Legislator Case Law & Legislation
447/2020 AI generated

447/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 447/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

447/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από δε τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο την αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 447 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 447/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Μαρίνου Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Κωνσταντάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4753/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 21/11/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, δια της υπό κρίση από 21ης Νοεμβρίου 2018 αιτήσεως διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 4753/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 19ης Μαρτίου 2013 αγωγή, αφορώσα επιδίκαση δεδουλευμένων μισθών και μισθών υπερημερίας λόγω επισχέσεως εργασίας, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμόν 62/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως το αναιρεσείον άσκησε την από 25ης Φεβρουαρίου 2015 έφεση, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση. Εν συνεχεία, το αναιρεσείον άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως.

Από την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ερείδεται επί ισχυρισμού, ο οποίος δεν έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται περί παραβάσεως μη δυναμένης να προβληθεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ή περί σφάλματος προκύπτοντος από την ιδία την απόφαση ή περί ισχυρισμού αφορώντος την δημοσία τάξη.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο την αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους.

Προκειμένου να είναι ωρισμένος συμφώνως προς τις εν λόγω διατάξεις ο προαναφερόμενος εκ του αριθμού 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και ότι έχει γίνει νομίμως επίκληση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του ισχυρισμού, ως προς τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι, ενώ ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ελήφθη υπ' όψιν από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, υπό το ισχύον επί αγωγών και ενδίκων μέσων κατατιθεμένων μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015 δικονομικό καθεστώς (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β', 664 επ., 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' ΚΠολΔ ότι επί υποθέσεων δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία ενώπιον του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, πρέπει οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων να προτείνονται προφορικώς κατά την συζήτηση και να καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων, τα οποία τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες επ' ακροατηρίου προτάσεις, οπότε δεν απαιτείται η καταχώρισή τους στα πρακτικά αλλά μόνον η προφορική πρόταση και ανάπτυξή τους.

Αφ' ετέρου, υπό το προαναφερόμενο δικονομικό καθεστώς, συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ ότι δεν είναι παραδεκτή στην κατ' έφεση δίκη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι δεν έχουν προταθεί παραδεκτώς πρωτοδίκως, εκτός εάν προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως και δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, ή έχουν γεννηθεί μετά την τελευταία συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν ή δεν έχουν προβληθεί από δικαιολογημένη αιτία ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, και ότι την συνδρομή μιάς των εν λόγω περιπτώσεων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, εκτός εάν πρόκειται περί ισχυρισμών λαμβανομένων αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν, ενώ, εάν είναι εκκαλών, η εν λόγω επίκληση πρέπει να γίνει με το εφετήριο ή το δικόγραφο προσθέτων λόγων ή με τις προτάσεις, εφ' όσον η διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση, επιτρέπει να προτείνονται οι πρόσθετοι λόγοι και με τις προτάσεις, όπως η διαδικασία των εργατικών διαφορών συμφώνως προς την ισχύουσα υπό το προαναφερόμενο δικονομικό καθεστώς διάταξη του άρθρου 674 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου εργοδότη, ότι το δικαίωμα του ενάγοντος ασκείται καταχρηστικώς, αποτελεί ένσταση ερειδομένη επί της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος", μη λαμβανομένη αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν, και συνεπώς, πρέπει κατά τα ανωτέρω να προταθεί παραδεκτώς κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή, εφ' όσον προταθεί το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, να επικαλεσθεί παραδεκτώς και να αποδείξει ο εργοδότης την συνδρομή μιάς των προϋποθέσεων παραδεκτής προβολής αυτής κατ' έφεση.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας από τον αναιρεσίβλητο δεν υπήρξε καταχρηστική και απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, χωρίς να λάβει υπ' όψιν τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως θεμελιώνοντα την καταχρηστικότητα επί μέρους ισχυρισμό, ότι το Ελληνικό Δημόσιο είναι αξιόχρεως και αξιόπιστος εργοδότης.

Όμως, ο ως άνω λόγος, εκ του αριθμού 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός προετάθη προφορικώς κατά την συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και κατεχωρίσθη συνοπτικώς στα πρακτικά της συνεδριάσεως ή περιείχετο στις προτάσεις του αναιρεσείοντος, κατά πάσα δε περίπτωση δεν προσκομίζονται ούτε οι προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, ώστε να αποδεικνύεται η παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού πρωτοδίκως, ούτε εκτίθενται στοιχεία δικαιολογούντα παραδεκτή προβολή αυτού το πρώτον κατ' έφεση.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 7, 7 παρ. 1, 2 εδ. α', 5 εδ. α', β', γ', 6 και 7 Ν. 3717/2008 ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου οι πιο κάτω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1. "Σημερινοί Εργοδότες": οι εταιρείες ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε., ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.

και ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕ-ΡΟΠΛΟΪΑ Α.Ε. ... 7. "Κρίσιμη Ημερομηνία": η ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης, με την οποία καθεμία από τις εταιρίες που είναι Σημερινοί Εργοδότες τίθεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (...), όπως ισχύει", "Το παρόν άρθρο αναφέρεται στην περίπτωση υπαγωγής των εταιρειών που ορίζονται ως Σημερινοί Εργοδότες σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α') που προστέθηκε με το άρθρο 40 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ 216 Α')", "Το κατά την Κρίσιμη Ημερομηνία Τακτικό Προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών, ανεξάρτητα εάν έχει λυθεί ή όχι η σχέση εργασίας τους, μεταφέρεται με την ίδια σχέση εργασίας, σε νπιδ που εποπτεύονται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, δημόσιες υπηρεσίες, αυτοτελείς ή ανεξάρτητες αρχές, νπδδ και ΟΤΑ α' και β' βαθμίδας, ύστερα από αίτησή του.

Η μεταφορά γίνεται σε φορέα ή υπηρεσία, αποκλειστικά σε νομό επιλογής του υπαλλήλου, εφόσον υπάρχει κενή θέση ή ανάγκη σε φορέα του νομού αυτού", "Για την κατά τα ανωτέρω μεταφορά θα πρέπει ο ενδιαφερόμενος να υποβάλει αίτηση στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, με την οποία εκφράζεται η βούλησή του για μεταφορά, στην οποία θα αναφέρεται και ο νομός επιλογής του, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την Κρίσιμη Ημερομηνία", "Η μεταφορά γίνεται εντός τετραμήνου από την αίτηση σε κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας με αυτή που ανήκει ο μεταφερόμενος ή με βάση τα τυπικά προσόντα που κατέχει ο μεταφερόμενος.

Στην περίπτωση που δεν υπάρχουν αντίστοιχες κενές θέσεις, η μεταφορά γίνεται σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αντίστοιχη των τυπικών προσόντων του μεταφερόμενου. Η προσωποπαγής θέση καταργείται με την καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση αυτού που την κατέχει", "Η μεταφορά του προσωπικού του άρθρου αυτού γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, Μεταφορών και Επικοινωνιών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού" και "Εφόσον στον φορέα υποδοχής προβλέπεται βαθμολογική εξέλιξη για το προσωπικό με την ίδια σχέση εργασίας, το μεταφερόμενο προσωπικό κατατάσσεται σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο ανάλογο με το συνολικό χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε σε οποιαδήποτε εταιρεία η οποία είναι Σημερινός Εργοδότης ή Αρχικός Εργοδότης και το χρόνο βαθμολογικής εξέλιξης που προβλέπεται για το προσωπικό του φορέα υποδοχής.

Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές, όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 του παρόντος, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ μηνιαίως και η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται μέχρι πλήρους εξισώσεώς τους με τις αποδοχές και απολαβές της νέας θέσης".

Στην ως άνω παρ. 7 του άρθρου 7 Ν. 3717/2008 προσετέθη δια της παρ. 12 του άρθρου 1 της από 16ης Σεπτεμβρίου 2009 ΠΝΠ το εξής εδάφιο: "Σε περίπτωση που το μεταφερόμενο προσωπικό συμπληρώνει, μέχρι τη δημοσίευση της πράξης μεταφοράς, τις ισχύουσες βάσει του παρόντος νόμου προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, οι τυχόν επί πλέον τακτικές αποδοχές καταβάλλονται πλήρεις ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με τους όρους και προϋποθέσεις του προηγουμένου εδαφίου", όμως, η εν λόγω ΠΝΠ, υποβληθείσα στη Βουλή προς κύρωση την 19η Νοεμβρίου 2009, δεν εκυρώθη εντός τριμήνου, μέχρι της 19ης Φεβρουαρίου 2010, οπότε έπαυσε εφεξής να ισχύει, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 εδ.

α', β' του Συντάγματος, δια της οποίας αναφορικώς με τις ΠΝΠ ορίζεται: "Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παράγραφος 1, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από τη σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής".

Περαιτέρω, δια του άρθρου 2 παρ. 22 Ν. 3899/2010 ορίζεται: "Όσοι από 1.1.2010 έχουν μεταταχθεί ή μεταφερθεί, καθώς και όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται εφεξής, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιονδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα, σε άλλο φορέα του δημόσιου τομέα, δικαιούνται μόνον το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στο φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν.

Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα αυτό καταργείται. Αποδοχές που έχουν καταβληθεί ως προσωπική διαφορά μέχρι την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής δεν αναζητούνται. Ως δημόσιος τομέας για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, νοείται αυτός που ορίζεται στην περίπτωση 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, συμπεριλαμβανομένων και των Ν.Π.Ι.Δ.

που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως, από Ο.Τ.Α. και Ο.Κ.Α. Η ισχύς της παραγράφου αυτής αρχίζει από 1.1.2011", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 1Β περίπτωση 1 Ν. 2362/1995, "Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει την Γενική Κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τους δημόσιους οργανισμούς κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005".

Όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, οι υπηρετούντες στις εταιρίες "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε." και "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ Α.Ε." με σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως, δια της οποίας εκάστη των ως άνω εταιριών ετέθη υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, οι οποίοι μετεφέρθησαν κατόπιν αιτήσεώς τους υπό την ιδία σχέση εργασίας σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου τομέως, κατατάσσονται σε βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο ανάλογο με τον συνολικό χρόνο της υπηρεσίας τους, τυχόν δε επιπλέον τακτικές αποδοχές, τις οποίες ελάμβαναν από τον προηγούμενο φορέα, διετηρήθησαν ως προσωπική διαφορά, όχι όμως πέραν του ποσού των 500 ευρώ, ακολούθως, κατά τον χρόνο ισχύος της από 16ης Σεπτεμβρίου 2009 ΠΝΠ δεν ίσχυε ο περιορισμός του ποσού των 500 ευρώ και οι μεταφερθέντες μισθωτοί εδικαιούντο ως προσωπική διαφορά πλήρεις τις επιπλέον τακτικές αποδοχές, υπό τον όρο ότι είχαν μέχρι της δημοσιεύσεως της πράξεως μεταφοράς συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος, από της 19ης Φεβρουαρίου 2010 όμως, οπότε έπαυσε η ισχύς της ως άνω ΠΝΠ, ίσχυσε εκ νέου ο εν λόγω περιορισμός, ενώ από της 1ης Ιανουαρίου 2011 εδικαιούντο μόνον τις αποδοχές της θέσεως, στην οποία μετεφέρθησαν, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επί πλέον τακτικές αποδοχές από τον προηγούμενο φορέα.

Αφ' ετέρου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 2 και 6 παρ. 1 Ν. 2912/2001, ως είχε η παρ. 1 του άρθρου 5 προ της αντικαταστάσεώς της δια του άρθρου 53 παρ.1 Ν. 4313/2014, αντιστοίχως, "1. Συνιστάται Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων, εφεξής καλούμενη "Επιτροπή" για τη διερεύνηση ατυχημάτων και σοβαρών συμβάντων αεροσκαφών Πολιτικής Αεροπορίας, με έδρα την Αθήνα.

Η Επιτροπή έχει διοικητική αυτοτέλεια και εποπτεύεται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών. 2. Η Επιτροπή είναι λειτουργικά και οργανωτικά ανεξάρτητη από τους φορείς και υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο εναερίου κυκλοφορίας της πλοϊμότητας και λειτουργίας αεροσκαφών, της πιστοποίησης, της συντήρησης, της διεξαγωγής πτήσεων, της χορήγησης πτυχίων και αδειών ιπτάμενων μηχανικών, επιμελητών πτήσεων και ελεγκτών εναερίου κυκλοφορίας, της εκμετάλλευσης και λειτουργίας αερολιμένων και γενικά από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, του οποίου τα συμφέροντα θα μπορούσαν να έλθουν σε σύγκρουση με την αποστολή που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή" και "Για την υποβοήθηση του έργου της Επιτροπής, συνιστάται Μονάδα Μελετών και Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων και Συμβάντων, εφεξής καλούμενη "Μονάδα".

Η Μονάδα είναι οργανωμένη σε επίπεδο Διεύθυνσης και ανήκει οργανικά στην Επιτροπή. Διοικείται από τον Πρόεδρο της Επιτροπής και τον Προϊστάμενό της". Όπως προκύπτει από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Ν. 2912/2001, η "Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφάλειας Πτήσεων" ανήκει στον Δημόσιο Τομέα, υπαγομένη στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, (ΑΠ 774/2017), και επομένως το προσωπικό αυτής, το οποίο μετετάγη από τις εταιρίες "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε." και "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ Α.Ε." κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 2 εδ.

α' Ν. 3717/2008, υπόκειται στις ρυθμίσεις των ως άνω άρθρων 7 παρ. 7 Ν. 3717/2008 και 2 παρ. 22 Ν. 3899/2010. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε δια ψευδούς ερμηνείας, είτε εσφαλμένης υπαγωγής.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη ότι ο αναιρεσίβλητος παρείχε της υπηρεσίες του ως κυβερνήτης αεροσκαφών στην εταιρία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε." υπό σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μετά δε την θέση αυτής υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως και την καταγγελία εκ του λόγου τούτου της συμβάσεώς του εργασίας, μετετάγη, κατόπιν αιτήσεώς του, από της 8ης Νοεμβρίου 2010, στην "Μονάδα Μελετών και Διερεύνησης Αεροπορικών Ατυχημάτων και Συμβάντων", υπό την αυτή σχέση εργασίας, ορισθείς διερευνητής ατυχημάτων και συμβάντων, ότι το Ελληνικό Δημόσιο καθ' όλο το επίδικο διάστημα, από 8ης Νοεμβρίου 2010 μέχρι 30ής Απριλίου 2012, δεν κατέβαλλε μισθό στον αναιρεσίβλητο, επικαλούμενο ότι δεν είχε εκδοθεί εισέτι η σχετική με την μισθοδοσία αυτού κοινή υπουργική απόφαση, ότι μέχρι της 7ης Αυγούστου 2011 ο αναιρεσίβλητος παρείχε κανονικώς την εργασία του ως διερευνητής ατυχημάτων και συμβάντων, έκτοτε όμως προέβη σε επίσχεση εργασίας λόγω της μη καταβολής των αποδοχών του και ότι ως προς το ύψος αυτών εφαρμογή είχε η προπαρατεθείσα διάταξη της από 16ης Σεπτεμβρίου 2009 ΠΝΠ, βάσει της οποίας εδικαιούτο ως προσωπική διαφορά πλήρεις τις επιπλέον τακτικές αποδοχές, τις οποίες ελάμβανε από τις "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", καθ' όσον αφ' ενός συνεπλήρωνε μέχρι της δημοσιεύσεως της πράξεως μεταφοράς τις ισχύουσες προϋποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος και είχε υποβάλει την αίτηση μεταφοράς καθ' ον χρόνο ίσχυε η ως άνω ΠΝΠ, αφ' ετέρου η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 22 Ν. 3899/2010, δια της οποίας κατελύθη η καταβολή των επιπλέον τακτικών αποδοχών ως προσωπική διαφορά, δεν ετύγχανε εφαρμογής ως προς την ΕΔΑΑΠ, η οποία ως ανεξάρτητη αρχή δεν υπάγεται στην Γενική Κυβέρνηση.

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο ως προσωπική διαφορά πλήρεις τις επιπλέον τακτικές αποδοχές μέχρι του ποσού των 7764,31 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ελάμβανε από τις "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε." κατά τον χρόνο καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας, και επομένως κατά τα διαστήματα, από 8ης Νοεμβρίου 2010 μέχρι 7ης Αυγούστου 2011 και από 8ης Αυγούστου 2011 μέχρι 30ής Απριλίου 2012, εδικαιούτο αντιστοίχως δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας ποσού 7764,31 ευρώ μηνιαίως και συνολικώς 139757,58 (7764,31 Χ 18 μήνες) ευρώ και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί την αγωγή.

Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 της από 16ης Σεπτεμβρίου 2009 ΠΝΠ, την οποία εφήρμοσε, ενώ αυτή δεν ετύγχανε εφαρμοστέα, ως και τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 7 Ν. 3717/2008 και 2 παρ. 22 Ν. 3899/2010, τις οποίες δεν εφήρμοσε, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ισχύς της ως άνω ΠΝΠ είχε παύσει ήδη από της 19ης Φεβρουαρίου 2010 και το μισθολογικό καθεστώς του αναιρεσιβλήτου κατά τα διαστήματα από 8ης Νοεμβρίου 2010 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2010 και από 1ης Ιανουαρίου 2011 μέχρι της 30ής Απριλίου 2012 διείπετο από τις προαναφερθείσες διατάξεις των Ν. 3717/2008 και 3899/2010 αντιστοίχως.

Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια των οποίων προσάπτεται η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Επειδή, ο ισχυρισμός περί μερικής καταβολής συνιστά ένσταση, ερειδομένη επί του άρθρου 416 ΑΚ, κατά το οποίο "Η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή", η οποία, συμφώνως προς τα προαναφερθέντα, πρέπει να προταθεί παραδεκτώς κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή, εφ' όσον προταθεί το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, να επικαλεσθεί παραδεκτώς και να αποδείξει ο εκκαλών την συνδρομή μιάς των προϋποθέσεων παραδεκτής προβολής αυτής το πρώτον κατ' έφεση. Παραδεκτώς δε συμφώνως προς τα ανωτέρω προβάλλονται οι ισχυρισμοί το πρώτον κατ' έφεση, εκτός άλλων, και εάν αποδεικνύονται εγγράφως. Εξ άλλου, η απόρριψη από το δικαστήριο ισχυρισμού ως απαραδέκτως προβληθέντος ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του λόγου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο εκήρυξε ή δεν εκήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαιώματος ή απαράδεκτο (ΑΠ 98/2015).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσείον προέβαλε το πρώτον δια του εφετηρίου την ένσταση της μερικής εξοφλήσεως της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου ως προς το ποσόν των 48463,41 ευρώ, επικαλούμενο ότι η καταβολή του εν λόγω ποσού προέκυπτε από τις προσκομισθείσες από 31ης Ιανουαρίου 2012 και 31ης Δεκεμβρίου 2013 βεβαιώσεις αποδοχών της ΕΔΑΑΠ. Εν τούτοις το Μονομελές Εφετείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, απέρριψε ως απαράδεκτη την εν λόγω ένσταση, δεχόμενο ότι δεν είχε επικαλεσθεί το αναιρεσείον την συνδρομή των προϋποθέσεων της παραδεκτής προβολής αυτής το πρώτον κατ' έφεση. Υπό την εν λόγω παραδοχή το Μονομελές Εφετείο εκήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο, αφού το αναιρεσείον είχε σαφώς επικαλεσθεί κατά τα ανωτέρω ότι η προαναφερομένη ένσταση προέκυπτε εγγράφως και επομένως το Μονομελές Εφετείο έπρεπε να ελέγξει την βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού, αφού συμφώνως προς τα προαναφερθέντα η απόδειξη εξ εγγράφων της εν λόγω ενστάσεως παρείχε το δικαίωμα προβολής αυτής το πρώτον κατ' έφεση.

Συνεπώς, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται η αιτίαση της παρά τον νόμο κηρύξεως απαραδέκτου ως προς την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση μερικής εξοφλήσεως της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Επειδή, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, άλλως παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, και προκειμένου περί των υπ' αριθμ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων, δύναται να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου ισοβάθμου και ομοειδούς προς το εκδώσαν την αναιρεθείσα απόφαση ή ενώπιον του ιδίου, εάν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός των εκδωσάντων την αναιρεθείσα απόφαση.

Εν προκειμένω, πρέπει, εν όψει των ανωτέρω δεκτών γενομένων λόγων, να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής περί δεδουλευμένων μισθών και μισθών υπερημερίας, καθ' ο μέρος αφορά το ύψος των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση.

Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ελληνικού Δημοσίου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 4753/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθ' ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ