Supreme Court dismisses appeal rejecting claim to private ownership of land previously held as public domain.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's ruling that the disputed land belonged to a private individual. The State argued the land was public domain acquired through historical usage or war rights, while the private owner claimed derivative title from pre-1912 ownership. The court rejected these arguments, affirming that the lower court correctly established the land as private property without requiring proof of continuous public use or war acquisition.
Legislator headnote
AI generatedArticles 369, 966, 967, 972, 1033, 1192 of the Civil Code; The court held that land acquired by a private individual through derivative title is not public domain unless proven otherwise, and historical usage does not automatically convert private property to public domain.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 447 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 447/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ΗΠΑ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Στεφάνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182ΤΜ/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 εδάφ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, επομένως και οι αγροτικές, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν στον Δήμο ή στην Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Η αγροτική οδός, όπως και κάθε οδός, αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό της ως οδού από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ.2 Πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε, συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 175/2020).
Οι οδοί με βάση το άρθρο 1 του ΠΔ της 25/28.11.1929 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων για την κατασκευή και συντήρηση οδών" διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος, καθορίζουν τη διαδικασία η οποία απαιτείται να τηρηθεί, για να χαρακτηρισθεί μία οδός ως εθνική ή επαρχιακή.
Ο χαρακτηρισμός όμως μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής συνιστά, σύμφωνα με το άρθρο 4 του αυτού Προεδρικού Διατάγματος, ζήτημα πραγματικό, γιατί ο νόμος δεν προβλέπει ειδική διαδικασία, η οποία να προσδίδει στην οδό την ανωτέρω ιδιότητα. Έτσι η οδός χαρακτηρίζεται ως δημοτική ή κοινοτική εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών", εξυπηρετεί τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας, που δημιουργούνται μέσα στα διοικητικά όρια αυτών.
Από καμία διάταξη της κείμενης νομοθεσίας, και ιδιαίτερα των σχετικών με τους ΟΤΑ νόμους, δεν καθορίζεται ειδική διοικητική διαδικασία και δεν παρέχεται στα όργανα των Δήμων αρμοδιότητα για το χαρακτηρισμό τέτοιων οδών, η δε εκδιδομένη από το Δημοτικό (πλέον) Συμβούλιο πράξη χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής, δεν έχει καμμιά νομική συνέπεια, γιατί δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη.
Επί του ζητήματος του χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής ή πρώην κοινοτικής αποφαίνονται τα πολιτικά δικαστήρια. (ΑΠ 1032/2019). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 967-970 και 972 ΑΚ συνάγεται ότι ένα ακίνητο καθίσταται κοινόχρηστο με τη βούληση του ιδιοκτήτη, όταν αυτός το θέσει σε κοινή χρήση με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία κατά το άρθρο 1033ΑΚ, με διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπον κατά τις διατάξεις των άρθρων 503, 1715 και 2014ΑΚή με παραίτηση από την κυριότητα, προκειμένου να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, η οποία όμως( παραίτηση), ως συνεπαγόμενη την κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1192 αρ. 1 ΑΚ (ΑΠ 33/2016).
Κατά δε τον Οθωμανικό νόμο της 7ης Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονταν σε πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) π.χ. οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, κλπ, των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ) π.χ.
τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση, κλπ, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια) των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού (π.χ.
μοναστηριού, νοσοκομείου κλπ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) π.χ. δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κλπ, οι οποίες ήταν προορισμένες στην κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) π.χ. βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση κλπ, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δε κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3-2-1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και, ή διότι κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρός ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Σύρος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 1098/2017). Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ` αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.
ΔΞΗ`/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938"περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ.
Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΟλΑΠ 75/1987). Επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ.86/1979 περί "Δασικού Κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ` εαυτήν διακατοχική πράξη (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 479/2015) και β) των άρθρων 2, 4 και 37 του αν.ν. 1539/1938"περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 53 ΕισΝΑΚ), κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 638/2016).
Να σημειωθεί ότι κατά το οθωμανικό δίκαιο οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν σε δάση, που ανήκαν, κατά κανόνα, κατά κυριότητα στο Οθωμανικό Δημόσιο, δικαίωμα εξουσίασης (οιονεί επικαρπίας) με "ταπί", δηλαδή επίσημο τίτλο παραχώρησης, που εξέδιδε υπάλληλος του Οθωμανικού Δημοσίου (ΑΠ 309/2012). Άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις του ενάγοντος, καθώς και των δικαιοπαρόχων του, όπου απαιτείται, προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασής του με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχουν δικό τους, ενώ, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.3), ν. 25 Πανδ. (24.1), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 Πανδ. (41.3), ν. 5 Πανδ. (41.7), ν. 3 Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν. 109 Πανδ. (50.16), καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 1198/2014).
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 160/2014). Εξάλλου, κατά το Οθωμανικό δίκαιο της 7ης Ραμαζάν τις νεκρές γαίες τις αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε όπως π.χ.
τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ. Αδέσποτα μπορούσαν να καταστούν μόνο οι γαίες αυτές που βρίσκονταν μακριά από πόλεις και χωριά ("όσο και η φωνή μεγαλόσωμου ανθρώπου"). Αντίθετα οι υπόλοιπες κατηγορίες γαιών δεν ήταν δυνατόν να καταστούν αδέσποτες. Επομένως εφόσον στις Κυκλάδες υπήρχαν μόνο γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), αυτές δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθούν εξ αρχής αδέσποτες.
Μετά την απελευθέρωση ένα ακίνητο στα νησιά των Κυκλάδων μπορούσε να καταστεί αδέσποτο μόνο αν είχε εγκαταλειφθεί από τον Οθωμανό κύριο, λόγω της οριστικής αποχώρησής του από την Ελλάδα, οπότε και το Δημόσιο θα αποκτούσε την κυριότητα, είτε αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 16 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" του Ν. 21- 6/10.7.1837, το οποίο όριζε ότι όλα τα μη δεσποζόμενα παρ` ιδιωτών ή Κοινοτήτων κτήματα ανήκουν στο Δημόσιο.
Κατά δε τις αντίστοιχες διατάξεις του ισχύοντος μετά την απελευθέρωση και μέχρι της ισχύος του ΑΚ Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (Ν. 1, 23 Πανδ (47, 1) Εισηγ. 47 (2-1), για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο, έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα και χωρίς την πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς της προς τρίτο πρόσωπο, η δε βούληση του κυρίου θα έπρεπε να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν την καθιστούν αμφίβολη, χωρίς να απαιτείται η τήρηση τύπου, όπως απαιτείται υπό την ισχύ τουΑΚ, όπου τα αδέσποτα ρυθμίζονται από το άρθρο 972ΑΚ και το άρθρο 2 παρ. 1 του αν 1539/1938 η σχετική δήλωση του κυρίου περί παραιτήσεως πρέπει να γίνει ενώπιον συμβολαιογράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή, γιατί η εγκατάλειψη (DEREDITIO AK 1076) αποτελεί δικαιοπραξία, που τείνει σε κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου (αρθ1192 αρ. 1, 1198ΑΚ-ΑΠ 835/2014).Περαιτέρω, η αμφισβήτηση υπό του εναγομένου με τις προτάσεις της κυριότητας του ενάγοντος επί του (επιδίκου) ακινήτου σε περίπτωση επικλήσεως υπ' αυτού παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας, επιβάλλει στον τελευταίο την (επιτρεπτή )με την προσθήκη των προτάσεων της αγωγής (ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου)συμπλήρωση της αγωγής με αναγωγή στα ιδιοκτησιακά δεδομένα (με ανάστροφη διαδοχή) των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος μέχρι πρωτοτύπου κτήσεως της κυριότητας (probatio diabolica).
Εξάλλου, ο από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 Κ.ΠολΔ δε λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και η νομική αοριστία της αγωγής που συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠοΛΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της, ως άνω, ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠοΛΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Το απαράδεκτο δε αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους, ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η ακυρότητα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα (ΑΠ 191/2019, ΑΠ 1283/2013, ΑΠ 337/2010).
Έτι, περαιτέρω, κατ` αρ. 13 του ίδιου άρθρου θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, όπως αυτό ορίζεται από την διάταξη του αρθρ. 338 §1 KΠολΔ, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφασης θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό, απόδειξης των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει, όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.ο.κ.
και που οφείλει να αποδείξει οι υποβαλών το αίτημα διάδικος οπότε, το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του αρ. 19 του άνω άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ο λόγος δε αυτός δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς πλήρως και χωρίς αντιφάσεις, καθώς επίσης και όταν η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία αφορά σε επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά (που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14, εκτιμώμενο ως εκ του αριθ 1 του άρθρου 559 του ΚΠοΛΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την από 10.2.2010αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, διότι μολονότι το αναιρεσείον αμφισβήτησε με τις προτάσεις του την κυριότητα του αναιρεσίβλητου, ο τελευταίος δεν συμπλήρωσε τη βάση της αγωγής του με αναγωγή στα ιδιοκτησιακά δεδομένα των δικαιοπαρόχων του και σ` αυτή δεν εκτίθενται συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις (των αμέσων και απωτέρων) δικαιοπαρόχων του (ενάγοντος) μέχρι πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας και δη υπό τις προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και, μάλιστα, , συμπληρωμένες μέχρι την 11-9-1915, αφού, όπως περαιτέρω επικαλείται το αναιρεσείον, το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα, χωρίς όμως να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι παρόμοιος ισχυρισμός προβλήθηκε ρητά εκ μέρους του αναιρεσείοντος τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το Εφετείο δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Δυνάμει του υπ. αρ. …/….-10-1975 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης, Μάξιμου Ταλασλή, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, ο εφεσίβλητος - ενάγων, Δ. Μ., αγόρασε από τον Γ. Δ. ένα αγροτικό ακίνητο, έκτασης 3. 000 τ. μ., που βρίσκεται στην θέση "…" του χωρίου "…" της περιφέρειας της Κοινότητας Βάρης Σύρου, το οποίο αποτυπωνόταν στο προσαρτημένο στο ως άνω συμβόλαιο -από 18-9-1975 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού μηχανικού Α.
Κ., περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία "Β'-Γ'-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Β'" και συνορεύει, κατά τα αναγραφόμενα στον τίτλο κτήσης, βόρεια 'επί πλευράς διαγράμματος "Β'-Α- Κ-Ι" μήκους 38, 80 μ. με κοινοτική οδό, νότια επί πλευράς διαγράμματος "Γ'- Γ-Δ-Ε-Ζ" μήκους 64, 30 μ. με ιδιοκτησία Ι. Μ. Β., ανατολικά επί πλευράς διαγράμματος "Ι-Θ-Η-Ζ" μήκους 57, 90 μ.
με, κοινοτική οδό και δυτικά επί πλευράς διαγράμματος "Β'-Γ'" μήκους 72, 60 μ. με ιδιοκτησία του πωλητή, το οποίο αποτελούσε τμήμα μείζονος ακινήτου του τελευταίου . Στη συνέχεια την ίδια ημέρα με το με αρ. …/…-10-1975 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, σε συνδυασμό με τη νόμιμα μεταγραφείσα (στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …)και …/…-10-1975 πράξη εξόφλησης τιμήματος του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, ο ίδιος ως άνω πωλητής Γ.
Δ., από την ίδια έκταση του αρχικού ακινήτου- χωραφιού, που είχε απομείνει μετά την παραπάνω μεταβίβαση, πώλησε επιπλέον στον εφεσίβλητο -ενάγοντα, κατά πλήρη κυριότητα, ακόμη ένα διηρημένο τεμάχιο, εμβαδού 1.000 τ.μ., όμορο του προηγουμένου και το οποίο, ομοίως, αποτυπωνόταν στο παραπάνω αναφερόμενο διάγραμμα, περιμετρικά με τα στοιχεία "Μ-Α-Β-Γ'-Β'-Μ" και συνορεύει βόρεια επί πλευράς διαγράμματος "Μ-Β'" μήκους 16, 60 μ.
με κοινοτική οδό, νότια επί πλευράς διαγράμματος "Α-Β-Γ'" μήκους 12, 40 μ. με ιδιοκτησία Ι. Μ. Β., ανατολικά επί πλευράς διαγράμματος "Β'- Γ'" μήκους 72. 60 μ. με το προπεριγραφέν ακίνητο της ιδιοκτησίας ήδη του εφεσιβλήτου - ενάγοντος και δυτικά επί πλευράς διαγράμματος "Α-Μ" μήκους 82, 20 μ. με ιδιοκτησία του πωλητή.
Τα παραπάνω δύο διηρημένα τεμάχια, που απέκτησε ο εφεσίβλητος - ενάγων με τα προαναφερόμενα δύο αγοραπωλητήρια συμβόλαια, λόγω της φυσικής τους ενότητας, εξαιτίας του ότι είναι όμορα, αποτέλεσαν από τον χρόνο κτήσης τους, μία μορφολογικά ενιαία ιδιοκτησία, η οποία ήταν περιμετρικά κατά το μεγαλύτερο μήκος της οριοθετημένη από τις όμορες, με παλιές ξηρολιθιές αλλά και με τσιμεντένιες κολόνες, τις οποίες τοποθέτησε αμέσως ο εφεσίβλητος - ενάγων, παρουσία και του πωλητή αυτών Γ.
Δ. . Ως τέτοια δε (ενιαία ιδιοκτησία) αποτυπώθηκε, με εμβαδό 4. 034. τ. μ., μεταξύ άλλων και στο από Οκτωβρίου. 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου, Ν. Λ., σύμφωνα με δήλωση του οποίου επί του διαγράμματος, η εμβαδομέτρηση είχε γίνει με βάση σταθερά υλοποιημένα όρια και συγκεκριμένα, στο νότιο όριο με βάση την υφιστάμενη ξηρολιθιά, στο δυτικό όριο με βάση τους τσιμεντένιους πασσάλους σε όλο το μήκος της πλευράς από τους οποίους, κατά τον χρόνο εκείνο είχε απομείνει η θεμελίωση στο έδαφος σε ύψος 0, 05 μ.
πάνω από αυτό και στη βόρεια- βορειοανατολική πλευρά με βάση τον άξονα της οδού και ενός τσιμεντένιου πασσάλου, του οποίου σωζόταν• η θεμελίωση στο έδαφος. Ο δικαιοπάροχος του εφεσίβλητου - ενάγοντος, Γ. Δ., είχε αποκτήσει την ως άνω έκταση των 4034 τμ, σε μείζονα έκταση, κατά τον τίτλο δύο ημερών ζευγαριάς και ήδη κατά τον χρόνο μεταβίβασης των παραπάνω τεμαχίων στον εφεσίβλητο - ενάγοντα(9-10-1975) κατόπιν γενομένης καταμέτρησης, εκτάσεως 6. 510 τμ, από αγορά από την Α.
θυγ. Θ. Μ., δυνάμει του υπ ' αριθμ. …/…-2-1937 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Πολυκαλά, νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών(τόμος … και αριθμ. …), το οποίο συνορεύει γύρωθεν κατά τον τίτλον με κτήματα Μ. Γ. Π., δημόσιο δρόμο και Β. Π. και στις 9-10-1975 με κτήματα Ι. Μ.
Β., με κοινοτικήν οδό και με κτήματα κληρονόμων Ρ. Δ. . Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει αρχικά στον σύζυγο της δικαιοπαρόχου του Γ. Δ., Α. Μ., Κ. Α. του Ζ., λόγω προίκας, που είχαν συστήσει οι γονείς της, Θ. και Π. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. …/…. 6. 1912 προικοσυμφώνου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης, Σωκράτη Ανδρούτσου (μεταγραφέν στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σύρου στον τόμο … και με αριθμό …), μετά δε την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, δυνάμει της υπ.
αρ. 488/1930 απόφασης του Πρωτοδικείου Σύρου, επεστράφη η προίκα στην πωλήτρια, Α. Μ. και έτσι κατέστη αυτή αποκλειστική κυρία του ως άνω ακινήτου. Στο παραπάνω συμβόλαιο δεν είχε προσαρτηθεί διάγραμμα, όπου να αποτυπώνεται το πωλούμενο ακίνητο κατά θέση, έκταση και όρια, και η περιγραφή του είχε πραγματοποιηθεί αποκλειστικά με αναφορά στα γειτονικά ακίνητα.
Αποτύπωση του ακινήτου αυτού, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά επί του εδάφους το έτος 1975 από τον πολιτικό μηχανικό, Α. Κ., ο οποίος, ακολούθως, συνέταξε το από 18-9-1975 τοπογραφικό διάγραμμα, κατά το οποίο το ως άνω μείζον ακίνητο εμφαινόταν να έχει εμβαδό 6. 510 τ.
μ. και να συνορεύει γύρωθεν με κτήματα Ι. Β. του Μ., με κοινοτική οδό και με κτήματα κληρονόμων Ρ. Δ., όπως προαναφέρθηκε . Κατά την κτηματογράφηση της περιοχής, που ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου ορίστηκε η 9η Μαίου 2005, ο εφεσίβλητος - ενάγων, κάτοικος Η. Π. Α., εκ παραδρομής, δεν δήλωσε το δικαίωμα κυριότητάς του επί της ανωτέρω ενιαίας ιδιοκτησίας του, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η ανωτέρω ιδιοκτησία του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, που βρίσκεται στη θέση "…"-"…" του Δημοτικού Διαμερίσματος Βάρης Σύρου (πρώην περιφέρεια Κοινότητας Βάρης Σύρου), στους κτηματολογικούς χάρτες της περιοχής, όπως αποτυπώνεται στο συνημμένο στην αγωγή από 5-5-2009 κτηματογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ν.
Λ. και συγκεκριμένα : α) το πρώτο επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 3. 682, 06 τ. μ. (κατά το κτηματολόγιο 3. 682 τ. μ.), που έχει καταχωρισθεί κατά τις αρχικές εγγραφές με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) …/0/0 ως ανήκον σε "άγνωστο ιδιοκτήτη", απεικονίζεται με τα περιμετρικά στοιχεία "66-73-78-83-89-93-94-97-132-118-132-140-143-133- 130-121-105-99-98-96-95-92-90-87-84-80-76-70-64-61-58-66", και να συνορεύει ΒΟΡΕΙΑ-ΒΟΡΕΙΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ επί πλευράς κορυφών συντεταγμένων "66-73-78-83-89-93-94-97-132-118" συνολικού μήκους 76, 13 μ.
με το τρίτο επίδικο γεωτεμάχιο, που καταχωρίσθηκε σαν τμήμα του με ΚΑΕΚ … δρόμου (ως ιδιοκτησία του εκκαλούντος - πρώτου εναγομένου), και επί πλευράς κορυφών συντεταγμένων "118-132-140-143" συνολικού μήκους 29, 68 μ. με δημόσιο δρόμο, ΝΟΤΙΑ επί πλευράς κορυφών συντεταγμένων"143-133-130-121-105-99-98-96-95-92-90-87-84-80-76-70-64- 61-58" συνολικού μήκους 77, 96 μ.
με δρόμο και ΔΥΤΙΚΑ επί πλευράς κορυφών συντεταγμένων "58-66" ' μήκους 76, 18 μ. με το. δεύτερο επίδικο γεωτεμάχιο, που καταχωρίσθηκε σαν τμήμα του με ΚΑΕΚ …/0/0 ακινήτου (ως ιδιοκτησία των τριών τελευταίων εναγομένων), β) το δεύτερο επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 205, 11 τ. μ., που έχει καταχωρισθεί κατά τις αρχικές εγγραφές, ως τμήμα του με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) …/0/0 ακινήτου (επί του οποίου συστήθηκαν μετά την έναρξη του κτηματολογίου δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, ανήκουσες κατά ψιλή κυριότητα στους δεύτερη και τρίτη των εναγόμενων και κατ' επικαρπία στην τέταρτη εξ αυτών), απεικονίζεται με τα περιμετρικά στοιχεία "58-164-63-67- 66-58", να συνορεύει ΒΟΡΕΙΑ-ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΔΙΚΑ επί πλευρών κορυφών συντεταγμένων "164-63-67" μήκους 6, 30 μ.
με δημόσια οδό, ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ επί πλευράς κορυφών συντεταγμένων "67-66" μήκους 1, 63 μ. με το ως άνω αναφερόμενο τρίτο επίδικο γεωτεμάχιο και επί πλευράς κορυφών συντεταγμένων "66-58" μήκους 76, 18 μ. με το ως άνω αναφερόμενο πρώτο επίδικο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …/0/0 (φερόμενο ως ανήκον σε άγνωστο ιδιοκτήτη) και ΔΥΤΙΚΑ επί πλευράς κορυφών συντεταγμένων "58- 164" μήκους 81, 39 μ.
με το υπόλοιπο τμήμα του ΚΑΕΚ …./0/0 ακινήτου, συνιδιοκτησίας της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των εναγομένων (κατά τις άνω διακρίσεις) και γ)..το τρίτο επίδικο εδαφικό τμήμα, εμβαδού 146, 56 τ. μ., που έχει καταχωρισθεί κατά τις αρχικές εγγραφές, ως τμήμα του με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) … δημόσιου- κοινόχρηστου δρόμου(ως ιδιοκτησία του εκκαλούντος -πρώτου εναγομένου) απεικονίζεται με τα περιμετρικά στοιχεία "67-163-162-161-160-159-158-118- 132-97-94-93-89-83-78-73-66-67", να συνορεύει ΒΟΡΕΙΑ- ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΔΙΚΑ επί πλευράς κορυφών συντεταγμένων "67-163-162- 161-160-159-158-118" συνολικού μήκους 77, 58 μ.
με δημόσιο δρόμο, ΝΟΤΙΑ-ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΑ επί πλευράς κορυφών συντεταγμένων "66-73-78-83- 89-93-94-97-132-118" συνολικού μήκους 76, 13 μ. με το ως άνω αναφερόμενο πρώτο επίδικο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ …/0/0 (φερόμενο ως ανήκον σε άγνωστο ιδιοκτήτη) και ΔΥΤΙΚΑ επί πλευράς κορυφών συντεταγμένων "66-67" μήκους 1, 63 μ. με το ως άνω αναφερόμενο δεύτερο επίδικο γεωτεμάχιο, που καταχωρίσθηκε σαν τμήμα του με ΚΑΕΚ …/0/0 ακινήτου (ως ιδιοκτησία των τριών τελευταίων εναγομένων).
Ο εφεσίβλητος - ενάγων ισχυρίστηκε ότι τα παραπάνω τρία εδαφικά γεωτεμάχια, αποτελούν τμήματα της-προαναφερομένης ενιαίας ιδιοκτησίας του, που έχει εμβαδό 4. 033, 74 τ. μ. και κατά στρογγυλοποίηση 4. 034 τ. μ., όπως αυτή διαμορφώθηκε από τη συνένωση δύο όμορων ακινήτων, που απέκτησε με παραγωγό τρόπο, και συγκεκριμένα με αγορά, δυνάμει των υπ.
αρ. … και …/…-10-1975 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Ερμούπολης, Μάξιμου Ταλασλή (στα οποία είχε προσαρτηθεί το από 1.8-9-1975 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Α. Κ.), από τον Γ. Δ., τα οποία δύο ως άνω μεταβιβαζόμενα ακίνητα αποκόπηκαν από μείζονα έκταση, που είχε περιέλθει προηγουμένως στον τελευταίο-πωλητή εξ αγοράς από την Α.
θυγατέρα Θ. Μ. με το υπ. αρ. …/…-2-1937 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών, Αλεξάνδρου Πολυκαλά. Με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε κατ' ουσία εν μέρει δεκτή η αγωγή, δεχόμενη ότι έγινε εσφαλμένη εγγραφή στα κτηματολογικά φύλλα της ως άνω επίδικης εδαφικής έκτασης και αναγνωρίστηκε ο εφεσίβλητος -ενάγων κύριος των επιδίκων τριών τμημάτων με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των προαναφερομένων νόμιμα μεταγραμμένων με αριθμούς … και …. /…-10-1975 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου, Μάξιμου Ταλασλή και αφού διατάχθηκε η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Σύρου - Ερμούπολης, ώστε τα επίδικα τμήματα με στοιχεία β και γ, επιφάνειας 205, 11 τμ και 146, 56 τμ αντίστοιχα, που έχουν καταχωρηθεί εσφαλμένα ως τμήματα των με ΚΑΕΚ …/0/0 και … (δρόμος) ακινήτων αντίστοιχα, να καταχωρηθούν ως τμήματα του όμορου με ΚΑΕΚ …/0/0, επιφάνειας 3. 682, 06 τμ, που έχει καταχωρηθεί εσφαλμένα ως " αγνώστου ιδιοκτήτη", ενώ το ορθό είναι του εφεσίβλητου - ενάγοντος, επί του οποίου, ως σύνολο(4. 034 τμ), να αναγραφεί κύριος ο εφεσίβλητος- ενάγων, με τίτλους κτήσης τους προαναφερόμενους νόμιμους τίτλους, υποχρέωσε τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων να αποδώσουν στον εφεσίβλητο - ενάγοντα το επίδικο εδαφικό τμήμα των 205, 11 τμ, το οποίο είχαν καταλάβει .
Η απόφαση αυτή ως προς τα δύο πρώτα επίδικα τμήματα, επιφανείας 3.682, 06 τμ και 205, 11 τμ αντίστοιχα, , που αναγνωρίστηκε κύριος με παράγωγο τρόπο ο εφεσίβλητος - ενάγων δεν εκκαλείται, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, τόσο ο ενάγων, όσο και οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων δεν άσκησαν έφεση και η απόφαση αυτή κατέστη ως προς αυτούς και τα δύο ως άνω επίδικα τμήματα, τελεσίδικη .Ακολούθως, όσον αφορά στο τρίτο επίδικο εδαφικό τμήμα, επιφάνειας 146, 56 τμ, που χαρακτηρίστηκε ως τμήμα του δρόμου(αγροτικού) και καταχωρίσθηκε ως ιδιοκτησία του εκκαλούντος - πρώτου εναγομένου (Ελληνικού Δημοσίου), και ως προς το οποίο και μόνο μεταβιβάζεται στο παρόν Δικαστήριο, το εκκαλούν - πρώτο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίστηκε τόσο πρωτόδικα, όσο και με λόγους έφεσης ότι το εν λόγω επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα του αγροτικού δρόμου, ο οποίος απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου, διότι χρησιμοποιούταν από τους δημότες της … ως αγροτικός δρόμος για τουλάχιστον ογδόντα χρόνια πριν από την 23-2-1946 και ανήκει σε αυτό, εφόσον δεν ανήκε στον οικείο Δήμο, άλλως ανήκει στο ίδιο είτε ως περιελθόν σε αυτό κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7. 7. 1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, είτε ως αδέσποτο είτε δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, σε καμία δε περίπτωση δεν συμπεριλαμβανόταν στους τίτλους του εφεσιβλήτου - ενάγοντος ή των δικαιοπαρόχων του.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, στην περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου ορίστηκε η 9η Μαίου 2005 και κατά την κτηματογράφηση το επίδικο τμήμα, εμβαδού 146, 56 τ. μ., συμπεριλήφθηκε στον αγροτικό δρόμο με ΚΑΕΚ …, ιδιοκτησία του εκκαλούντος - πρώτου εναγομένου .
Το επίδικο αυτό εδαφικό τμήμα αποδείχθηκε ότι ουδέποτε αποτέλεσε τμήμα του αγροτικού δρόμου με ΚΑΕΚ …, ώστε να ανήκει στο εκκαλούν - πρώτο εναγόμενο και τούτο διότι στην από 20-1-2011 τεχνική έκθεση του μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων, Θ. Κ., την οποία το εκκαλούν - πρώτο εναγόμενο προσκομίζει, αναγράφεται ότι, κατά τη σύνταξη του Κτηματολογίου αποδόθηκαν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο όλες οι εκτάσεις, που αναγνωρίστηκαν, ως δρόμοι, για τις οποίες, όμως, η άνω υπηρεσία δεν διαθέτει κανένα απολύτως στοιχείο, πληροφορία ή αρχείο σχετικά με τη νομιμότητα, τη διάνοιξη, το χρόνο, τη μορφή, τις διαστάσεις και τις οποιεσδήποτε τροποποιήσεις διαχρονικά έχουν υποστεί αυτοί.
Αναφορικά δε με την επίδικη έκταση, η, ίδια ως άνω έκθεση ουδόλως αναφέρει εάν αυτή υπήρξε ποτέ δρόμος, παρά μόνο αναγράφει επί λέξει ότι ". . . Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως φαίνεται και στο επισυναπτόμενο απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη, επειδή η αγροτική οδός (ΚΑΕΚ …) βόρεια του ακινήτου με ΚΑΕΚ … (αλλά και όπου αλλού εκτείνεται αυτή) έχει πλάτος, που σχεδόν πουθενά δεν ξεπερνά τα 5μ, ενώ στο συγκεκριμένο σημείο είναι αρκετά φαρδύτερη από τα 5 μ, η αιτούμενη διόρθωση μπορεί να γίνει αποδεκτή ως προς "την αρχή" της, αλλά με τέτοιο τρόπο, ώστε το μέσο πλάτος της λωρίδας, που θα προσαρτηθεί στο ΚΑΕΚ …(ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα), να είναι 1. 5 μ καθ' όλο το μήκος της λωρίδας, για να διατηρηθεί το μέσο πλάτος της αγροτικής οδού στα 5μ και να μην παρουσιαστεί στένωση και δυσχέρεια κυκλοφορίας στα σημεία 2 και 5-6- 7-8.
Αυτό επιτυγχάνεται με την παράλληλη μετατόπιση του αρχικού βορινού- βορειοανατολικού ορίου του ακινήτου …, από τη θέση που του αποδίδει το Κτηματολόγιο, προς τα βορειοανατολικά κατά 1. 5μ. Στο επισυναπτόμενο απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη, φαίνεται με κόκκινο χρώμα η αιτούμενη διόρθωση του ορίου και με πράσινο χρώμα το όριο όπως προτείνεται με την παρούσα έκθεση ".
Από το περιεχόμενο, όμως, αυτό της τεχνικής έκθεσης προκύπτει ότι το εκκαλούν - πρώτο εναγόμενο δεν αμφισβητεί ουσιαστικά το επικαλούμενο από τον ενάγοντα δικαίωμα κυριότητας επί του εν λόγω εδαφικού τμήματος, παρά μόνο περιορίζεται στο να αναφέρει ότι από την αιτούμενη διόρθωση θα παρουσιαστεί στένωση και δυσχέρεια κυκλοφορίας επί της οδού, προτείνοντας, μάλιστα, ότι " το συνολικό εμβαδόν της λωρίδας που θα αφαιρεθεί από το δρόμο και θα προσαρτηθεί στο ακίνητο με ΚΑΕΚ … ανέρχεται στα 113 τμ.
από τα αιτούμενα 146,56 τ. μ. ". Εξάλλου, το εκκαλούν - πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ουδέν στοιχείο προσκομίζει, από. το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο τμήμα αποτελεί δημόσιο κτήμα, ανήκον στην ιδιοκτησία του, ούτε, άλλωστε, προκύπτει από έτερα στοιχεία ότι αυτό ανήκε καθ' οιονδήποτε χρόνο στην ακίνητη περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου.
Και ο μάρτυρας Κ. Γ. κατέθεσε ότι όταν αγόρασε ο εφεσίβλητος - ενάγων το 1975, ο δρόμος αυτός ήταν μονοπάτι 2, 5 μ μέχρι 3 μ. Άλλωστε αποδείχθηκε ότι όταν ο εφεσίβλητος - ενάγων αγόρασε τα ως άνω δύο αγροτεμάχια, συνολικής έκτασης 4.000 τμ (3000μ +1000μ), τα οποία τα συνένωσε και δημιούργησε μία ενιαία ιδιοκτησία, τοποθέτησε περιμετρικά, με την παρουσία τον δικαιοπαρόχου του Γ.
Δ., που γνώριζε καλά τα όρια, τσιμεντένιους πασσάλους, οι βάσεις των οποίων παρέμειναν και εμφαίνονται και στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες, αλλά το κατέθεσαν σχετικά και οι μάρτυρες, Σ. Σ. και Κ. Γ. . Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδιαίτερα από την από 25 Ιανουάριο 2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσας με την με αριθμό 38ΤΜ/2013 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πραγματογνώμονος αγρονόμου και τοπογράφου μηχανικού, Σ.
Κ., σύμφωνα με την οποία το επίδικο αυτό εδαφικό τμήμα, το οποίο έχει καταχωρηθεί στην κυριότητα του εκκαλούντος - πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ως τμήμα του δρόμου με ΚΑΕΚ … και ορίζεται από τις κορυφές συντεταγμένων 67-163-162-161-160-159-158-118-102-97-94-93-89-83-78-73-66-67, εμβαδού 146, 56τμ, όπως αυτό αποτυπώνεται στο από 5-5- 2009 κτηματολογικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ν.
Λ., περιλαμβάνεται ολικά στους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης του εφεσιβλήτου - ενάγοντος (δηλαδή στα με αριθμούς … και …/…-10-1975 συμβόλαια αγοραπωλησίας ακινήτων του συμβολαιογράφου Ερμούπολης, Μάξιμου Ταλασλή) και δεν απετέλεσε ποτέ τμήμα του αγροτικού δρόμου . Η εν λόγω πραγματογνώμονας για να καταλήξει στο παραπάνω συμπέρασμα αποτύπωσε τα όρια της αποκτηθείσας με τους ως άνω τίτλους ενιαίας ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου - ενάγοντος (περιμετρικά με πράσινη γραμμή) στο επισυναπτόμενο στην ως άνω πραγματογνωμοσύνη από Ιανουάριου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένο στο Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς ΕΓΣΑ '87, •στο οποίο αυτή εμφαίνεται να έχει εμβαδό 4. 031, 03 τ.
μ. . Προκειμένου η πραγματογνώμονας να διερευνήσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου τμήματος ακινήτου, έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην έκθεσή της συμβόλαια και τοπογραφικά διαγράμματα αμφότερων των διάδικων πλευρών, σε συνδυασμό με αεροφωτογραφίες των ετών 1973 και 1988, καθώς και αποσπάσματα του κτηματολογίου με έτος φωτοληψίας 2007 έως 2009.
Ακολούθως, η πραγματογνώμονας προέβη σε συγκριτική εξέταση των αεροφωτογραφιών με τα υφιστάμενα τοπογραφικά διαγράμματα και τις τοπογραφικές μετρήσεις του πεδίου εναποθέτοντας το απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος αφενός πάνω στον ορθοφωτοχάρτη του κτηματολογίου των ετών 2007-2009 και αφετέρου πάνω σε κάθε ένα εκ των συνταχθέντων τοπογραφικών διαγραμμάτων (τα οποία αναφέρονται παραπάνω) και σε φωτογραφική αποτύπωση του επιδίκου, καθώς σε λήψη τοπογραφικών μετρήσεων.
Σύμφωνα με τα τελικά πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο εδαφικό τμήμα, όπως οριοθετείται ανωτέρω, εμβαδού 146, 56 τ. μ., αποτελεί τμήμα της ενιαίας ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου- ενάγοντος, που είχε αποκτήσει με τους προαναφερόμενους τίτλους, στο συμπέρασμα δε αυτό κατέληξε η πραγματογνώμονας, όπως προαναφέρθηκε, έπειτα από την εναπόθεση του αποσπάσματος του κτηματολογικού διαγράμματος των ακινήτων, πάνω στον ορθοφωτοχάρτη του κτηματολογίου των ετών 2007-2009, αλλά και πάνω σε αεροφωτογραφία του έτους 1988, από την οποία προέκυψε αφενός ότι η γραμμή του δρόμου (όπως εμφαίνεται στο κτηματολογικό διάγραμμα) βρίσκεται σε εσοχή 1, 60 μ.
περίπου, σε σχέση με τη γραμμή του δρόμου στην όμορη ιδιοκτησία του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ …, και αφετέρου ότι ο παλαιός δρόμος (όπως εμφαίνεται στην αεροφωτογραφία) εμφανίζεται βορειότερα της γραμμής, που παρουσιάζεται στο κτηματολογικό διάγραμμα. Επομένως ο ισχυρισμός και σχετικός λόγος έφεσης του εκκαλούντος - πρώτου εναγομένου ότι το εν λόγω επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελεί τμήμα του κοινόχρηστου αγροτικού δρόμου και επομένως απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου, διότι χρησιμοποιούταν- ο δρόμος αυτός από τους δημότες της ….
ως αγροτικός δρόμος για τουλάχιστον ογδόντα χρόνια πριν από την 23-2-1946, είναι αβάσιμος _ και απορριπτέος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, αυτό(επίδικο) αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου - ενάγοντος και ουδέποτε αποτέλεσε αυτό τμήμα του αγροτικού δρόμου με ΚΑΕΚ …, ώστε να έχει αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου δρόμου, άλλωστε και το εκκαλούν - πρώτο εναγόμενο ουδόλως αμφισβητεί τα πορίσματα της παραπάνω πραγματογνωμοσύνης.
Από όλα τα παραπάνω λεπτομερώς εκτεθέντα αποδεικνύεται ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, επιφάνειας 146, 56 τ. μ. περιλαμβάνεται εν όλω στους τίτλους κυριότητας του εφεσιβλήτου -ενάγοντος και αποτελεί τμήμα της ενιαίας ιδιοκτησίας του, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την αγορά των επιμέρους δύο όμορων ακινήτων από τον Γ.
Δ., σύμφωνα με όσα αναλύονται σε προγενέστερο σημείο της παρούσας...>. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι <... Επομένως οι ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενες πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ούτε κατεχόμενες από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Τούτο όμως συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, όπως είναι και η Σύρος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κων/λης, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τους βοσκότοπους και τις εκτάσεις, που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου και τούτο γιατί οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του Κράτους αυτού.
Μετά δε την επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους με τα προαναφερθέντα Πρωτόκολλα και Συνθήκη, οπότε προσδιορίστηκε η Χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος, χωρίς καμία αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16Ιουνίου1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα <βακούφια> και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστική ή δημόσια υπό το οθωμανικό σύστημα δεν ανήκαν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος...>.Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι <...
Σύμφωνα με τα παραπάνω σε περίπτωση διένεξης μεταξύ ιδιώτη και Δημοσίου, είτε ενώπιον δικαστηρίου, είτε ενώπιον διοικητικής αρχής αναφορικά με την κυριότητα ακινήτου, που βρίσκεται στις Κυκλάδες, ενόψει του ότι το Δημόσιο δεν διαθέτει πρωτότυπο τίτλο αναγόμενο στο χρόνο της Ανεξαρτησίας και συνεπεία της ανυπαρξίας ενός γενικού (μαχητού) τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Δημοσίου, εκτός από την εξαιρετική περίπτωση της διάταξης του άρθρου 62 παρ. 1 εδ.
α' του Ν. 998/1979 κατά την οποία επί αμφισβήτησης ή διένεξης ή δικών μεταξύ Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου σε σχέση με εμπράγματα δικαιώματα επί δασών ή δασικών εκτάσεων, τα τελευταία οφείλουν να αποδείξουν την ύπαρξη των δικαιωμάτων, διάταξη όμως που δεν ισχύει σύμφωνα με το εδ. β' της ιδίας παραγράφου στις Κυκλάδες, όπως είναι και η Σύρος, το Δημόσιο οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τους παραγωγικούς του δικαιώματος του λόγους.
Αντίστροφα ο ιδιώτης δεν υποχρεούται κατά την απόδειξη του δικού του δικαιώματος να αναχθεί σε χρόνο προγενέστερο του έτους 1885 ...αποδεικνύοντας ότι ο τίτλος ο δικός του και των δικαιοπαρόχων του είναι επικρατέστερος του Δημοσίου ...>.Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι<... Επομένως, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών ή χορτολιβαδικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.
ν. 86/1969) κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση και τις χορτολιβαδικές εκτάσεις, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής, και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη..., ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση και τις χορτολιβαδικές εκτάσεις με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.
δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών"... Στην προκειμένη περίπτωση από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ο προβληθείς, επικουρικά και πρωτοδίκως, που επαναφέρει και ως λόγο έφεσης, ισχυρισμός του εκκαλούντος - πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου...ότι απέκτησε ιδία κυριότητα στο επίδικο τμήμα είτε ως περιελθόν σε αυτό κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7. 7. 1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, είτε ως αδέσποτο, είτε δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, ως δημόσια έκταση και πρέπει αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε το επίδικο ποτέ δεν απέκτησε την ιδιότητα του δημοσίου κτήματος, αλλά πάντα αυτό ήταν γαία καθαρής ιδιοκτησίας, όπως άλλωστε αυτό προκύπτει και από την με αριθμό πρωτ.
…/…-1-1979 βεβαίωση της Διεύθυνσης Δασών της Νομαρχίας Κυκλάδων, στην οποία βεβαιώνεται ότι όλη η αποκτηθείσα με τους προαναφερόμενους τίτλους ενιαία έκταση των 4. 000τμ από την εφεσίβλητο - ενάγοντα έκταση, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβάνεται το επίδικο τμήμα, δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση και έτσι εκδόθηκε η με.
αριθμό …/…-6-1979 οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής για την ανέγερση, εντός αυτού, νέας διώροφης οικοδομής . Έτσι 1) αφενός, ..., το Ελληνικό Δημόσιο στα ακίνητα των Κυκλάδων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, αφού .την εποχή της Τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες αποτελούνταν στο σύνολό τους από.
ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), οι οποίες εξουσιάζονταν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας από τους κυρίους τους και επί των οποίων συνεπώς δεν υφίστατο κανένα δικαίωμα του Δημοσίου και 2) αφετέρου, εφόσον στις Κυκλάδες υπήρχαν μόνο γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), αυτές δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθούν εξ αρχής αδέσποτες .
Εξάλλου, ενόψει του ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλείται ότι διέθετε πρωτότυπο τίτλο κυριότητας επί του επιδίκου αναγόμενο στο χρόνο της Ανεξαρτησίας, επί πλέον δε ούτε επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε, ότι μετά την απελευθέρωση απέκτησε την κυριότητα αυτού με κάποιο νόμιμο τρόπο, επειδή το επίδικο παρέμεινε αδέσποτο ως εγκαταλειφθέν από τους έως τότε Οθωμανούς κυρίους του, δηλαδή είτε με κατάληψη είτε αυτοδικαίως ως μη δεσποζόμενο από ιδιώτη ή κοινότητα, συνεπώς δεν συνέτρεχε περίπτωση μη χρησικτησίας του επιδίκου από ιδιώτη μετά την 11. 9. 1915, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα .
Άρα, με βάση τα παραπάνω η προαναφερθείσα καταχώριση του ως άνω επιδίκου τμήματος, επιφάνειας 146, 56 τμ, ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, που λεπτομερώς περιγράφεται παραπάνω (σύμφωνα με την αποτύπωσή του στο από 5-5-2009 κτηματογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ν. Λ.) καταχωρίστηκε λανθασμένα, ως τμήμα του αγροτικού δρόμου, ο οποίος ολόκληρος καταχωρίσθηκε ως ανήκων κατά κυριότητα στο εκκαλούν- πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με ΚΑΕΚ ….
και τούτο διότι αυτό αποτελεί τμήμα του ενιαίου ακινήτου του εφεσιβλήτου - ενάγοντος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η παραπάνω πρώτη εγγραφή είναι ανακριβής και θίγει το δικαίωμα της κυριότητας του εφεσιβλήτου - ενάγοντος στο ακίνητό του, που απέκτησε με παράγωγο τρόπο Προκειμένου δε, να αποτυπωθεί η πραγματική, κατάσταση του ακινήτου του •εφεσιβλήτου - ενάγοντος, , όπως αυτό εμφαίνεται στο από Ιανουάριου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένο στο Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς ΕΓΣΑ '87 της τοπογράφου μηχανικού- πραγματογνώμονα, Σ.
Κ., περιμετρικά με πράσινη γραμμή και με τα αριθμητικά στοιχεία "1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19- 20-21-22-23-24-25-1" και με εμβαδό 4. 031, 03 τ. μ., θα πρέπει το επίδικο αυτό εδαφικό τμήμα, επιφάνειας 146, 56 τμ, να αποκοπεί από το ακίνητο, στο οποίο έχει συμπεριληφθεί και να ενωθεί με το όμορο κτηματογραφημένό ακίνητο του εφεσιβλήτου - ενάγοντος με ΚΑΕΚ …, ώστε να αποτελούν μαζί με αυτό ένα ενιαίο ακίνητό ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου -ενάγοντος.
Υφίσταται, συνεπώς, λόγος για γεωμετρικές μεταβολές, για τις οποίες συντρέχουν οι τεχνικές προϋποθέσεις, όπως προκύπτει από το αποτέλεσμα του τεχνικού ελέγχου, που πραγματοποιήθηκε από το τμήμα χωρικών μεταβολών της Διεύθυνσης Λειτουργούντος Κτηματολογίου της Ε. Κ. X. Α. Α. Ε., όπως αποτυπώνεται στην εισήγηση, που συντάχθηκε σχετικώς και προσκομίζεται από τον εφεσίβλητο -ενάγοντα.
Επομένως εφόσον επρόκειτο για ανακριβή εγγραφή στο κτηματολογικό βιβλίο του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου, έπρεπε η ένδικη αγωγή, ως προς το επίδικο εδαφικό τμήμα των 146, 56τμ, που φέρεται ότι ανήκει στο εκκαλούν - πρώτο εναγόμενο, να γίνει δεκτή κατ’ ουσία, να αναγνωρισθεί το προσβαλλόμενο δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος επ’ αυτού και να διαταχθεί η διόρθωση σχετικά της ανωτέρω ανακριβούς εγγραφής στα κτηματολογικά διαγράμματα και βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου-Ερμουπόλεως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα .
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του δέχθηκε τα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά και με βάση αυτά και τις ίδιες αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται, όπου απαιτείται, από τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, έκανε δεκτή κατ'ουσία την αγωγή ως προς το επίδικο εδαφικό τμήμα, δεν έσφαλε και ορθά εφαρμόζοντας το νόμο προέβη στη συνέχεια σε ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και όλοι οι υπόλοιποι αντίθετοι λόγοι της υπό κρίση εφέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Συνακόλουθα ' πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση στο ' σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού δεν περιέχεται σ' αυτήν άλλο ειδικό παράπονο που αποδίδεται στην εκκαλουμένη και δικαιολογεί, κατά το αίτημα της εφέσεως, την εξαφάνιση ή τη μεταρρύθμισή της".
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559αρ 1 ΚΠοΛΔ, υποστηρίζον ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις 966, 967, 968, 1054 ΑΚ, Ν3Πανδ, 43.7, ν2παρ 8πανδ39, 3ν28Πανδ 22, 3του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με αποτέλεσμα να απορρίψει τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο ακίνητο είναι κοινόχρηστο ανήκον στην κυριότητα του, καίτοι θεσπίζεται τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των κοινόχρηστων πραγμάτων .
Με όσα δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις άνω διατάξεις, αφού, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, το επίδικο αποτελεί γαία καθαρής ιδιοκτησίας, κυριαρχικώς εξουσιαζόμενο από ιδιώτη (απώτατο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου) τουλάχιστον από το έτος 1912 και ανήκει στην ιδιοκτησία του αναιρεσίβλητου, περιλαμβανόμενο στους τίτλους του και ουδέποτε αποτέλεσε τμήμα του αγροτικού δρόμου με ΚΑΕΚ …, χρησιμοποιούμενο από τους κατοίκους της … ως αγροτικός δρόμος τουλάχιστον για 80 χρόνια ώστε να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινοχρήστου. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου το αναιρεσείον προσάπτει ομοίως στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 1 ΚΠοΛΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, ως προς την κυριότητά του επί του επιδίκου ως δάσος, άλλως ως αδέσποτο, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830, την από 9-7-1932 Συνθήκη της Κων/πόλεως και το άρθρο 16 ν 21-6/10-7-1837καθώς και ότι ο αναιρεσίβλητος έφερε το βάρος της απόδειξης της κυριότητάς του, ενώ δεν γίνεται οποιοδήποτε αναφορά ούτε σε τίτλους, ούτε σε δικαιοπαρόχους, ούτε σε συγκεκριμένες πράξεις νομής κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας .
Ο υπό το προεκτιθέμενο περιεχόμενο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, αφού δέχθηκε (ανελέγκτως )το χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου ως γαίας καθαρής ιδιοκτησίας (κυριαρχικώς εξουσιαζόμενη τουλάχιστον από το έτος 1912) και τον παράγωγο υπό του αναιρεσιβλήτου επ' αυτού (επιδίκου) τρόπο κτήσεως της κυριότητας του. Όπως δε επισκοπήθηκε, κατά τα δεκτά, υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου γενόμενα, το διαφιλονικούμενο ακίνητο ποτέ δεν απέκτησε την ιδιότητα αδέσποτου ή του δάσους ή γενικότερα του δημόσιου κτήματος, αλλά πάντα ήταν γαία καθαρής ιδιοκτησίας, και ως εκ τούτου δεν ήταν υποχρεωμένος οενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος να αναφερθεί σε τίτλους, δικαιοπαρόχους και πράξεις νομής κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας.
Ομοίως, αβάσιμος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, είναι και κατά το τρίτο σκέλος του ο λόγος αυτός αναίρεσης, με το οποίο το αναιρεσείον προσάπτει, ότι το Εφετείο με τις παραδοχές της απόφασής του υπέπεσε στην προμνησθείσα πλημμέλεια και εκ του ότι παραβίασε τις περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας προπαρατεθείσες διατάξεις, καθόσον, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, μολονότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, οι συμβληθέντες στις παραπάνω συμβολαιογραφικές πράξεις δεν είχαν αποκτήσει κυριότητα, ώστε να μπορούν να μεταβιβάσουν το επίδικο, δεδομένου ότι (επίσης κατά την άποψη του αναιρεσείοντος) η επί του επιδίκου κυριότητά του δεν καταλύθηκε από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου, με την επί τριακονταετία προ του 1915 καλόπιστη χρησιδεσποτεία.
Με το τέταρτο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κων/πόλεως <Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων> και του άρθρου 16 του ν της 21.6/10-7-1837 <περί διακρίσεων κτημάτων >, επειδή απέρριψε τους ισχυρισμούς του ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των ανωτέρω περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της Συνθήκης της Κων/πόλεως του 1832, ως αδέσποτο και με βάση την τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο είναι γαία καθαρής ιδιοκτησίας και, ως εκ τούτου, ορθά δεν εφάρμοσε τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ 13 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ, καθόσον ο αναιρεσίβλητος δεν ανταποκρίθηκε στο αντικειμενικό βάρος απόδειξης που είχε, αφού δεν μπόρεσε να αναχθεί προ του 1912 ούτε να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι οι δικαιοπάροχοί του ενήργησαν συγκεκριμένες υλικές εμφανείς πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί του επιδίκου τμήματος για χρονικό διάστημα τριακονταετίας μέχρι την 11-9-1915, δηλαδή, τουλάχιστον από την 11-9-1885, προκειμένου να θεμελιώσει τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της αγωγής του πραγματικά περιστατικά και ότι όφειλε το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, κατά τις επισκοπηθείσες (και ανέλεγκτες αναιρετικώς) παραδοχές του, αφού έκρινε ότι το επίδικο είναι γαία καθαρής ιδιοκτησίας που περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου παραγώγως, αναγνώρισε την κυριότητά του, χωρίς να απαιτείται να αναχθεί στον τρόπο κτήσης κυριότητας των απώτατων δικαιοπαρόχων του πριν το έτος 1912, ούτε στην απόδειξη πράξεων νομής αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του ΒΡΔ μέχρι την 11/9/1915.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην, κατ' άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια διότι στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανυπαρξίας αιτιολογιών άλλως ανεπαρκών αιτιολογιών επί κρισίμων ζητημάτων και δη ως προς τον ισχυρισμό αυτού (αναιρεσείοντος) ότι απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ως δημοσίου κτήματος, δεχθέν ότι αυτό αποτελεί γαία καθαρής ιδιοκτησίας, ιδιότητα που δεν προκύπτει από την …/1979 βεβαίωση της Δ/νσης Δασών .Ειδικότερα, το αναιρεσείον εκθέτει τις ακόλουθες, αντιστοίχως αιτιάσεις και προσάπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε τα ανωτέρω χωρίς να διευκρινίζει:
α) σε ποιόν ανήκε η κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος πριν από την κατάρτιση των προαναφερόμενων συμβολαίων, δηλαδή, πριν από το 1912, β) ποια η μορφολογική κατάσταση του ακινήτου, δηλαδή, αν, επρόκειτο περί δημόσιας ή γαίας καθαρής ιδιοκτησίας κατά, τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και στη συνέχεια κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύος των ανωτέρω Πρωτοκόλλων και Συνθηκών, αφετέρου δεχόμενη αυθαίρετα και χωρίς νόμιμο έρεισμα ότι οι τίτλοι που επικαλείται ο αναιρεσίβλητος εφαρμόζονται στο επίδικο Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι το επίδικο αγροτεμάχιο, 146,56τμ, αποτελεί τμήμα της ενιαίας ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου, γεγονός που αποδεικνύεται και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, είναι γαία καθαρής ιδιοκτησίας που περιήλθε με παράγωγο τρόπο στον αναιρεσίβλητο από αληθείς κυρίους, ενώ αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον απέκτησε κυριότητα επ' αυτού ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κων/πόλεως, είτε ως αδέσποτο, είτε δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, ως δημόσια έκταση, ούτε ως δάσος ή δασική έκταση .Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος .Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (αρθ 176, 183, 191 παρ 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, με βάση το άρθρο 22 παρ 1ν 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-11-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 89/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.\
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ