447/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Legislator headnote
AI generated447/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 447 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 447/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Ε., ο οποίος απεβίωσε, όπως δήλωσε η πληρεξούσια δικηγόρος Παναγιώτα Κορομπόκη και κληρονομήθηκε από τις α)Δ. Μ. του Ι., β)Ε. Π. του Ν. και γ)Ι. Π. του Ν., οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "... S.A.", όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία της από "... Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρεία" και με το διακριτικό τίτλο "... S.A. (πρώην "... Ανώνυμη Εταιρεία"), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, ο οποίος ανακάλεσε την από 8/10/2018 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/8/2012 αγωγή του αναιρεσείοντος Ν. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19637/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2165/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/2/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των κληρονόμων του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο αναιρεσείων απεβίωσε την 18-8-2018, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, και κληρονομήθηκε από τις Δ. Μ., Ε. Π. και Ι. Π., μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, οι οποίες με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο και καταχωρίστηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης αυτής, γνωστοποίησαν στην αναιρεσίβλητη το γεγονός του θανάτου του προαναφερομένου καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνον τη διακοπείσα δίκη.
Ο θάνατος του τελευταίου και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή, αποδεικνύονται από το προσκομιζόμενο απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού, το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και το πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί μη αποποίησης της κληρονομίας και μη δημοσίευσης διαθήκης αυτού, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη (261 Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.
2. Με την από 15-2-2018 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 34/2018) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος-ενάγοντος (και καθολικού δικαιοπαρόχου των αναφερομένων άνω συνεχιζουσών την δίκη μετά τον θάνατό του κληρονόμων του) κατά της αναιρεσίβλητης-εναγομένης, πλήττεται η 2165/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείoυ Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί των αντιθέτων εφέσεων, ήτοι της ασκηθείσης από 2-12-2013(αριθ.
κατ.4430/2013) εφέσεως του ενάγοντος και αντεφέσεώς του με τις προτάσεις, καθώς και της από 4-12-2013(αριθ. κατ.4403/2013)εφέσεως της εναγομένης κατά της 19637/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 20-8-2012 αγωγής. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της εναγομένης και την αντέφεση με τις προτάσεις του ενάγοντος, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και μετά από εν μέρει εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας άνω απόφασης, η οποία αφού είχε απορρίψει την αγωγή ως προς τα κύρια αιτήματά της είχε κάνει εν μέρει δεκτή αυτή ως προς το επικουρικό αίτημα και είχε επιδικάσει στον ενάγοντα για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 6.025 ευρώ.
Στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς το επικουρικό αίτημά της και επεδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 7.029 ευρώ νομιμότοκα. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 3. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν.2518/1997, ως επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας θεωρούνται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, ατομικές ή εταιρικές, οι οποίες παρέχουν σε τρίτους μία ή περισσότερες από τις αναφερόμενες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η επιτήρηση ή η φύλαξη κινητών και ακινήτων περιουσιακών αγαθών και εγκαταστάσεων.
Ως προσωπικό ασφαλείας νοείται το προσωπικό, στο οποίο ανατίθεται η άσκηση οποιασδήποτε από τις ως άνω δραστηριότητες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 4 του αυτού νόμου, επιχειρήσεις, που ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες, απαιτείται να κατέχουν ειδική προς τούτο άδεια λειτουργίας, η οποία εκδίδεται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, ύστερα από γνώμη τριμελούς επιτροπής και εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι αναφερόμενες προϋποθέσεις.
Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται η διαδικασία εκδόσεως και ανανεώσεως της άδειας και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια. Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 3 του ανωτέρω νόμου, το προσωπικό ασφαλείας απαιτείται να κατέχει άδεια εργασίας, η οποία εκδίδεται από την Αστυνομική Διεύθυνση του νομού ή τη Διεύθυνση Ασφάλειας του τόπου κατοικίας του, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 παρ. 1 αυτού.
Η άδεια εργασίας, όπως και η άδεια λειτουργίας των ως άνω επιχειρήσεων (άρθρ. 2 παρ. 3 του ίδιου νόμου), είναι προσωπικές, ισχύουν για πέντε χρόνια και ανανεώνονται για ίσο χρονικό διάστημα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των αρχικών χορηγήσεων. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζονται η διαδικασία εκδόσεως και ανανεώσεως της άδειας εργασίας και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ρυθμίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
Ακολούθως, με την υπ` αριθ. 1016/109/149-α/2009 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ Β` 1967/2009) καθορίσθηκαν τα δικαιολογητικά και η διαδικασία εκδόσεως της άδειας εργασίας του προσωπικού ασφαλείας. Για τη χορήγηση της τελευταίας άδειας (άρθρ. 3 παρ. 1 του ν. 2518/1997) ο ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει στο Τμήμα Ασφαλείας και όπου δεν υπάρχει, στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου της κατοικίας του τα αναφερόμενα λεπτομερώς δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων, εκτός από την αίτηση, περιλαμβάνονται:
α) επικυρωμένο φωτοαντίγραφο εγγράφου, με το οποίο να αποδεικνύονται τα στοιχεία ταυτότητας του αιτούντος, ειδικότερα δε για τους Έλληνες πολίτες τα στοιχεία ταυτότητας να αποδεικνύονται από το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας ή τη σχετική προσωρινή βεβαίωση της αρμόδιας αρχής ή το διαβατήριο ή την άδεια οδήγησης ή το ατομικό βιβλιάριο υγείας όλων των ασφαλιστικών φορέων.
β) Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν.1599/1986, με την οποία δηλώνεται από τον ενδιαφερόμενο ότι: ι. δεν στερείται των προϋποθέσεων που αναφέρονται στις περ. στ`, η` και θ` της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.2518/1997, ιι. δεν κρατείται προσωρινά, ιιι. δεν έχει καταδικασθεί έστω και με οριστική απόφαση ούτε έχει παραπεμφθεί αμετάκλητα σε δίκη για κακούργημα ή για αδίκημα της περίπτωσης γ` της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν.2518/1997, ιv. δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι (6) μηνών για έγκλημα του άρθρου 8 του ν.2518/1997 και για κάθε έγκλημα που τελέσθηκε με δόλο.
γ) Πιστοποιητικό ψυχιάτρου σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 3418/2005 από το οποίο να προκύπτει, ότι δεν πάσχει από οποιασδήποτε μορφής ψυχική νόσο και δεν είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών. Επί πλέον η Υπηρεσία παραλαβής των ανωτέρω δικαιολογητικών αναζητά αυτεπαγγέλτως για τον αιτούντα αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης και πιστοποιητικό Πρωτοδικείου ότι δεν τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση.
Τα εν λόγω δικαιολογητικά μετά τον έλεγχό τους από τις δεχόμενες αυτά Υπηρεσίες υποβάλλονται στην προϊσταμένη τους Αστυνομική Διεύθυνση ή στη Διεύθυνση Ασφαλείας, κατά περίπτωση, ο δε Διευθυντής αυτών των Υπηρεσιών ελέγχει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του ν.2518/1997 και ακολούθως εκδίδει απόφαση για τη χορήγηση της αιτουμένης άδειας ή την απόρριψη της αιτήσεως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 4 παρ. 1 στοιχ. γ`, στ`, ζ` και 2 του ν. 2518/1997, το προσωπικό ασφαλείας οφείλει...... Τα ανωτέρω έχουν, κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του ίδιου ως άνω ν.2518/1997, εφαρμογή και για το προσωπικό οποιασδήποτε ιδιωτικής επιχείρησης, στο οποίο ανατίθεται η φύλαξη και η προστασία των ιδίων αυτής χώρων, αγαθών και εγκαταστάσεων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η άδεια εργασίας του προσωπικού ασφαλείας εντάσσεται στον προληπτικό έλεγχο του υπαλληλικού προσωπικού από τις αρμόδιες αστυνομικές Αρχές και ανάγεται στην εύρυθμη ανάθεση και εκτέλεση τέτοιων υπηρεσιών, που άπτονται των προστατευομένων συνταγματικά δικαιωμάτων της προσωπικής ελευθερίας και της ελεύθερης μετακινήσεως και δεν μπορούν να εκτελούνται κατ` απόκλιση από τις ρυθμίσεις και τους περιορισμούς των διατάξεων του ως άνω νόμου χωρίς την εποπτεία και τον έλεγχο των αρμοδίων κατά τόπο αστυνομικών Αρχών.
Το προσωπικό ασφαλείας υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις των εν λόγω Αρχών και να παρέχει σ` αυτές τη συνδρομή του, εφόσον του ζητηθεί, σε περίπτωση εκδηλώσεως εγκληματικής ενέργειας, ενόψει και του ότι η άσκηση των προβλεπομένων δραστηριοτήτων των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής ασφαλείας, δεν θίγει τις αρμοδιότητες των κρατικών Αρχών στους τομείς αυτούς (άρθρ. 1 παρ. 4 και 7 του ν.2518/1997).
Περαιτέρω, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 10 του ιδίου νόμου: "Οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καθώς και όσοι εργάζονται ως προσωπικό ασφαλείας υποχρεούνται, εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την έναρξη της ισχύος των αποφάσεων που θα εκδοθούν κατ` εξουσιοδότηση των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 2 και της παρ. 3 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, κατά περίπτωση, να εφοδιασθούν με τις προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο άδειες".
Σε εκτέλεση του ν. 2518/1997 εκδόθηκε η με αριθ. 1016/104/5-4ε'/1997 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, με έναρξη ισχύος από 28-11-1997 για τα δικαιολογητικά και τη διαδικασία έκδοσης των αδειών εργασίας των προσωπικών ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Από τις ανωτέρω δημόσιας τάξης διατάξεις, προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του ν. 2518/1997 (21-8-1997), για το έγκυρο της κατάρτισης σύμβασης εργασίας του προσωπικού των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, απαιτείται ο εργαζόμενος να κατέχει σχετική άδεια εργασίας εκδιδομένη από την αρμόδια Αστυνομική Διεύθυνση, διαφορετικά η σύμβαση εργασίας είναι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 174, 180 ΑΚ, άκυρη.
Άκυρες, δε, καθίστανται και οι κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2518/1997 υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας, εάν οι εργαζόμενοι εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος της ανωτέρω απόφασης του Υπ. Δημόσιας Τάξης, δεν εφοδιασθούν με τη σχετική άδεια εργασίας. Έτσι, η καταρτιζόμενη με τον εργοδότη σύμβαση εργασίας, χωρίς ο μισθωτός, στον οποίο ανατίθεται η προαναφερόμενη δραστηριότητα του άρθρου 1 του ν. 2518/1997, να έχει εφοδιασθεί με την απαιτούμενη κατά το νόμο ως άνω άδεια εργασίας, είναι άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 Α.Κ., διότι αντίκειται στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις, που αφορούν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 911/2015, ΑΠ 1320/2008).
Εξάλλου, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού ή καταγγέλλοντας τη σύμβαση χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, δεν καθίσταται υπερήμερος και δεν υποχρεούται, ως εκ τούτου, στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στη συνέχιση της σχέσης εργασίας, αφού αυτή, μη αναγνωριζόμενη από τον νόμο, δεν μπορεί να εξακολουθήσει χωρίς τη θέλησή του ( AΠ 1336/2018, AΠ 1452/2018, ΑΠ 911/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 24/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 183 παρ. 1 του ΑΚ. επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της, δηλ. αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ υπαρχής κατάρτισής της, ενώ κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας, δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή, δηλ.
η επικύρωση άκυρης ενοχικής σύμβασης έχει σε περίπτωση αμφιβολίας αναδρομικά αποτελέσματα. Κατά τις διατάξεις αυτές απαιτείται, συνεπώς, για την επικύρωση άκυρης σύμβασης νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, τα οποία, όπως είναι αυτονόητο εκ της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι ελεύθερα να στέρξουν στην επικύρωση ή να την αποκρούσουν.
Η για την επικύρωση δήλωση βούλησης των μερών μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση. Τέτοια σιωπηρή επικύρωση της άκυρης σύμβασης εργασίας του μισθωτού εμφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών του από τον εργοδότη, τελούντα εν γνώσει της απόκτησης μεταγενεστέρως του απαιτουμένου πιστοποιητικού, άδειας κλπ. ( ΑΠ 493/2011, ΑΠ 1613/2011, ΑΠ 1719/2010, ΑΠ 65/2009).
Τέλος, η ύπαρξη της απαιτούμενης άδειας της αρμόδιας αρχής δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής που επιδιώκει την πληρωμή των οφειλόμενων από σύμβαση εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών μισθών ή αμοιβών, διότι η έλλειψη τούτου αποτελεί ένσταση του εναγομένου περί ακυρότητας της σύμβασης, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης και όχι ως αόριστης (ΑΠ 1336/2018, ΑΠ 1452/2018,ΑΠ 1470/2018 ΑΠ 65/2009), ο δε ισχυρισμός προς απόκρουση της προταθείσης άνω ένστασης(ακυρότητας της σύμβασης) περί επικύρωσης της σύμβασης κατ'αρθρο 183 ΑΚ, αποτελεί αντένσταση.
4. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Περαιτέρω Α) κατά το άρθρο 262§1 του ίδιου Κώδικα η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή των γεγονότων που την θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης.
Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Β) Κατά το άρθ. 338§1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Η διάταξη αυτή, αναφερομένη στο υποκειμενικό βάρος απόδειξης που προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του απαιτουμένου αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, και στην κατανομή αυτού (βάρους), προϋποθέτει την έκδοση μη οριστικής (παρεμπίπτουσας) απόφασης για αποδείξεις, τέτοια, όμως, απόφαση δεν εκδίδεται στην διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 670, 671, 674§2 ΚΠολΔ, και γενικά στις ειδικές διαδικασίες), κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιός από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης, εκτιμά ελεύθερα τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους αποδείξεις και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί.
Κατά συνέπεια, στην διαδικασία αυτήν δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος απόδειξης (άρθ. 338§1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 76/2013, 1710/2012, 233/2011). Αντίθετα, τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 233/2011).
5. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης, αλλά και των κατ' ιδίαν λόγων της, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλόμενη απόφαση και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Έτσι, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες αυτοτελώς η κάθε μία στηρίζουν το διατακτικό της, και με την αναίρεση πλήττεται μόνο η μία αιτιολογία από αυτές, χωρίς να διατυπώνεται ουδεμία αιτίαση κατά της άλλης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν την εν λόγω αιτιολογία κρίνονται απορριπτέοι ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η τυχόν ευδοκίμηση αυτών δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας επαρκώς υποστηρίζουν οι μη πληττόμενες λοιπές αιτιολογίες της απόφασης αυτής (Ολ ΑΠ 25/1994, ΑΠ 175/2016, ΑΠ 127/2014, ΑΠ 960/2013, ΑΠ 25/2003 ).
6. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με τη με αριθ. κατάθεσης 25787/27-8-2012 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι προσλήφθηκε την 17-1-1994, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, από την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία " ...
ΟΕ", οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγομένη εταιρία, προκειμένου να αναλάβει καθήκοντα φύλακα - θυρωρού στο ….. Πανεπιστήμιο ..., με το οποίο η εργοδότρια εταιρία είχε συνάψει σύμβαση έργου για τη φύλαξη των εγκαταστάσεών του, κατά δε τη λήξη της η σύμβασή του ανανεώθηκε σιωπηρά, καθιστάμενη έτσι αορίστου χρόνου, ενώ οι τελευταίες μικτές μηνιαίες αποδοχές του ανήλθαν στο ποσό των 1.506,36 ευρώ.
Ότι, στα πλαίσια και σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ανέλαβε τη φύλαξη διαφόρων σχολών του Πανεπιστημίου και τελευταία της Γεωπονικής - Δασολογικής Σχολής του, με τα ειδικότερα αναφερόμενα καθήκοντα. Ότι τον Μάιο του 2012 η εναγομένη για πρώτη φορά του ζήτησε να υπογράψει νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με ημερομηνία πρόσληψης την 1η-5-2012, μολονότι αυτός εργαζόταν συνεχώς και αδιάκοπα από την ανωτέρω πρόσληψή του, η ίδια μάλιστα είχε καταθέσει στον ΟΑΕΔ την από 3-4-2012 ψευδή δήλωση, ότι είχε δήθεν λήξει η προηγούμενη ορισμένου χρόνου σύμβασή του, διάρκειας δύο ετών.
Ότι στις 6-6-2012 η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο και εκλαμβάνοντας τη σύμβασή του ως ορισμένου χρόνου, με χρόνο πρόσληψης την 1η-5-2012, ενώ δεν του κατέβαλε την οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, με συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας και την περιέλευση της εναγομένης σε κατάσταση υπερημερίας περί την αποδοχή των υπηρεσιών του.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε, κυρίως μεν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης και να υποχρεωθεί η εναγόμενη σε αποδοχή των υπηρεσιών του, με απαγγελία χρηματικής ποινής σε βάρος της για κάθε ημέρα άρνησής της, καθώς και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 1.506,36 ευρώ μηνιαίως για μισθούς υπερημερίας από την καταγγελία μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, επικουρικά δε, για την περίπτωση που η καταγγελία κριθεί έγκυρη, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 24.603,88 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, και τα ανωτέρω κονδύλια με τους νόμιμους τόκους κατά τις σ`αυτή αναφερόμενες διακρίσεις.
Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 19637/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα περί απαγγελίας χρηματικής ποινής σε βάρος της εναγομένης, απέρριψε ως αβάσιμα κατ` ουσία τα κύρια αγωγικά αιτήματα, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, επαναπασχόλησής του και επιδίκασης μισθών υπερημερίας, ενώ έκανε μερικά δεκτή αυτήν κατά το επικουρικό της αίτημα και επιδίκασε στον ενάγοντα, με διάταξη που κήρυξε προσωρινά εκτελεστή, το ποσό των 6.025,00 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, νομιμότοκα.
Κατά της άνω απόφασης, ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και επ'αυτών εκδόθηκε η προσβαλλομένη 2165/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:" Η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... ΟΕ", στα πλαίσια της εκ μέρους της ανάληψης του έργου της φύλαξης των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων των κτιρίων του …..Πανεπιστημίου ..., μετά την ανάδειξή της ως αναδόχου στον δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό που είχε προκηρυχθεί προς τον σκοπό αυτό, προσέλαβε τον ενάγοντα στις 17-1-1994, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, για το χρονικό διάστημα της σύμβασης εργολαβίας που συνήψε η εργοδότρια εταιρία με το ...., μετά τη λήξη της οποίας συμφωνήθηκε η αποχώρησή του χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης, προκειμένου να εργαστεί ως φύλακας στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο ενάγων απασχολήθηκε ως νυχτοφύλακας στη Σχολή Καλών Τεχνών του .... Στις 20-6-1995 διενεργήθηκε νέος μειοδοτικός διαγωνισμός από το τελευταίο Ν.Π.Δ.Δ. για το ίδιο έργο, ανάδοχος του οποίου αναδείχθηκε η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία, προς τούτο δε υπογράφηκε το με αριθ….47/30-6-1995 συμφωνητικό εργολαβίας μεταξύ της τελευταίας και του ...., διάρκειας δώδεκα μηνών.
Εξάλλου, δυνάμει του με αριθ….04/11-9-1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ε. Β.-Τ., πραγματοποιήθηκε η μετατροπή της άνω ομόρρυθμης εταιρίας σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... περιορισμένης ευθύνης" και τον διακριτικό τίτλο " ... LTD", ακολούθως, δε, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία, που φέρει πλέον -κατόπιν διαδοχικών τροποποιήσεων- την επωνυμία "... ......" και τον διακριτικό τίτλο "...
S.A" (εναγομένη). Τόσο η ως άνω εταιρία περιορισμένης ευθύνης, όσο και η διάδοχος αυτής εναγομένη, συνήψαν, ως ανάδοχοι σχετικών μειοδοτικών διαγωνισμών, με το ...., διαδοχικές συμβάσεις εργολαβίας για τη φύλαξη κτιρίων, εγκαταστάσεων και εξωτερικών χώρων του, ενώ σε όλες τις συναφθείσες από την 1-1-1999 και μετέπειτα συμβάσεις είχε προβλεφθεί ο όρος περί υποχρέωσης της αναδόχου να απασχολεί όλο το αναφερόμενο στη διακήρυξη προσωπικό, το οποίο θα τύχαινε της αποδοχής και έγκρισης του ...., καθ` όλη τη διάρκεια της εργολαβίας χωρίς διακοπή.
Ο ενάγων, μετά τη λήξη της από 17-1-1994 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στις 30-6-1995, εξακολούθησε να εργάζεται στους χώρους του Πανεπιστημίου με την ίδια ειδικότητα και τους ίδιους όρους και συνθήκες εργασίας της αρχικής του σύμβασης, συνεχώς και αδιάλειπτα μέχρι και τις 6- 6-2012, μισθοδοτούμενος από την ίδια εταιρία και τις καθολικές διαδόχους της, χωρίς οποιαδήποτε ρητή ή σιωπηρή εναντίωση των τελευταίων, οι οποίες, αντιθέτως, αποδέχθηκαν την παροχή των υπηρεσιών που αυτός προσέφερε σε εκτέλεση των ανατιθεμένων από αυτές εργασιακών καθηκόντων του φύλακα σε διάφορες εγκαταστάσεις των χώρων του ....
Έτσι η σύμβασή του ανανεώθηκε σιωπηρά, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 671 ΑΚ, με την έννοια της παράτασης για αόριστο χρόνο, καθ` όλη, δε, τη διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης ο ενάγων απασχολήθηκε, αρχικά ως νυχτοφύλακας στη Σχολή Καλών Τεχνών, στη συνέχεια στην Κτηνιατρική Σχολή και στην Κεντρική Βιβλιοθήκη, ενώ τα τελευταία δώδεκα έτη εργαζόταν ως φύλακας - θυρωρός στη Γεωπονική - Δασολογική Σχολή του ..., με τα ειδικότερα στην πρωτόδικη απόφαση μνημονευόμενα εργασιακά καθήκοντα.
Στις 6-6-2012 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, στο έγγραφο, όμως, της καταγγελίας εσφαλμένως η τελευταία χαρακτηρίζει την επίδικη σύμβαση ως ορισμένου χρόνου, την οποία κατήγγειλε, όπως αναφέρει, για σοβαρό και σπουδαίο λόγο, χωρίς τον προσδιορισμό και καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Η επίδικη εργασιακή σύμβαση είχε παραταθεί για αόριστο χρόνο και, επομένως, για το έγκυρο της καταγγελίας όφειλε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του.
Ωστόσο, ο ενάγων, για την κατά τα ανωτέρω εργασία του, ως προσωπικό ασφαλείας και φύλαξης, ήταν υποχρεωμένος να εφοδιαστεί με την απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 Ν. 2518/1997 άδεια εργασίας προσωπικού ασφαλείας των ιδιωτικών επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Μολονότι, λοιπόν, η επίδικη σύμβαση εργασίας του, η οποία συνήφθη στις 17-1-1994 και παρατάθηκε σε αορίστου χρόνου, καταλήφθηκε από τις διατάξεις του νόμου τούτου, καθόσον, κατά την έναρξη ισχύος του, ο ενάγων εξακολουθούσε να εργάζεται στην εναγομένη ιδιωτική εταιρία με την ειδικότητα του φύλακα των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων και εγκαταστάσεων του ...., αυτός δεν προέβη, όπως ήταν υποχρεωμένος, στην έκδοση της προαναφερόμενης άδειας εργασίας, με συνέπεια η καταρχήν έγκυρη σύμβασή του να καταστεί εξ αυτού του λόγου άκυρη.
Ο ενάγων επιλήφθηκε το πρώτον και εκδόθηκε τελικά άδεια εργασίας από την αρμόδια Αστυνομική Διεύθυνση στις 10-8-2010, πλην όμως αυτοτελή ισχυρισμό (αντένσταση) περί επικύρωσης της άκυρης, από την παραπάνω αιτία, εργασιακής του σύμβασης δεν προέβαλε στην πρωτοβάθμια δίκη (βλ. πρωτόδικα πρακτικά, όπου είναι καταχωρημένη η περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του, εκ του λόγου τούτου, ένσταση της εναγομένης, επί της οποίας ο ίδιος δεν προέβαλε αντίθετο ισχυρισμό βλ.
και προσθήκη επί των πρωτόδικων εγγράφων προτάσεων του, που κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και με την οποία ζητούσε την απόρριψη της ένστασης της αντιδίκου του, καθώς, όπως ισχυρίστηκε "....είμαι κάτοχος της σχετικής άδειας, η οποία ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο που εργαζόμουν και κατά τον χρόνο της απόλυσής μου και συνεχίζει να είναι σε ισχύ έως 10-8-2015 και την οποία προσκομίζω και επικαλούμαι").
Ρητή, συνεπώς, ή έστω σιωπηρή επικύρωση της άκυρης σύμβασης εργασίας του, με τη συνέχιση αποδοχής των υπηρεσιών του από την εργοδότριά του - εναγόμενη, η οποία να τελούσε σε γνώση της εκ των υστέρων απόκτησης της άδειας, δεν επικαλέστηκε πρωτοδίκως. Τέτοιον ισχυρισμό, ωστόσο, προβάλλει το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης, πλην όμως απαραδέκτως, καθώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ.
για τη βραδεία προβολή του κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (το θέμα, ειδικότερα, της γνώσης της εναγομένης δεν αποδεικνύεται παραχρήμα, ήτοι με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία της αντιδίκου του, ούτε προκύπτει δικαιολογημένη αιτία για τη μη προβολή του ισχυρισμού κατά την πρωτόδικη δίκη). Τούτο, δε, ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει μνεία του λόγου της βραδείας προβολής του ισχυρισμού του αυτού.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, και επί της ουσίας είναι απορριπτέος ο εν λόγω ισχυρισμός, αφού ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε λάβει γνώση της εκ των υστέρων απόκτησης της άδειας εργασίας, στοιχείο αναγκαίο για την επικαλούμενη επικύρωση. Αντιθέτως, η τελευταία προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και με τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις της αρνήθηκε την εκ μέρους του ενάγοντος κατοχή τέτοιας άδειας και σε τούτο επιστήριξε τον περί ακυρότητας αυτοτελή ισχυρισμό της.
Και, ναι μεν, ο Χ. Κ., μόνιμος υπάλληλος του .... και υπεύθυνος εποπτείας φύλαξης του Πανεπιστημίου, στη με αριθ. 2247/10-11-2016 άνω ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει ότι το έτος 2009 είχε ζητήσει από τον επόπτη της εναγόμενης, Α. Κ., να δώσει εντολή στους φύλακες να προσκομίσουν αντίγραφα των αδειών τους, προκειμένου να ελέγξει εάν αυτοί πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις, και ότι, μεταξύ άλλων εργαζομένων, και ο ενάγων, που αρχικά εστερείτο τέτοιας άδειας, επιμελήθηκε της εκ των υστέρων έκδοσης και του την προσκόμισε σε μεταγενέστερο χρόνο.
Θυμάται, μάλιστα, ότι την ίδια ημέρα που προσκόμισε (ο ενάγων) αντίγραφο της αδείας του σ` αυτόν, προσκόμισε αντίστοιχο αντίγραφο και στον υπάλληλο της εταιρίας (εναγομένης), στο γραφείο που είχε η τελευταία μέσα στο κτίριο της Διοίκησης. Εντύπωση, ωστόσο, δημιουργεί το γεγονός ότι ο προαναφερόμενος (Α. Κ.), εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ουδέν σχετικό κατέθεσε, παρόλο που είχε προβληθεί από μέρους της εναγομένης ο περί ακυρότητας ισχυρισμός.
Ούτε προκύπτει από την προαναφερθείσα ιδιότητά του και από τα όσα ο ίδιος αναφέρει στην ένορκη βεβαίωσή του, η αρμοδιότητά του για προσκομιδή και έλεγχο των αδειών εργασίας του προσωπικού της εναγομένης και, σε τελική ανάλυση, ο έλεγχος του κύρους των συμβάσεών του, την οποία (προσκομιδή) δεν είχε αξιώσει μέχρι τον αναφερόμενο χρόνο ούτε ο επόπτης της ίδιας της εναγομένης εργοδότριας εταιρίας.
Επομένως, παρά την έκδοση της με αριθ. πρωτ. ...19/1β'/10-8-2010 άδειας εργασίας της αρμόδιας αστυνομικής Διεύθυνσης, ήτοι σε χρόνο μετά την τεθείσα από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 Ν. 2518/1997 προθεσμία των έξι μηνών από την έναρξη ισχύος της αναφερόμενης στη μείζονα σκέψη που προηγείται απόφασης του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα επικύρωση της επίδικης εργασιακής σχέσης, με νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των ήδη αντιδίκων μερών, είτε με την εξωτερίκευση νέας ρητής δήλωσης βούλησης εκ μέρους της εναγομένης, είτε και σιωπηρά με την εξακολούθηση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των προσφερομένων υπηρεσιών του από την τελευταία, που να τελούσε, όμως, σε γνώση της μεταγενέστερης απόκτησης της σχετικής άδειας εργασίας.
Άρα, η ένδικη σύμβαση εργασίας κατέστη και παρέμεινε μέχρι τη λήξη της άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 Α.Κ., όπως βασίμως η εναγομένη υποστηρίζει, ως αντικείμενη στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις, που αφορούν τη δημόσια τάξη, λογιζόμενη ως μηδέποτε γενομένη, με αποτέλεσμα ο ενάγων να διατελεί, από τη λήξη της τεθείσας άνω εξάμηνης προθεσμίας, έναντι της εναγομένης εργοδότριάς του σε απλή εργασιακή σχέση, στα πλαίσια της οποίας προσέφερε τις υπηρεσίες του φύλακα.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί καταχρηστικής προβολής του περί ακυρότητας αυτοτελούς ισχυρισμού της εναγομένης, για τον λόγο ότι αυτή τελούσε σε γνώση της εκ των υστέρων απόκτησης της άδειας εργασίας του, αφού η ίδια είχε αξιώσει από το προσωπικό της να την εφοδιαστεί, και ο οποίος προβάλλεται το πρώτον με το δικόγραφο της έφεσής του, είναι απορριπτέος κατ` αρχάς μεν ως απαράδεκτος, καθώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ., ούτε γίνεται επίκληση κάποιας από τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος κατά νόμο, αφού, αληθούς υποτιθεμένου του ισχυρισμού του περί της εν γνώσει της εναγομένης μεταγενέστερης απόκτησης και της εντεύθεν επικύρωσης, δεν ανακύπτει ζήτημα καταχρηστικής προβολής του περί ακυρότητας της σύμβασης ισχυρισμού της. Σε μια τέτοια, δηλαδή, περίπτωση, δεν υφίσταται δικαίωμα της εναγομένης προς άσκηση και, άρα, δεν νοείται καταχρηστική άσκηση αυτού.
Επομένως, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η εναγομένη εργοδότρια, καταγγέλλοντας τη σύμβαση χωρίς την καταβολή αποζημίωσης και μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του, δεν κατέστη υπερήμερη και δεν υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στη συνέχιση της σχέσης εργασίας, αφού αυτή, μη αναγνωριζόμενη από τον νόμο, δεν μπορεί να εξακολουθήσει χωρίς τη θέλησή της.
Για τον λόγο αυτόν, τα κύρια αγωγικά αιτήματα, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης εργασιακής σύμβασης, επαναπασχόλησης του ενάγοντος και επιδίκασης μισθών υπερημερίας, κρίνονται αβάσιμα κατ` ουσία και απορριπτέα". Μετά απ'αυτά το Εφετείο κρίνοντας ότι δεν έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, και δη ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας κατέστη και παρέμεινε μέχρι τη λήξη της άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 Α.Κ., δεχόμενο την ένσταση της εναγομένης περί ακυρότητας της σύμβασης, ως αντικειμένης στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις, ότι ο ενάγων διατελεί, από τη λήξη της τεθείσας άνω εξάμηνης προθεσμίας, έναντι της εναγομένης εργοδότριάς του σε απλή εργασιακή σχέση, καθώς και ότι δεν εχώρησε επικύρωση αυτής (σύμβασης) ρητή ή σιωπηρή, απέρριψε στην συνέχεια τον σχετικό λόγο έφεσης του ενάγοντος εκκαλούντος ως αβάσιμο στην ουσία του.
Με την κρίση του το Εφετείο, ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί επικυρώσεως της άκυρης σύμβασής του, τον οποίο αντέτεινε προς απόκρουση κατά του ισχυρισμού(ένστασης)περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας που προβλήθηκε από την εναγομένη, ότι αποτελεί αντένσταση, ορθά σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180 και 183 παρ. 1 ΑΚ, και ορθά κατένειμε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ), με ορθό προσδιορισμό του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο σε περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλομένη με την παραδοχή της, ότι ο ισχυρισμός περί επικυρώσεως της άκυρης σύμβασης κατ'άρθρο 183 ΑΚ αποτελεί αντένσταση, εσφαλμένα μετά ταύτα μετακύλισε σ'αυτόν το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αυτού, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο μέρος του, ότι η προσβαλλομένη παρά τις επιταγές του νόμου( του άρθρου 338§1 ΚΠολΔ), που ορίζει ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του, και καίτοι δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από την εναγομένη για την απόδειξη του ισχυρισμού της περί ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας του, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε γνώση της τελευταίας περί υπάρξεως αδείας εργασίας και ότι δεν επικυρώθηκε η σύμβαση, είναι απαράδεκτος, διότι η διάταξη αυτή (άρθρο 338παρ. 1 ΚΠολΔ), αναφερομένη στο υποκειμενικό βάρος απόδειξης που προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του απαιτουμένου αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, και στην κατανομή αυτού (βάρους), προϋποθέτει την έκδοση μη οριστικής (παρεμπίπτουσας) απόφασης για αποδείξεις.
Τέτοια, όμως, απόφαση δεν εκδίδεται στην διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 670, 671, 674§2 ΚΠολΔ, και γενικά στις ειδικές διαδικασίες όπως ίσχυαν πριν τον ν. 4335/2015, εφόσον η αγωγή ασκήθηκε το έτος 2012), κατά την οποία δικάσθηκε η υπόθεση σε αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας και εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιός από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης, εκτιμά ελεύθερα τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους αποδείξεις και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί και κατά συνέπεια, στην διαδικασία αυτήν δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος απόδειξης (άρθ. 338§1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω το Εφετείο με τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως άνω δέχθηκε και ειδικότερα αυτά που περιέχονται στην επάλληλη σκέψη του, ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε λάβει γνώση της εκ των υστέρων απόκτησης αδείας εργασίας του ενάγοντος και επομένως ότι δεν επικυρώθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας του, με νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των αντιδίκων μερών, είτε με την εξωτερίκευση νέας ρητής δήλωσης βούλησης εκ μέρους της εναγομένης, είτε και σιωπηρά με την εξακολούθηση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των προσφερομένων υπηρεσιών του από την τελευταία, που να τελούσε, όμως σε γνώση της μεταγενέστερης απόκτησης της σχετικής αδείας εργασίας, καθώς επίσης και ότι παρά την έκδοση της με αριθμό ...19/1β'/10-8-2010 άδειας εργασίας του ενάγοντος της αρμόδιας αστυνομικής διεύθυνσης, μετά πάροδο εξαμήνου από την έναρξη ισχύος(21-8-1997) του ν. 2518/1997, κατέστη άκυρη και παρέμεινε μέχρι το τέλος της σύμβασής του έτσι, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι επικυρώθηκε καθ'οιονδήποτε τρόπο, ορθά τις προπαρατεθείσες στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στις διατάξεις αυτές.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης κατά την μερικότερη αιτίασή του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επίσης ο ίδιος λόγος κατά την αιτίασή του από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ότι παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ήτοι με την απόρριψη ως απαραδέκτου του ισχυρισμού του, περί επικυρώσεως της σύμβασης εργασίας του κατ'άρθρο 183 ΑΚ, λόγω κατοχής εκ μέρους του άδειας εργασίας, ως μη προβληθέντος στην πρωτοβάθμια δίκη και ότι απαραδέκτως προβληθέντος το πρώτον ενώπιον του (Εφετείου) με σχετικό λόγο έφεσης, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ για την βραδεία προβολή του (κατά την δευτεροβάθμια δίκη), είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού η προσβαλλομένη στηρίζεται αυτοτελώς σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό, σε δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες αυτοτελώς η κάθε μία στηρίζουν το διατακτικό της, και με την αναίρεση πλήττεται μόνο η μία αιτιολογία από αυτές, χωρίς να διατυπώνεται ουδεμία αιτίαση κατά της άλλης.
Συνεπώς ελλείπει το έννομο συμφέρον κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η τυχόν ευδοκίμηση αυτού δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας επαρκώς υποστηρίζουν οι μη πληττόμενες λοιπές αιτιολογίες της απόφασης αυτής.
7. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ειδικότερα, ότι ενώ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρότεινε η εναγομένη αναιρεσίβλητη τον ισχυρισμό ότι δεν κατείχε ο ενάγων την απαιτούμενη άδεια εργασίας, τον οποίο αυτός αντέκρουσε με την προσθήκη των προτάσεών του, αναφέροντας ότι είναι κάτοχος της αδείας αυτής την οποία και προσκόμισε μετ'επικλήσεως και ότι η εναγομένη προς αντίκρουση του ισχυρισμού του αυτού θα μπορούσε να προβάλει τυχόν ισχυρισμό μη γνώσης, εντούτοις το δικαστήριο μετακύλησε το βάρος απόδειξης σε αυτόν και απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία βάση της και περαιτέρω ότι καίτοι η εναγομένη κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκόμισε για να υποστηρίξει την μη γνώση εντούτοις δέχθηκε ως αληθές το γεγονός ότι η εναγομένη δεν έλαβε ποτέ γνώση της κατοχής της αδείας και ως εκ τούτου ότι δεν επικυρώθηκε η σύμβαση εργασίας του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ερειδόμενος, διότι σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 3 μείζονα σκέψη, ο ισχυρισμός του εναγομένου περί ακυρότητος της σύμβασης λόγω ελλείψεως αδείας εργασίας αποτελεί ένσταση και ο ισχυρισμός προς απόκρουση της ένστασης αυτής περί επικυρώσεως της εν λόγω συμβάσεως κατ'άρθρο 183 ΑΚ αποτελεί αντένσταση και το βάρος απόδειξής του τελευταίου έχει ο αντενιστάμενος και επομένως στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων.
Εξάλλου, από τα αναφερθέντα άνω στην με αριθμό 4 ενότητα, κατά την εργατική διαδικασία το δικαστήριο δεν ορίζει ποιός από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης, εκτιμά ελεύθερα τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους αποδείξεις και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί και κατά συνέπεια, στην διαδικασία αυτήν δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος απόδειξης (άρθ. 338§1 ΚΠολΔ).
Κατά τα λοιπά ο αναιρεσείων με τις λοιπές αιτιάσεις, ότι το Εφετείο καίτοι αυτός προσκόμισε την 2247/2016 ένορκη βεβαίωση προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η εναγομένη γνώριζε ότι κατείχε άδεια εργασίας, και η εναγομένη ουδέν απέξειξε περί μη γνώσης της, παρά ταύτα η προσβαλλομένη δέχθηκε ως αληθές, ότι δεν επικυρώθηκε η σύμβαση εργασίας του, υπό την επίφαση του άνω λόγου πλήττει απαράδεκτα την ανέλεγκτη περί της ουσίας κρίση του Εφετείου. 8.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Πρέπει δε να καταδικαστούν οι κληρονόμοι του αρχικώς αναιρεσείοντος ως ηττημένες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-2-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 2165/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και
Καταδικάζει τις κληρονόμους του αρχικώς αναιρεσείοντος σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3η Απριλίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ