Legislator Case Law & Legislation
447/2016 AI generated

447/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 447/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 447 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

447/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 447 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
lack of standing of owner lack of legal standing building permit refusal deficiency of stamp duty dismissal of defamation complaint standing against building permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 447 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 447/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ζ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος.

Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αλμπανίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3881/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4459/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-3-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 20-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η αυτοπροσώπως παρασταθείσα αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 4459/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 22.3.2011 έφεση της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 3881/2010 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την από 9.7.2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ακολούθως και η ίδια την αγωγή αυτή με βάση όμως διαφορετική αιτιολογία και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει με το νόμιμο τόκο στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 4.140 ευρώ ως οφειλόμενο σ’ αυτή υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής της για την εκτέλεση του έργου που εκτέλεσε και παρέδωσε στην αντίδικό της κατά τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§§1&3 ΚΠολΔ). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ’ εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου. Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 του ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του. Αντίθετα η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει αυτοδικαίως τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί χωρίς άλλο το προσφερόμενο σ’ αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει τα προβλεπόμενα στα άρθρ. 688 - 690 του ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 183/2011? 1665/2014). Μπορεί έτσι και να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση, αν το έργο έχει ουσιώδη ελαττώματα που το καθιστούν άχρηστο ή του λείπουν συμφωνημένες ιδιότητες, οπότε με την υπαναχώρηση η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρ. 389§2 του ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν. Όμως κατά το άρθρ. 691 του ΑΚ το δικαίωμα υπαναχώρησης ο εργοδότης δεν το έχει, ούτε γενικότερα άλλο δικαίωμα για ελλείψεις του έργου, αν είναι υπαίτιος για αυτές, είτε εξαιτίας των οδηγιών που έδωσε παρά τις ρητές αντιρρήσεις του εργολάβου είτε κατ’ άλλο τρόπο. Οι αντιρρήσεις δηλαδή του εργολάβου αποτελούν την προϋπόθεση για την υπαιτιότητα του εργοδότη και πρέπει αυτές να είναι ρητές και σαφείς. Αν αντίθετα ο εργολάβος δεν αντιλέγει στις οδηγίες του εργοδότη ή προβάλλει αντιρρήσεις αόριστες ή ασαφείς, διατηρείται η ευθύνη του εργολάβου για ελλείψεις του έργου, που σημαίνει ότι μόνο μετά τη διατύπωση συγκεκριμένων αντιρρήσεων από τον εργολάβο και την εμμονή του εργοδότη στην τήρηση των οδηγιών του, υποχρεούται πλέον ο εργολάβος να συμμορφωθεί με τις οδηγίες αυτές, οπότε και εκλείπει η όποια ευθύνη του. Στην απαλλαγή του εργολάβου από την ευθύνη του για ελλείψεις του έργου οδηγεί κατά το άρθρ. 692 του ΑΚ και η έγκριση του έργου από τον εργοδότη, εκτός αν οι ελλείψεις δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση, όταν έγινε η παραλαβή του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο. Έγκριση είναι η επιδοκιμασία του έργου από το εργοδότη, με την οποία αυτός αναγνωρίζει ότι το έργο δεν έχει ελλείψεις. Η έγκριση, που προϋποθέτει πραγματική παράδοση του έργου, μπορεί να είναι ρητή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δήλωσε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης ή και σιωπηρή και τέτοια συνιστά η παραλαβή του έργου χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία σε εύλογο χρόνο αναφορικά με ορισμένη έλλειψη (ΑΠ 1199/2007). Προκύπτει έτσι όχι μόνο δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση του εργοδότη να εξετάσει το έργο που του παραδίδεται και αναλόγως να το εγκρίνει ή να αρνηθεί την έγκρισή του αν έχει ελλείψεις, διαφορετικά, αν δηλαδή παραλάβει το έργο χωρίς να το εξετάσει, φέρει αυτός τον κίνδυνο των ελλείψεων και υποχρεούται να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη αμοιβή του παρά την ύπαρξη ελλείψεων, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρ. 692 του ΑΚ. Η εξέταση του έργου θεωρείται κανονική αν γίνει είτε από τον ίδιο τον εργολάβο ή από αντιπρόσωπό του ή και από τρίτο πρόσωπο στο οποίο ανατέθηκε η εξέταση και έγκριση του έργου είτε από ειδικό που έχει τις αναγκαίες γνώσεις, αν κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και την καλή πίστη οι ελλείψεις του συγκεκριμένου έργου δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από οποιονδήποτε (ΑΠ 1804/2001). Εξ άλλου κατά την έννοια των άρθρ. 559 αριθ. 1 και 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005? 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005). O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 και 560 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ. Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ’ αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ’ αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ’ αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, αφού έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Τον Μάρτιο του 2009 η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), επιθυμώντας να κατασκευάσει βιβλιοθήκη, η οποία θα τοποθετούνταν στον τοίχο του καθιστικού της προς την κυρία είσοδο της κείμενης στη Φιλοθέη οικίας της, προκειμένου να κάλυπτε ειδικές ανάγκες δικές της, αλλά και του συζύγου της προς τοποθέτηση... μεγάλου όγκου βιβλίων, φακέλων και ντοσιέ, ανέθεσε τον σχεδιασμό αυτής στην αρχιτέκτονα μηχανικό Ε. Μ.. Πράγματι μετά από πολλές επισκέψεις στο σπίτι της εκκαλούσας, η ως άνω αρχιτέκτονας, καταγράφοντας τις επιθυμίες του ζεύγους, αποτύπωσε σε σχέδιο το υπό κατασκευή έπιπλο, το οποίο θα κάλυπτε τοίχο διαστάσεων 4,50 Χ 2,76 m. Στο σχέδιο αυτό αποτυπώνεται με λεπτομέρειες η υπό κατασκευή βιβλιοθήκη και αναγράφονται οι διαστάσεις των επιμέρους τμημάτων. Ακολούθως για την κατασκευή της βιβλιοθήκης επιλέχθηκε, κατόπιν σχετικής προσφοράς, η εφεσίβλητη εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία υπέγραψε δια μέσου του εκπροσώπου της Μ. Τ. με την εκκαλούσα, στις 5.3.2009, ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι ο "δεύτερος αναλαμβάνει να κατασκευάσει και να τοποθετήσει στο σπίτι της πρώτης τη βιβλιοθήκη που είναι σχεδιασμένη στο συνημμένο και υπογεγραμμένο από τα μέρη σχέδιο, υπό τις υποδείξεις και τον έλεγχο της αρχιτέκτονος Ε. Μ....". Ως προς τις συγκεκριμένες ιδιότητες που όφειλε να έχει το έργο, συμφωνήθηκε ρητώς αφενός μεν τα καθαρά ύψη των ραφιών της βιβλιοθήκης να είναι απόλυτα, ιδιαιτέρως δε να προσεχθεί ώστε κανένα ράφι να μην έχει καθαρό ύψος μικρότερο των 26 εκατοστών, καθώς σε διαφορετική περίπτωση δεν θα χωρούσε βιβλία, αφετέρου δε η βιβλιοθήκη να είναι πλήρως προσαρμοσμένη αισθητικά στο συγκεκριμένο χώρο. Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης η εφεσίβλητη, αφού μέσω των αρμόδιων τεχνιτών της έκανε μετρήσεις και αποτύπωσε την πραγματική κατάσταση του χώρου της εκκαλούσας, προέβη την 29.6.2009, εν απουσία της εκκαλούσας, η οποία βρισκόταν στην εργασία της, αλλά υπό την παρουσία της ως άνω αρχιτέκτονος, στην τοποθέτηση της επίδικης βιβλιοθήκης στον συμφωνηθέντα χώρο. Ωστόσο... από την κατασκευασθείσα βιβλιοθήκη απουσίαζαν οι συμφωνημένες ιδιότητες και δη α) υπήρχαν διαφοροποιήσεις ως προς τα καθαρά ύψη των ραφιών, που οφείλονταν κυρίως στην αύξηση του ύψους στο κάτω ντουλάπι από 66 cm σε 74,8 cm, στην αύξηση του πάχους των ραφιών από 2,5 cm, που προβλεπόταν στο σχέδιο, σε 3,6 cm και στην τοποθέτηση ξύλινης διατομής πάχους 5,5 cm περιμετρικά της βιβλιοθήκης σε σχήμα Π, με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του ελεύθερου ύψους του τελευταίου ραφιού σε όλο το μήκος της βιβλιοθήκης από 26 cm σε 20,2 cm..., καθιστώντας το προβληματικό για χρήση βιβλιοθήκης και β) υπήρχε κενό μεταξύ βιβλιοθήκης και του πίσω τοίχου, ιδιαίτερα στα ράφια πλάι στην είσοδο, το οποίο καλύφθηκε εκ των υστέρων με προσθήκη στο πίσω μέρος του συνόλου των ραφιών λεπτού ξύλινου πήχη με απόλυτα κακότεχνο τρόπο και με εμφανώς μικρότερο πάχος από αυτό των ραφιών, είναι δε άμεσα ορατό και δημιουργεί αισθητικό πρόβλημα. Ισχυρίζεται η εφεσίβλητη ότι οποιοδήποτε και αν ήταν το τελικό αποτέλεσμα αυτή ακολουθούσε τις υποδείξεις, αλλά και τις τροποποιήσεις του αρχικού σχεδίου, οι οποίες της υποδείχθηκαν από την αρχιτέκτονα Ε. Μ. και ήταν σε γνώση της εκκαλούσας. Όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός αλυσιτελώς προβάλλεται στο μέτρο που η εκκαλούσα απέβλεψε σε ορισμένο αποτέλεσμα ανεξαρτήτως αν αυτό τελικώς ήταν υλοποιήσιμο με βάση το αρχικό ή μεταγενέστερα σχέδια. Εφόσον, λοιπόν, η εφεσίβλητη είχε διαγνώσει, λόγω και της εμπειρίας της, αλλά και των ικανοτήτων του εξειδικευμένου προσωπικού της ότι με εφαρμογή των αρχικών ή μεταγενέστερων σχεδίων το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το προσδοκώμενο, όφειλε να εκφράσει ρητά τις αντιρρήσεις της προς την εκκαλούσα, αφαιρώντας της κατ’ αυτόν τον τρόπο (άρθρ. 691 ΑΚ) οποιοδήποτε δικαίωμα για τυχόν ελλείψεις του έργου, σε περίπτωση που αυτή επέμενε στην εφαρμογή των ελαττωματικών σχεδίων, πλην δεν έπραξε κάτι τέτοιο. Κατά συνέπεια, εφόσον το έργο παραδόθηκε χωρίς να εκφράσει ρητές αντιρρήσεις η εφεσίβλητη για την έλλειψη των συμφωνημένων ιδιοτήτων..., ενεργοποιήθηκε αυτόματα κατ’ αρχήν το δικαίωμα της τελευταίας να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση κατ’ άρθρ. 689 ΑΚ". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Πρωτοδικείο έκρινε στη συνέχεια ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι το Ειρηνοδικείο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις με το να απορρίψει τη σχετική ένσταση υπαναχώρησης της αναιρεσείουσας, θεωρώντας ότι δεν είχε δικαίωμα να υπαναχωρήσει, επειδή, όπως στην απόφαση του Ειρηνοδικείου αναφέρεται, αφενός μεν η αναιρεσίβλητη ακολουθούσε απλώς τις υποδείξεις της αντιπροσώπου της αναιρεσείουσας και τα μεταγενέστερα σχέδια που εκείνη εκπόνησε, αφετέρου δε οι συμφωνηθείσες ιδιότητες δεν ήταν ουσιώδεις. Έτσι, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε εκ νέου την ένδικη αγωγή στην ουσία της, δεχόμενο σε σχέση με την προταθείσα αντένσταση της αναιρεσίβλητης από το άρθρ. 692 του ΑΚ τα ακόλουθα: "Κατά την ημερομηνία της πραγματικής παράδοσης του έργου στην εκκαλούσα, στις 29.6.2009, η τελευταία, επειδή απουσίαζε από το σπίτι της... ανέθεσε, όπως ήταν λογικό και αναμενόμενο από το περιεχόμενο της από 5.3.2009 σύμβασης έργου, την επίβλεψη της καλής εγκατάστασης του έργου, αλλά και την παραλαβή αυτού στην αρχιτέκτονα Ε. Μ., ως αντιπρόσωπο αυτής. Η τελευταία ήταν πράγματι παρούσα καθ’ όλη τη διάρκεια κατασκευής του έργου στο χώρο της εκκαλούσας μέχρι την αποπεράτωση και την τελική τοποθέτηση αυτού, παραλαμβάνοντάς το μάλιστα για λογαριασμό της εκκαλούσας, αλλά και ως ειδικός που έχει τις αναγκαίες γνώσεις για το έργο που εκτελέστηκε, χωρίς να διατυπώσει καμία επιφύλαξη για ενδεχόμενες ελλείψεις αυτού, παρόλο που οι ελλείψεις του, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω, μπορούσαν να διαπιστωθούν αμέσως δια γυμνού οφθαλμού με κανονική εξέταση από την πλευρά της αρχιτέκτονος. Ωστόσο η τελευταία όχι μόνο δεν επιφυλάχθηκε για την παραλαβή του έργου, αλλά αντιθέτως στην από 8.7.2009 επιστολή της προς την εφεσίβλητη δήλωσε απόλυτα ευχαριστημένη από την ποιότητα της εργασίας της. Ισχυρίζεται, βέβαια, η εκκαλούσα ότι η ως άνω αρχιτέκτων δεν είχε εξουσία παραλαβής του έργου, όμως ο ως άνω ισχυρισμός της προφανώς δεν ευσταθεί, καθώς σε διαφορετική περίπτωση δεν δικαιολογείται η παρουσία της εν λόγω αρχιτέκτονος στην οικία της εκκαλούσας την ημέρα παράδοσης αυτού. Κατά την κρίση, λοιπόν, του Δικαστηρίου η τελευταία είχε ρητή εντολή από την εκκαλούσα για παραλαβή και έγκριση του έργου, καθώς έτσι μόνο θα ολοκληρωνόταν και η μεταξύ τους συνεργασία, η οποία είχε ως περιεχόμενο το σχεδιασμό, επίβλεψη και τελική πραγματοποίηση του έργου. Όμως και πέρα από την ως άνω ανεπιφύλακτη παραλαβή εκ μέρους της αντιπροσώπου της εκκαλούσας και η ίδια η εκκαλούσα άμα τη επιστροφή της από την εργασία της την ίδια ημέρα, ήτοι λίγες ώρες αργότερα, καίτοι προφανώς προέβη σε ενδελεχή εξέταση της βιβλιοθήκης, ουδόλως αντέδρασε στις ελλείψεις αυτές, παρά ανέμενε μια εβδομάδα για να αντιδράσει με την αποστολή εξώδικης υπαναχώρησης από τη σύμβαση. Εφόσον, λοιπόν, το έργο παρελήφθη ανεπιφύλακτα από την εκκαλούσα, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ενώ ήταν απολύτως ευχερές να διαπιστωθούν οι ελλείψεις του με κανονική εξέταση την ημέρα της παραλαβής του τόσο από την αντιπρόσωπό της όσο και από την ίδια, θεωρείται ότι εγκρίθηκε από αυτή, οπότε η εφεσίβλητη απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη της κατ’ άρθρ. 692 ΑΚ και ως εκ τούτου δεν ενεργοποιούνται σε βάρος της οι συνέπειες από το άρθρ. 689 ΑΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το δικαίωμα υπαναχώρησης της εκκαλούσας". Με βάση και τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η σύμβαση των διαδίκων δεν καταργήθηκε αναδρομικά με την εξώδικη δήλωση υπαναχώρησης της αναιρεσείουσας και έτσι δέχθηκε τελικά την ένδικη αγωγή στην ουσία της και επιδίκασε νομιμοτόκως στην αναιρεσίβλητη το υπόλοιπο της οφειλόμενης αμοιβής της, δηλαδή 4.140 ευρώ, με δεδομένο ότι έναντι της αμοιβής της, που είχε συμφωνηθεί συνολικά σε 6.000 ευρώ, πλέον 1.140 ευρώ Φ.Π.Α. σε ποσοστό 19%, είχε προκαταβληθεί ποσό 3.000 ευρώ. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι προκειμένου να δεχθεί ότι η επιβλέπουσα το επίδικο έργο αρχιτέκτων Ε. Μ. είχε και εξουσία παραλαβής και έγκρισης του έργου, δεν προσέφυγε, όπως όφειλε, στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, παρόλο που έμμεσα, έστω, διαπίστωσε σχετικό κενό στη σύμβαση των διαδίκων, αλλιώς, κατά τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αυτό αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, εσφαλμένα εφάρμοσε τους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες, αφού αντίθετα προς τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών δέχθηκε ότι η ως άνω αρχιτέκτων είχε κατά τη σύμβαση των διαδίκων ως αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας εξουσία παραλαβής και έγκρισης του έργου παρά την έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων και επομένως αντίθετα προς το συμφέρον της τελευταίας. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέοι, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να δεχθεί την ύπαρξη εξουσίας παραλαβής και έγκρισης του έργου από την αρχιτέκτονα Ε. Μ. δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της σύμβασης των διαδίκων και ούτε διαπίστωσε αντίστοιχο κενό, αλλά κατέληξε στη σχετική παραδοχή εκτιμώντας τις αποδείξεις. Ειδικότερα αποδεικτικό πόρισμα αποτελεί ασφαλώς η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η παραπάνω αρχιτέκτων είχε "ρητή εντολή" από την αναιρεσείουσα "περί παραλαβής και έγκρισης του έργου", ενίσχυσε δε απλώς η απόφαση τη σχετική παραδοχή της με την πρόσθετη σκέψη ότι η εντολή αυτή ήταν λογική και αναμενόμενη από το περιεχόμενο της σύμβασης των διαδίκων. Ωστόσο κατά την ίδια παραδοχή η εξουσία παραλαβής και έγκρισης του έργου που δόθηκε από την αναιρεσείουσα στην αρχιτέκτονα Ε. Μ., δεν ήταν απεριόριστη υπό την έννοια ότι αυτή θα μπορούσε να παραλάβει και να εγκρίνει έργο που δεν θα είχε τις συμφωνημένες ιδιότητες και κυρίως ως προς το καθαρό ύψος που όφειλαν κατά το υπογεγραμμένο από τους διαδίκους σχέδιό της να έχουν τα ράφια της βιβλιοθήκης που ανέλαβε η αναιρεσίβλητη να κατασκευάσει και να τοποθετήσει στην οικία της αναιρεσείουσας. Δηλαδή στην παραπάνω αρχιτέκτονα, όπως ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανατέθηκε "η επίβλεψη της καλής εγκατάστασης του έργου και η παραλαβή του" στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την αναιρεσείουσα, "η οποία είχε ως περιεχόμενο το σχεδιασμό, επίβλεψη και τελική πραγματοποίηση του έργου". Είναι έτσι σαφές ότι ως έργο, που όφειλε να παραλάβει η παραπάνω αρχιτέκτων, αντιλαμβάνεται η προσβαλλόμενη απόφαση την αποτυπωμένη στο ως άνω σχέδιό της βιβλιοθήκη και γι’ αυτό, άλλωστε, έκρινε ότι οι αποκλίσεις από το σχέδιο αυτό, έστω και αν έγιναν με την υπόδειξή της, δεν ίσχυαν απέναντι στην αναιρεσείουσα και άρα της έδιναν, κατ’ αρχήν, το δικαίωμα υπαναχώρησης από την εργολαβική σύμβαση κατά το άρθρ. 689 του ΑΚ. Με αυτά, όμως, τα δεδομένα η αρχιτέκτων Ε. Μ. χωρίς αντίστοιχη εξουσία αντιπροσώπευσης ενέκρινε τελικά ανεπιφύλακτα την παραλαβή και τοποθέτηση της επίδικης βιβλιοθήκης στην οικία της αναιρεσείουσας, παρόλο που η βιβλιοθήκη, όπως ευχερώς μπορούσε να διαπιστωθεί, δεν είχε τις συμφωνημένες κύριες ιδιότητες, οπότε και δεν εξέλιπε εκ του λόγου αυτού η ευθύνη της αναιρεσίβλητης για την έλλειψη των συμφωνημένων ιδιοτήτων της βιβλιοθήκης.

Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 211, 233 και 692 του ΑΚ, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με το σχετικό τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ. Εξ άλλου η προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί περαιτέρω με επάλληλη αιτιολογία ότι όχι μόνον η ως άνω αρχιτέκτων, αλλά και η ίδια η αναιρεσείουσα ενέκρινε ανεπιφύλακτα το όλο έργο, αφού "καίτοι προφανώς προέβη σε ενδελεχή εξέταση της βιβλιοθήκης, άμα τη επιστροφή της από την εργασία της την ίδια ημέρα της παράδοσης του έργου, ήτοι λίγες ώρες αργότερα, ουδόλως αντέδρασε στις ελλείψεις αυτές, παρά ανέμενε μια εβδομάδα για να αντιδράσει με την αποστολή εξώδικης υπαναχώρησης από τη σύμβαση", προσέφυγε, κατ’ αρχήν, έμμεσα στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών προκειμένου να κρίνει σχετικά ότι συνιστά συμπεριφορά δηλωτική σιωπηρής από την αναιρεσείουσα έγκρισης του έργου η παράλειψή της να αντιδράσει αυθημερόν με την παράδοσή του στις ελλείψεις του, αναμένοντας μια εβδομάδα για να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, παρόλο που οι ελλείψεις "ήταν απολύτως ευχερές να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση την ημέρα παραλαβής του έργου" και συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα. Όμως εσφαλμένα εν τέλει εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς, αφού κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών το διάστημα της μιας εβδομάδας που παρήλθε για να αντιδράσει η αναιρεσείουσα είναι εύλογος χρόνος αντίδρασης και δεν υποδηλώνει σιωπηρή από μέρους της έγκριση του έργου, αν ληφθεί υπόψη ότι κατά το διάστημα αυτό δεν υπήρξε η οποιαδήποτε ενέργειά της που θα μπορούσε να εκληφθεί ως έγκριση του έργου και αντίθετα ήταν διάστημα απολύτως αναγκαίο για να καθορίσει η αναιρεσείουσα την τελική στάση της. Επομένως, κρίνοντας διαφορετικά η προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ ως προς την εφαρμογή των άρθρ. 173, 200 και 692 του ΑΚ και είναι βάσιμος ο σχετικός πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ενώ παρέλκει πλέον η εξέταση του έκτου και τελευταίου αναιρετικού λόγου από τον αυτό αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 692 του ΑΚ, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών προκειμένου να αξιολογήσει τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή κατά παραδοχή του τρίτου και του πέμπτου των λόγων της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 4459/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτή. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ