447/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 447 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 447/2011
Legislator headnote
AI generated447/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 447 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 447/2011
Full text
Απόφαση 447 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 447/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ Της αναιρεσείουσας: Ειρήνης Βεργανελάκη του Παντελή, συζ. Γεωργίου Παλαιολογόπουλου, κατοίκου Αγίου Ματθαίου Χανίων, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδαμάντιο Αρετάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΗ ΧΑΝΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΦΟΠΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" με το διακριτικό τίτλο CANEA BEACH ΑΕ, που εδρεύει στο Δήμο Σούδας Χανίων, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φωτόπουλο, 2.Γ.-Β. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3.Δ. Β. του Ε. συζ. Μ. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευγένιο Αρετάκη, 4.Μ. Β. του Π., κατοίκου ..., 5.Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ συν ΠΕ, που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και 6.Ελευθερίας συζ. Κων. Περογιάννη Παυλαντωνέα, κατοίκου ..., οι οποίοι 4, 5, 6 δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τα δικόγραφα από: α) 30-6-2005 αγωγή, β) 25-9-2005 προσεπίκληση, γ) 3-7-2006 αγωγή, β) 1-2-2006 πρόσθετη παρέμβαση και ε) 12-2-2006 προσεπίκληση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 8-7-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 18-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις 11708 δ/13-7-2010, 11709/13-7-2010 και 11722 δ/14-7-2010 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων Ι. Β.- Σ., καθώς και την 3430/2-9-2010 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Χ. Κ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την παραπάνω δικάσιμο και με κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους δεύτερο, τέταρτη, πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
2.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 2 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφιο α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 § 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων ή ειδικών νόμων για τη σύνθεση αυτού και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του. Η απόδειξη δε της κακής σύνθεσης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, εφόσον δεν προσβάλλονται ως πλαστά (άρθρ. 432 ΚΠολΔ, π.ρ.β.λ και άρθρ.312 του ίδιου Κώδικα). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των αρθρ. 300, 304 και 313 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η λήψη της απόφασης από τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, δηλαδή η σύνταξη, χρονολόγηση και υπογραφή του σχεδίου της από τον εισηγητή δικαστή και τον πρόεδρο, αποτελεί την ουσιώδη πράξη διαμόρφωσης της βούλησης του δικαστηρίου, με την έννοια ότι οι δικαστές που συγκρότησαν το δικαστήριο δεν δικαιούνται να μεταβάλουν εφεξής γνώμη, ενώ η δημοσίευση αυτής, η οποία επιφέρει την τελείωσή της, μετά την οποία επέρχονται οι έννομες συνέπειές της έναντι των διαδίκων, συνιστά απλώς τυπική πράξη, στην οποία προβαίνει το δικαστήριο και υπό άλλη σύνθεση, αφού, στην τελευταία περίπτωση, δεν παραβλάπτεται το κύρος της δημοσίευσης, ενόψει του ότι το υπό δημοσίευση σχέδιο δεν είναι δεκτικό μεταβολών και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κίνδυνος δημοσίευσης άλλης απόφασης από εκείνη που εκδόθηκε. Η σύνταξη σχεδίου της απόφασης από τον εισηγητή δικαστή, στον οποίο, κατά τη λεκτική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 304 ΚΠολΔ, ανήκει το δικαίωμα διατυπώσεως των νοημάτων και της γραφής καθώς και των παραπομπών στη νομολογία και τη θεωρία ακολουθεί κατά κανόνα την περάτωση της ψηφοφορίας - χωρίς να αποκλείεται και η πριν από αυτή σύνταξή του, -αποτελεί προπαρασκευή της δημοσίευσης (καθώς και προϋπόθεσή της). Έτσι πριν από αυτή -δημοσίευση- δεν αποτελεί απόφαση και, συνακόλουθα, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε δέσμευση του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να επανέλθει με νέα διάσκεψη και να καταλήξει σε νέα, διαφορετική από την προηγούμενη απόφαση, αφού η τελευταία λαμβάνει υπόσταση μόνο με τη δημοσίευσή της και από αυτή το σχέδιο αποτελεί δημόσιο έγγραφο. Για την ουσιαστική, επομένως, τήρηση της διάταξης του άρθρου 304 ΚΠολΔ, που απαιτεί την απλή σύνταξη του σχεδίου της απόφασης, αρκεί η σύνταξη του εν λόγω σχεδίου που περιέχει το αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης - έστω και ελλιπές, δυνάμενο να διορθωθεί είτε με τα ένδικα μέσα είτε με τις διατάξεις των άρθρων 315 επ ΚΠολΔ περί διόρθωσης και ερμηνείας από το δικαστή που εκδίδει την απόφαση ή τον εισηγητή δικαστή του άρθρου 341 παρ.3 ΚΠολΔ και κατά περιεχόμενο αντιστοιχεί προς την υπόθεση που εκδικάστηκε. Το εν λόγω σχέδιο πρέπει να φέρει τη χρονολογία και υπογραφή από το δικαστή και επί πολυμελούς δικαστηρίου από τον πρόεδρό του και τον εισηγητή. Η παράλειψη όμως από το σχέδιο της απόφασης που δημοσιεύθηκε της χρονολογίας, -η οποία, άλλωστε, συμπληρώνεται από την αναγραφομένη χρονολογία της δημοσίευσης στο πρωτότυπο της απόφασης- ή της υπογραφής του είτε από τον πρόεδρο είτε από τον εισηγητή είτε από το δικαστή που εκδίδει την απόφαση δεν επιδρά στο κύρος της δημοσίευσης και δεν καθιστά την απόφαση ανύπαρκτη, εφόσον η παράβαση της αμέσως πιο πάνω διάταξης (του άρθρου 304 ΚΠολΔ) δεν συνδέεται από το νόμο με κυρώσεις περί ακυρότητας του σχεδίου (π.ρ.β.λ και άρθρο 329 του σχεδίου της Αναθεωρητικής Επιτροπής των διατάξεων του ΚΠολΔ του έτους 1971, που απάλειψε όλους τους λόγους ακυρότητας της αγωγής ακύρωσης δικαστικής απόφασης του άρθρου 372 α' της εισήγησης Γ. Ράμμου, εκτός εκείνου της δημοσίευσης της απόφασης), ακολούθως δε, δεν είναι δυνατή η κατά το άρθρο 313 ΚΠολΔ αναγνώριση με αγωγή η ένσταση της ανυπαρξίας της-απόφασης. -Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι αυτή (απόφαση) δεν λήφθηκε από όλους τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, στις 9-12-2008, ήτοι από την Πρόεδρο Εφετών Ευγενία Προγάκη και τους Εφέτες Γεώργιο Ταμβακάκη και Μαρία Ανδρικοπούλου, η οποία είχε οριστεί ως Εισηγήτρια, αλλά (λήφθηκε) από τους δύο πρώτους, ενώ δεν ψήφισε, κατά τη διάσκεψη που έγινε στις 13-1-2009, "διότι είχε άλλη γνώμη", η Εισηγήτρια Μαρία Ανδρικοπούλου, η οποία και δεν συνέταξε το σχέδιο της απόφασης, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι αυτό δε φέρει την υπογραφή της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο επικυρωμένο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης αυτή λήφθηκε στη διάσκεψη που έγινε στις 13-1-2009 με τη συμμετοχή (και ψηφοφορία) όλων των ως άνω δικαστών που μετείχαν στη συζήτηση της υπόθεσης, (μεταξύ των οποίων και η ως άνω Εισηγήτρια). Η απόφαση αυτή, όπως προεκτέθηκε, αποτελεί, (ως προς τα εν λόγω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά), πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή της ως πλαστής. Από το γεγονός και μόνο ότι στο σχέδιο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει η υπογραφή της Εισηγήτριας Μαρίας Ανδρικοπούλου, αλλά μόνο της Προέδρου του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι αυτό δεν συντάχθηκε από την εν λόγω Εισηγήτρια και πολύ περισσότερο (δεν προκύπτει) το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα (για την θεμελίωση του ως άνω λόγου αναίρεσης), ότι η τελευταία δεν έλαβε μέρος στη διάσκεψη και δεν ψήφισε για τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε η έλλειψη της υπογραφής στο σχέδιο της απόφασης δεν επιδρά στο κύρος της δημοσίευσης και δεν καθιστά την απόφαση ανύπαρκτη και, σε κάθε περίπτωση, δεν δημιουργεί τον προαναφερθέντα λόγο αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του και κατ' ορθή εκτίμησή του από τον αριθ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της κακής σύνθεσης, διότι το πρωτότυπο της προσβαλλόμενης απόφασης θεωρήθηκε από δικαστή που δε μετείχε τόσο στη σύνθεση του Δικαστηρίου, που δίκασε την υπόθεση και έλαβε την απόφαση, όσο και σε εκείνη που προέβη στη δημοσίευσή της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν η κατ' άρθρο 304 παρ.3 ΚΠολΔ θεώρηση του πρωτοτύπου της δημοσιευθείσης απόφασης γίνει από άλλον δικαστή που δε μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση και δημοσίευσε την απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-7-2009 αίτηση της Ε. συζύγου Γ. Π. για αναίρεση της 79/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ