447/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2005 αγωγή των 1ου και 2ης ήδη αναιρεσειόντων καθώς και την από 17-5-2006 προσεπίκλησή τους, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η 1972/2007 απόφαση που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση. Οι ανωτέρω επανήλθαν με την από 21-7-2008 αγωγή τους και την από 5-1-2009 προσεπίκλησή τους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2101/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4914/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2011 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated447/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μόνον δε οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, υπό την ανωτέρω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από τον νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από την στέγη (άρθ. 1002 εδ. β' ΑΚ και 1§2 του Ν. 3741/1929) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Full text
Απόφαση 447 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 447/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Κ. του Η., 2. Δ. συζ. Ε. Κ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ... και 3. Φ. Κ. του Ε., κατοίκου .... Οι 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνο Δεμερτζή, ο οποίος δήλωσε ότι ο 1ος των αναιρεσειόντων απεβίωσε την 7-1-2012, όπως προκύπτει και από την 47/10-01-2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Ηρακλείου και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του: α) Δ. συζ. Ε. Κ., β)Φ. Κ. του Ε. και γ) Η. Κ. του Ε. και κατέθεσαν προτάσεις
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Χ. του Γ., 2 Β. Μ. του Β., 3Ά. Μ. του Β., 4 Α. Μ. του Γ., 5. Α. συζ. Α. Μ., το γένος Κ. Κ., 6. Μ. - Λ. Τ. του Σ., 7. Ά. Τ. του Σ., 8. Μ. Π. του Θ., 9. Ε. συζ. Μ. Π., το γένος Η. Γ., 10. Γ. Σ. του Μ., 11. Α. Χ. του Τ., 12. Ι. Π. του Σ., 13. Ε. Π. του Ι., 14 Α. συζ. Ι. Π., το γένος Σ. Φ., 15 Ε. Π. του Ι., 16 Δ. Π. του Ι., 17. Γ. Μ., του Α. και 18 Κ. Μ. του Α., όλοι οι ανωτέρω κάτοικοι ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2005 αγωγή των 1ου και 2ης ήδη αναιρεσειόντων καθώς και την από 17-5-2006 προσεπίκλησή τους, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η 1972/2007 απόφαση που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση. Οι ανωτέρω επανήλθαν με την από 21-7-2008 αγωγή τους και την από 5-1-2009 προσεπίκλησή τους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2101/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4914/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 3-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των από το άρθρο 559 αρ.1 εδ.α και 19 ΚΠολΔ λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, μόνο ως προς το κεφάλαιο που απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα της από 21-7-2008 αγωγής των αναιρεσειόντων κατά των Ι. Π. και Γ. Σ. μόνο για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγων ηθικής βλάβης τους και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων της αυτής ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες και τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 10286, 10286, 10284, 10280, 10281, 10279, 10278, 10270, 10271, 10273, 10272, 10274, 10276, 10275 και 10277/ 15-10-2012, 10287/16-10-2012, 10283 και 10282/15-10-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε όλους τους αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου δεν εμφανίστηκαν ενώπιον αυτού καθόλου ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωσή τους σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ) κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου και έγινε η συζήτηση αυτής. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι ο πρώτος αυτών (Ε. Κ.) απεβίωσε μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (18-11-2011) και συγκεκριμένα στις 7-1-2012 και κληρονομήθηκε από τις δύο αναιρεσείουσες (Δ. σύζυγο Ε. Κ. και Φ. Κ. του Ε.) και το γιό του Η. Κ. του Ε. και ότι αυτοί συνεχίζουν τη δίκη αυτήν, υπεισερχόμενοι στη θέση του. Η παραπάνω δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες και τον αναιρεσείοντα έγγραφα και ειδικότερα: 1)τα α υπ' αριθμ. πρωτ. .../10-1-2013 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ε. Κ. του Η., που εξέδωσε η ληξίαρχος του Δήμου Ηρακλείου Αττικής, 2) το υπ' αρ. πρωτ. .../10-1-2013 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Ηρακλείου Αττικής και 3) τα υπ' αρ. 2392/15-1-2013 και 601/16-1-2013 πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσείων Ε. Κ. του Η. απεβίωσε στις 7-1-2012 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Δ. Κ. και τα δύο τέκνα τους Η. Κ. και Φ. Κ.. Επομένως επήλθε διακοπή της δίκης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα λόγω θανάτου και σύννομα οι κληρονόμοι του συνεχίζουν τη δίκη υπεισερχόμενοι στη θέση εκείνου (άρθρα 286 περ.α', 287 και 290 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δια του άρθρου 54 του ΕισΝΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική, παρεπομένως κτωμένη, συγκυριότητα, κατ' ανάλογη μερίδα επί των μερών του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση, όπως αυτά ορίζονται στην, εκ των ανωτέρω διατάξεων, αυτή του άρθρου 2§1 του Ν. 3741/1929.
Με τις ανωτέρω διατάξεις, όμως, δεν προσδιορίζεται επαρκώς η έννοια του "ορόφου" και του "διαμερίσματος" ορόφου. Από το πνεύμα, εν τούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία, και ιδίως από τον σκοπό αυτών, ο οποίος, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του Ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ' ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, συνάγεται, ότι "όροφος" ή "διαμέρισμα ορόφου" είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά την συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά, διαιρετά ή αδιαίρετα, τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο ή ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή εν γένει οικιστική χρήση.
Μόνον δε οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, υπό την ανωτέρω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από τον νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από την στέγη (άρθ. 1002 εδ. β' ΑΚ και 1§2 του Ν. 3741/1929) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στην συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νομίμως, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διηρημένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής των (άρθρ. 201 ΑΚ).
Εξάλλου, λαμβανομένου υπ' όψη ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του Ν. 3741/1929 χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "superficies Solocedit", που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α' του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου του ακινήτου, το οποίο δεν ορίσθηκε ή δεν ορίσθηκε εγκύρως, με τον συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτου, υπάγεται αυτοδικαίως από τον νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι' αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου.
Περαιτέρω, τα άρθρα 22§α' και 32§4 του Ν.Δ. 8/1973 "Περί Γενικού οικοδομικού Κανονισμού, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1§22 και 33 του Ν.Δ. 205/1974, προέβλεψαν για πρώτη φορά την κατασκευή της οικοδομής επί υποστηλωμάτων (PILOTIS), για την δημιουργία στο ισόγειο ανοικτού στεγασμένου χώρου, που αφήνεται εξ ολοκλήρου κενός και χρησιμεύει για την στάθμιση αυτοκινήτων.
Ο κενός αυτός χώρος του ισογείου, που αναφέρεται σε μεταγενέστερα νομοθετήματα ως "PILOTIS" (άρθρ. 1§5 περ.γ' του Ν. 960/97, όπως αντικατ. με τον Ν. 1221/1981, 7§1 περ. Α 9§10 ΓΟΚ 1985) είναι εξ ορισμού ανοικτός και συνεπώς ισχύουν γι' αυτόν όσα προαναφέρθησαν. Δηλαδή η συμφωνία των οροφοκτητών να συστήσουν, σε τμήματα της PILOTIS, που θα παραμείνουν ανοικτά, αυτοτελείς (διηρημένες) ιδιοκτησίες, θα είναι άκυρος (κατ' άρθρο 174 ΑΚ), ως αντικείμενη στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, που καθορίζουν τις θεμελιακές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Αν, όμως, προβλέπεται στην, ως άνω, συμφωνία, ότι στα ανωτέρω τμήματα της PILOTIS θα κατασκευασθούν κλειστοί χώροι, δημιουργούνται εγκύρως διηρημένες ιδιοκτησίες στους περίκλειστους χώρους, που θα κατασκευασθούν, παρά το γεγονός ότι η κατασκευή των επάγεται ενδεχομένως υπέρβαση του ορίου κάλυψης ή του συντελεστού δόμησης και είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του ΓΟΚ, αφού η παραβίαση των διατάξεων αυτών συνεπάγεται μόνον διοικητικές κυρώσεις και δεν θίγει το κύρος της μεταξύ των οροφοκτητών συμφωνίας.
Η προεκτεθείσα έννοια των διατάξεων για την οροφοκτησία δεν είναι αντίθετος, αλλά επιβεβαιώνεται ουσιαστικώς από τις ειδικές ρυθμίσεις των Ν. 960/1979 και 1221/1981, για τις θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων. Πράγματι, οι διατάξεις του άρθρου 1§5 εδ.α' και β' του Ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 1221/1981, προβλέπουν ότι, προκειμένου για θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων, που βρίσκονται σε στεγασμένους χώρους κτιρίου, το οποίο έχει υπαχθεί στο σύστημα της διηρημένης ιδιοκτησίας, κάθε θέση σταθμεύσεως αποτελεί διηρημένη ιδιοκτησία, της οποίας επιτρέπεται η αυτοτελής μεταβίβαση και σε τρίτους που δεν έχουν σχέση με το κτίριο.
Με τις διατάξεις, δηλαδή, αυτές, αναγνωρίζεται χωριστή κυριότητα και επί των θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων που δεν είναι περίκλειστοι, αλλά απλώς στεγασμένοι, κατ' εξαίρεση του κανόνα, ότι αντικείμενο διηρημένης ιδιοκτησίας αποτελούν μόνον οι κλειστοί χώροι ορόφων ή διαμερισμάτων. Ειδικώς, όμως, για την "PILOTIS" το τελευταίο εδάφιο γ' της παραγ. 5 του ανωτέρω άρθρου ορίζει, ότι "αι τυχόν δημιουργούμεναι θέσεις σταθμεύσεως εις τον ελεύθερον ισόγειον χώρον του κτιρίου, όταν τούτο κατασκευάζεται επί υποστηλωμάτων (PILOTIS), κατά τας ισχύουσας διατάξεις δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενον διηρημένης ιδιοκτησίας".
Εκ τούτων παρέπεται, ότι τα μεν κλειστά τμήματα της πιλοτής και οι περίκλειστες θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διηρημένης ιδιοκτησίας και να μεταβιβασθούν αυτοτελώς και σε τρίτους, που δεν έχουν σχέση με την πολυώροφη οικοδομή, τα δε ανοικτά τμήματα αυτής και οι ανοικτές θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτων στον "ελεύθερο ισόγειο χώρο" της πιλοτής δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διηρημένης ιδιοκτησίας.
Συνεπώς, οι ανοικτοί αυτοί χώροι της πιλοτής ανήκουν στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής (Ολ.ΑΠ 23/2000, ΑΠ 333/2002). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 13§1 και 3, 4§1 του Ν. 3741/1929, συνάγεται ότι, με την συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, η οποία γίνεται συμβολαιογραφικώς και υποβάλλεται σε μεταγραφή, μπορεί εγκύρως να παραχωρηθεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως ορισμένου από τα εν λόγω κοινόχρηστα και κοινόκτητα πράγματα σε ιδιοκτήτες ορόφων η διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής, δεδομένου ότι με την συμφωνία αυτή δεν αναιρείται η συγκυριότητα αλλά η χρήση. Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός της χρήσεως των λοιπών οροφοκτητών έχει απλώς τον χαρακτήρα ιδιόμορφης δουλείας, ήτοι δουλείας η οποία δεν είναι πραγματική, με την έννοια των άρθρων 1118 και 1119 ΑΚ, και έχει την έννοια, ότι δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των συμβληθέντων και αντιτάσσεται κατά των τρίτων (ΑΠ 1305/ 2002).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ.α' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα. (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005).
Κατά την διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, όχι όμως και αν ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγησή του, σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση, αποδεικτικού πορίσματος.
Αλλά αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά και όχι με βάση εκείνα, που φέρεται, ότι είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων, αλλά το δικαστήριο δεν εξέτασε ή δεν δέχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η από 4-7-2005 αγωγή των αναιρεσειόντων, η από 17-5-2006 προσεπίκληση αυτών, η από 21-7-2008 επικουρική αγωγή τους και η από 5-1-2009 προσεπίκληση αυτών είναι απορριπτέες στο σύνολό τους και ειδικότερα εν μέρει λόγω δεδικασμένου (άρθρα 324 και 325 ΚΠολΔ), που προκύπτει από την υπ' αρ. 7086/1991 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εν μέρει ως μη νόμιμης ως προς τα λοιπά αιτήματα που δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο και ειδικότερα δέχθηκε ότι δεν παραβιάσθηκαν οι παραπάνω διατάξεις του ΑΚ και αυτές των άρθρων 173, 200, 231, 288, 904 και 914 του ίδιου Κώδικα.
Ειδικότερα με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 4914/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα περιστατικά: Οι δύο πρώτοι ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες ήταν συνεπικαρπωτές του υπό στοιχ. Β-1 διαμερίσματος της επί της διασταυρώσεως των οδών ... αρ. 19 και ... στο Ηράκλειο Αττικής κειμένης πολυκατοικίας και η τρίτη ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ψιλή κυρία του ίδιου διαμερίσματος με νομότυπες συμβάσεις και συγκεκριμένα το υπ' αρ. .../ 1985 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής Κωνσταντίνου Μπάμπαλη και το υπ' αρ. .../2001 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.
Πολίτη. Με την υπ' αριθμ. .../ 26-1-1979 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Κωνσταντίνου Νικολάου Μπάμπαλη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ορίζεται ότι ο χώρος στάθμευσης (3) στην παραπάνω πολυκατοικία θέλει χρησιμοποιηθεί "διά τη στάθμευση του αυτοκινήτου του ιδιοκτήτου του υπό στοιχεία Β-1 διαμερίσματος".
Στο παραπάνω, όμως, αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με συμβαλλομένους ως πωλητές τους Ι. και Α. Π. και αγοραστές τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες, πλην των άλλων, δήλωναν σε σχέση με το χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου υπέρ των ιδιοκτητών του Β-1 διαμερίσματος της παραπάνω πολυκατοικίας: "οι αγοραστές θα έχουν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ενός χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου στον ακάλυπτο χώρο της πιλοτής, ο οποίος δεν καθορίζεται επακριβώς δια του παρόντος, πλην όμως παρέχουν δια του παρόντος την εντολή και πληρεξουσιότητα στους πωλητές όπως μετά των λοιπών συνιδιοκτητών του ως άνω ακινήτου, προβούν εις τον εκ νέου καθορισμό των χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, ούτως ώστε οι αγορασταί να έχουν ακριβή και ορισμένο χώρο για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους".
Η τροποποίηση όμως της αρχικής πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας - κανονισμού δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι την άσκηση των ένδικων αγωγών και προσεπικλήσεων των αναιρεσειόντων, ενώ οι πωλητές των αναιρεσειόντων μαζί με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες της ίδιας πολυκατοικίας, πλην των αναιρεσειόντων, προέβησαν σε άτυπη και μη νόμιμη μετατόπιση της κεντρικής εισόδου της πολυκατοικίας για την οποία γίνεται λόγος από την οδό ...
που προβλεπόταν από το αρχικό σχέδιο κατόψεως της πιλοτής στην οδό ... χωρίς την αναγκαία τροποποίηση του σχεδίου των χώρων στάθμευσης των αυτοκινήτων της πιλοτής. Έτσι, καταργήθηκε πραγματικά η υπ' αρ. 3 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, η θέση αυτής κατά το μεγαλύτερο μέρος της ορίστηκε ως θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του ιδιοκτήτη του διαμερίσματος Δ-1, ήδη δέκατου των αναιρεσιβλήτων (Γ.
Σ.), ενώ μετατοπίσθηκε και η υπ' αρ. 5 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου υπέρ των συνιδιοκτητών του διαμερίσματος Ε, της ίδιας πολυκατοικίας δηλαδή της οικογένειας Ι. και Α. Π.. Με την προαναφερόμενη ανακατανομή από το δωδέκατο αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς ομοδίκους του των θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων, οι αναιρεσείοντες στερήθηκαν παντελώς του δικαιώματός τους χρήσης στο κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας χώρου για τη στάθμευση ενός (1) αυτοκινήτου τους, καίτοι οι τότε οικοπεδούχοι συνιδιοκτήτες Ι.
Π. (όντας και εργολάβος στην ίδια οικοδομή) και Α. σύζυγος Ι. Π., τους υποσχέθηκαν με το υπ' αρ. .../31-5-1985 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής Κωνσταντίνου Μπάμπαλη ότι θα έχουν ακριβή και ορισμένο χώρο για τη στάθμευση του αυτοκινήτου τους, όπως οριζόταν με την υπ' αρ. .../26-1-1979 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του ίδιου συμβολαιογράφου που έχει νόμιμα μεταγραφεί, συνυπολογίζοντας δε στο όλο τίμημα και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης χώρου για τη στάθμευση του αυτοκινήτου τους στον ακάλυπτο χώρο της πιλοτής της παραπάνω πολυκατοικίας.
Με βάση τα ως άνω δεδομένα το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν έχουν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του υπ' αρ. 3 χώρου του ακαλύπτου χώρου της πιλοτής της πολυκατοικίας στη διασταύρωση των οδών ... και ... στο Ηράκλειο Αττικής και απέρριψε τα σχετικά αιτήματα των από 5-7-2005 και 17-5-2006, 21-7-2008 και 5-1-2009 αγωγών και προσεπικλήσεων ως απαράδεκτα λόγω δεδικασμένου (άρθρα 321, 322 παρ.1, 324, 325 και 332 ΚΠολΔ) κρίνοντας όμοια με την υπ' αρ. 7086/1991 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 25-2-1991 αγωγή των Ε., Δ. και Φ. Κ., ήδη αναιρεσειόντων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (του Αστικού Κώδικα και του ν. 3741/1929), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ προβαλλόμενη και περιεχόμενη στους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πλημμέλεια. Γι' αυτό είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί με τα παραπάνω δύο λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο ορθά δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της ανυπαρξίας δικαιώματος από τους αναιρεσείοντες για αποκλειστική χρήση της υπ' αρ. 3 θέσης στον ακάλυπτο χώρο της πιλοτής της προμνημονευόμενης οικοδομής στάθμευσης αυτοκινήτου τους. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι (και κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτούς παραβίαση του δεδικασμένου) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Περαιτέρω τα αιτήματα της από 4-7-2005 αγωγής και της από 17-5-2006 προσεπίκλησης για καταδίκη των εναγομένων της αγωγής αυτής σε καταδίκη τους σε δήλωση βουλήσεως, ενόψει της παραδοχής ότι οι ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ορισμένης θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στον ακάλυπτο χώρο της πιλοτής της πολυκατοικίας, όπου όλοι είναι συγκύριοι ή επικαρπωτές ή ψιλοί κύριοι αυτοτελών ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων), είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, καθόσον προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 949 ΚΠολΔ είναι η ύπαρξη ορισμένης αξίωσης προς δήλωση βουλήσεως, η οποία να απορρέει από το ουσιαστικό δίκαιο και δικαιοπαραγωγικοί λόγοι της αξίωσης προς δήλωση βουλήσεως είναι η δικαιοπραξία και ο νόμος, ενώ στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες δεν επικαλέσθηκαν τέτοιο δικαίωμα πλην του προσδοκωμένου για κτήση μιας θέσης στάθμευσης αυτοτελών (αποκλειστικής χρήσης) στο ακάλυπτο μέρος της πιλοτής, που θα όριζαν οι πωλητές του διαμερίσματος στους αναιρεσείοντες με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες διαμερισμάτων της ίδιας πολυκατοικίας.
Επιπλέον προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου των δύο ενδίκων αγωγών, που ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ότι οι αναιρεσείοντες ζητούν την τροποποίηση του κανονισμού της πολυκατοικίας που έχει συνταχθεί με το υπ' αριθμ. .../1979 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής (μαζί με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας).
Οι αγωγές ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι μη νόμιμες, καθόσον οι τότε ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν αποτελούν την πλειοψηφία τουλάχιστον 65% των συγκυρίων, όπως κατά νόμο (άρθρο 9 του ν. 1562/1985) απαιτείται για να ζητηθεί η ανωτέρω δικαστική προστασία (βλ. ΑΠ 1470/2002 ΝοΒ 2003/1039). Το Εφετείο, που κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμα ορθά το νόμο εφάρμοσε και συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ με τον οποίο προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και για παραβίαση του παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου το Εφετείο απέρριψε τις αγωγές των αναιρεσειόντων για τροποποίηση του επίμαχου κανονισμού με βάση τα άρθρα 288 και 388 ΑΚ, λόγω της μη επίκλησης ότι υπάρχει κενό στη σχετική σύμβαση (σύστασης οροφοκτησίας και κανονισμού) που καθιστά αδύνατη τη λειτουργία της οροφοκτησίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο εφάρμοσε και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Γι' αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης. Ακόμα τα αιτήματα των από 21-7-2008 και 5-1-2009 αγωγής και προσεπίκλησης αντίστοιχα περί καταβολής στους ενάγοντες των αναφερομένων ποσών λόγων αδικαιολογήτου πλουτισμού των Ι. Π. και Γ. Σ. εξαιτίας της παράνομης κατάληψης απ' αυτούς της προορισμένης για τους ενάγοντες θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου είναι μη νόμιμα, καθόσον δεν εκτίθεται πως ζημιώθηκαν οι τελευταίοι ή πως κατέστησαν πλουσιότεροι οι εναγόμενοι Π.
και Σ. διαδοχικά χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία των εναγόντων, δεδομένου ότι οι τελευταίοι δεν είχαν αποκτήσει μέχρι το χρόνο άσκησης των ως άνω αγωγών νομότυπα το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης της υπ' αρ. 3 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου και ο πλουτισμός των δύο εναγομένων από την κατάληψη της εν λόγω στάθμευσης αυτοκινήτων δεν ήταν άμεσος σε βάρος των εναγόντων.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε μη νόμιμα τα παραπάνω σχετικά αιτήματα των δύο ως άνω δικογράφων δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, και εντεύθεν δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ προβλεπομένη αναιρετική πλημμέλεια. Συνακόλουθα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με το οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα των προαναφερομένων ως προς τη νομιμότητα της αγωγής και προσεπίκλησης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 361, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι η υπαίτιος ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί πέραν της αξιώσεως από τη σύμβαση να θεμελιώσει και αξιώσει από αδικοπραξία (και ή ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης), όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως (Ολ.ΑΠ 967/1973). Προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση για τη ζημία που προήλθε από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υποχρέου προς αποζημίωση και (ή) επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος. Υπάρχει δε η αιτιώδης αυτή συνάφεια όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση περί του ότι τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το υπό στοιχ. στ αίτημα της από 21-7-2008 αγωγής για επιδίκαση στους ενάγοντες χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τους, κρίνοντας όμοια με την υπ' αρ. 2101/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της εν λόγω απόφασης, την οποία (έφεση) απέρριψε κατ' ουσίαν στο σύνολό της, με την ακόλουθη κατά λέξη αιτιολογία: "Περαιτέρω, η επικαλούμενη συμπεριφορά των εναγομένων Ι.
Π. και Γ. Σ. με τη διαδοχική κατάληψη της προβλεπόμενης με το αρχικό σχέδιο θέσης στάθμευσης υπ' αριθμ. 3 και την αναρίθμηση των θέσεων στάθμευσης στην πιλοτή, δεν συνιστά αδικοπρακτική συμπεριφορά με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, πέραν της διαφοράς μεταξύ συνιδιοκτητών, δεδομένου ότι η αθέτηση της συστατικής της οροφοκτησίας δικαιοπραξίας αποτελεί παράνομη πράξη, οι έννομες συνέπειες της, όμως, ρυθμίζονται όχι από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών αλλά από εκείνες του ν. 3741/1929, καθώς και από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της σύμβασης (αρθρ. 335 επ.
ΑΚ), θα πρέπει δε το ίδιο συμβάν, πέραν από τις αξιώσεις που απορρέουν από τη δικαιοπραξία αυτή, να επιστηρίζει και αξιώσεις από αδικοπραξία, όπως η χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη περιστάσεις που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση". Έτσι που έκρινε το Εφετείο εφάρμοσε ορθά το νόμο ως προς τη συρροή της ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, η δε παραπάνω αιτιολογία είναι επαρκής για το ζήτημα της μη συρροής στην προκειμένη περίπτωση της ενδοσυμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης μόνο των δύο εναγομένων (Ι.
Π. και Γ. Σ.). Ειδικότερα τα εκτιθέμενα στα ανωτέρω δύο δικόγραφα ως πραγματικά γεγονότα από μόνα τους δεν θεμελιώνουν αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων Ι. Π. και Γ. Σ. αλλά η συμπεριφορά αυτών εμπίπτει στα όρια της ενδοσυμβατικής ευθύνης τους από τη μη τήρηση των όσων συμφωνήθηκαν με την υπ' αριθμ. .../1979 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Κωνσταντίνου Νικ.
Μπάμπαλη σε συνδυασμό με το υπ' αρ..../1985 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου από τα οποία προέρχονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων με αυτά διαδίκων προσώπων. Επομένως ο αναφερόμενος στο παραπάνω αίτημα (επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης στους ενάγοντες) της από 21-7-2008 αγωγής λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδ.α ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω ο προβαλλόμενος επικουρικά από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για το ίδιο ως άνω αίτημά της αγωγής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος (δεν έχει εφαρμογή) αφού το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν αυτή.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα τεθεί λόγω της μη εμφανίσεως των νικών των αναιρεσιβλήτων στην αναιρετική δίκη και συνακολούθως τη μη υπάρξεως σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2011 αίτηση των Δ. συζύγου Ε. Κ., Φ. Κ. του Ε. και Η. Κ. του Ε., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ.4914/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ