναι απλοί χρήστες Η/Υ (ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022).

Τοιαύτη διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π. )", με το άρθρο 7 του π.δ/τος 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου" ( Α` 51), διαιρουμένη σε τρία τμήματα (Οργάνωσης και Μεθόδων, Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων και Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις μονίμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου προσωπικού ανά κλάδο και ειδικότητα.

Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων, για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής, ειδικά στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, συνισταμένη σε διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά, απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ), κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, χωρίς τη χρήση του οποίου, η προσήκουσα παροχή των υπηρεσιών τους δεν θα ήταν εφικτή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του άνω επιδόματος.

Η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής για τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 μόνο στη συγκεκριμένη κατηγορία εξειδικευμένων υπαλλήλων του κλάδου της πληροφορικής.

Ειδικότερα, η ως άνω ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας, στην οποία ανήκουν οι ειδικευμένοι με τίτλους σπουδών υπάλληλοι του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 οι οποίοι κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, δικαιολογεί τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο σε αυτούς και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με τη μη χορήγηση του επιδόματος σε υπαλλήλους, που δεν έχουν τις ως άνω ιδιότητες και απλώς χειρίζονται ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στο πλαίσιο της εργασίας τους (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 381/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 4/2021, ΟλΑΠ 1/2021). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 312/2022, ΑΠ 38/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Οι 1η έως 23η ενάγοντες (ήδη 1η έως 23η αναιρεσίβλητοι) προσλήφθηκαν από το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ήδη αναιρεσείον) πριν από το έτος 1997 με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον τελούσαν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των οργάνων του εναγομένου ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο εργασίας τους και κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό των κλάδων ΠΕ,ΤΕ και ΔΕ.

Τον Δεκέμβριο του έτους 2001 οι ανωτέρω ενάγοντες κατετάγησαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2839/2000 με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στους κλάδους ,που αναφέρονται στην αγωγή. Οι 24η έως και 28η ενάγουσες (ήδη 24η έως 28η αναιρεσίβλητοι) προσελήφθησαν από το εναγόμενο ΝΠΔΔ πριν από μια δεκαετία, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικοί υπάλληλοι.

Κατά την επίδικη χρονική περίοδο [1.1.2000 έως 31.12.2002, όσον αφορά τις 1η έως 23η ενάγουσες και από 1.7.2000 έως 31.12.2002, όσον αφορά τις 24η έως 28η ενάγουσες], όπως προκύπτει από την κατάθεση του εξετασθέντος ενόρκως μάρτυρα αποδείξεως και τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπηρεσιακές βεβαιώσεις των οικείων Υπηρεσιών του εναγομένου, όλοι οι ενάγοντες ,κατ' εντολή της υπηρεσίας τους χειρίζονταν καθ' όλη την διάρκεια του υπηρεσιακού τους ωραρίου αποκλειστικά ηλεκτρονικό υπολογιστή ,για καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες της υπηρεσίας τους διεκπεραιώνοντας την εργασία εισαγωγής και επεξεργασίας στοιχείων και εγγράφων στον Η/Υ, μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, αφού στα τμήματα που υπηρετούν δεν προβλέπονται σχετικές οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ και έχοντες οι ίδιοι τα τυπικά προσόντα και την υπερδιετή εμπειρία, που προβλέπονται από το άρθρο 18 του ΠΔ 194/1988 για την κατάληψη οργανικής θέσεως χειριστή Η/Υ.

Το εναγόμενο, όμως, αρνήθηκε να τους χορηγήσει το επίδομα πληροφορικής - ηλεκτρονικού υπολογιστή ,ύψους 25.000 δρχ. μηνιαίως, επειδή δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις της παρ.11 του άρθρου 8 του ν.2470/97. Σύμφωνα, όμως, με τα προαναφερθέντα οι ενάγοντες δικαιούνται και αυτοί, κατ' εφαρμογή της προδιαληφθείσας συνταγματικής αρχής της ισότητας να λάβουν για τον ίδιο λόγο το επίδομα πληροφορικής, που χορηγήθηκε στους χειριστές Η/Υ των κλάδων πληροφορικής του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ ,σύμφωνα με τις διατάξεις τους πιο πάνω νόμου [2470/97].

Το ως άνω επίδομα ανέρχεται στα 2.641,32 ευρώ όσον αφορά τους 1η έως 23η ενάγοντες, στα 2.201,10 ευρώ όσον αφορά την 24η ενάγουσα και στα 1.467,40 ευρώ όσον αφορά καθεμιά από τις 25η έως 28η ενάγουσες, ως προς τον λογιστικό υπολογισμό του οποίου ,δεν διατυπώνεται παράπονο με την υπό κρίση έφεση . Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχθηκε την αγωγή κατά την κυρία της βάση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων, που αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους εφέσεως είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα καθώς και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της...".

Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του ισχύοντος Συντάγματος περί ισότητας και του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997,σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 7, 17 και 18 του Π.Δ/τος 46/1998, αφού εσφαλμένα έκρινε ότι αρκεί για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους η απλή ανάθεση καθηκόντων χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατά κύρια απασχόληση, στο πλαίσιο της εργασίας τους στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 11 του άρθρου 8 του ως άνω νόμου (2470/1997), δηλαδή, χωρίς οι ενάγοντες να είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικά σε κλάδο πληροφορικής, ούτε να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και χωρίς να κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής τίτλους σπουδών, μεταξύ των οποίων η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος σπουδών στα αντικείμενα των ειδικοτήτων, στις οποίες αναφέρεται το επίδομα πληροφορικής, ενώ δεν περιλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν δίπλωμα ή πτυχίο σπουδών στο αντικείμενο των ειδικοτήτων που αναφέρεται το επίδομα πληροφορικής και, επομένως, δεν είχαν τα ίδια προσόντα και δεν τελούσαν σε όμοια κατάσταση και με όμοιες συνθήκες εργασίας με εκείνους τους υπαλλήλους, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 και δεν ανήκαν στην ίδια με αυτούς κατηγορία.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς, όμως, μόνο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ιδίου Κώδικα, καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε επί ασκηθείσας έφεσης κατά απόφασης ειρηνοδικείου, όπως, ο λόγος αυτός συμπληρώθηκε με το πρόσθετο λόγο αναίρεσης (με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ διευκρινίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "...θα πρέπει να αναιρεθεί κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ και όχι κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα εκ παραδρομής αναγράφεται στην αίτηση αναίρεσης..."), με τον οποίο προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος.

Επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω δεύτερου αναιρετικού λόγου, όπως συμπληρώθηκε με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 3383/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου αναίρεσης. Ενόψει, δε, του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.

α του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 9.6.2003 και με αριθ. κατάθεσης 977/2003 έφεση του εναγομένου- εκκαλούντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 533/2003 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσία την από 10.12.2002 και με αριθ.

κατάθεσης 1483/2002 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά την κυρία αυτής βάση και είχε επιδικάσει στον καθένα από τους 1η έως και 23η ενάγοντες το ποσό των 2.641,32 ευρώ, στην 24η ενάγουσα το ποσό των 2.201,10 ευρώ και στον καθένα από τους 25η, 26η, 27ο, και 28η ενάγοντες το ποσό των 1.467,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η από 10.12.2002 αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση, ως νομικά αβάσιμη, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της ως άνω έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος .

Κατά το άρθρο 914 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), ορίζεται ότι "Αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας ή την έφεση οριστικά και κατ' ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε.

Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται", ενώ κατά το άρθρο 940 παρ.2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "Αν εξαφανιστεί ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 914, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκουσίας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 22/2006, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 381/2019).

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι, όμως, και επί των παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ 11/2007, ΑΠ 1803/2022, ΑΠ 474/2022), λόγος για τον οποίο επιβάλλεται αναλυτικός προσδιορισμός, των καταβληθέντων επί μέρους ποσών καθώς και της αιτίας καταβολής εκάστου εξ αυτών ώστε να καθίσταται, εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να αποδοθεί στον καταβάλλοντα (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 666/2017, ΑΠ 2052/2014, ΑΠ 1623/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα, στις 16 Ιανουαρίου 2023, δηλαδή την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ισχυριζόμενο ότι σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης υπ'αριθμ. 3384/2004 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καταβλήθηκαν στο καθένα αναιρεσίβλητο τα αναγραφόμενα στην ως άνω απόφαση χρηματικά ποσά, αφού παρακρατήθηκαν οι νόμιμες κρατήσεις, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμ. 64201/22.12.2022 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, την από 18.11.2004 μισθοδοτική κατάσταση της ως άνω Υπηρεσίας και το από 28.12.2022 υπηρεσιακό σημείωμα της ως άνω Υπηρεσίας και ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που τους κατέβαλε σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου.

Με το πιο πάνω περιεχόμενο η αίτηση επαναφοράς είναι αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν προσδιορίζεται το ποσό που καταβλήθηκε από το αναιρεσείον σε έκαστο αναιρεσίβλητο σε εκούσια συμμόρφωση με τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ούτε προσδιορίζεται το συνολικό ποσό οφειλής σε κάθε αναιρεσίβλητο, βάσει της απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας (επιδικασθέν ποσό πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων), ούτε το συνολικό ποσό κρατήσεων για κάθε αναιρεσίβλητο (ασφαλιστικές εισφορές, φόρο και λοιπές κρατήσεις), ώστε, μετ'αφαίρεση του συνολικού ποσού κρατήσεων, να καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που πράγματι εισέπραξε έκαστος αναιρεσίβλητος και δεδομένου ότι δεν αρκεί για το ορισμένο του ως άνω αιτήματος (επαναφοράς) του αναιρεσείοντος η παραπομπή στα προσκομιζόμενα από αυτό έγγραφα.

Πρέπει, λοιπόν, η αίτηση επαναφοράς του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ να απορριφθεί ως αόριστη. Τέλος, πρέπει καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 3086/2002 και ήδη σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021 (ΑΠ 1578/2021) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθ. 3383/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται ως κατ' ουσία βάσιμη την από 9.6.2003 με αριθμ. κατάθεσης 977/26.6.2003 έφεση του εκκαλούντος Ν.Π.Δ.Δ.

Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 533/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση.

Δικάζει την από 10.12.2002 με αριθμ. κατάθεσης 1483/16.12.2002 αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση.

Απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της.

Απορρίπτει την αίτηση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Μαρτίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ