447/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑΙΤΗΣΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Δεν είναι επιτρεπτή όταν η εκτέλεση έγινε όχι με βάση την αναιρούμενη απόφαση αλλά με άλλο εκτελεστό τίτλο.
Legislator headnote
AI generated447/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Α(β) και Β αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν προεχόντως απαράδεκτες, κατ' επετρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (Κ.Πολ.Δ. 577§1). Αντίθετα το τυπικό παραδεκτό της με στοιχ. Α(α) αιτήσεως αναιρέσεως επιτάσσει την εξέταση των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων αναιρέσεως, έννοια με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια.
Full text
Απόφαση 447 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ."διαχρονικό δίκαιο εφαρμογής τους επί της "ΟΤΕ ΑΕ".
ΑΙΤΗΣΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Δεν είναι επιτρεπτή όταν η εκτέλεση έγινε όχι με βάση την αναιρούμενη απόφαση αλλά με άλλο εκτελεστό τίτλο.
Αριθμός 447/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ((κωλυομένου του προέδρου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" (ΟΤΕ ΑΕ) που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξουσίους δικηγόρους της Ξανθή Καλύβα, η οποία ανακάλεσε την από 13-11-2009 δήλωσή της για παράσταση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και Ιωάννα Θεμελή, η οποία παραστάθηκε με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κριθαρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιανουαρίου 1993 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/1994 του ιδίου Δικαστηρίου και 93/1996, 38/1997 μη οριστικές και 85/2006 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και 444/2007 μη οριστική και 347/2008 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της Α. 347/2008 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου και Β. 85/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως ζητεί η αναιρεσείουσα με της Α. από 4 Δεκεμβρίου 2008 και Β. 16 Οκτωβρίου 2008 αιτήσεις της αντίστοιχα. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 16 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη συνεκδίκαση των χαρακτηριζομένων στο σκεπτικό της παρούσης με στοιχ. Α και Β δικογράφων αιτήσεων αναιρέσεως,
ΙΙ την απόρριψη (Ι) της με στοιχ. Β (77/8.12.2008) αιτήσεως για αναίρεση (α) της 437/16-10-2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και (β) της 85/31-8-2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και (ιι) της με στοιχ. Α (62/4-12-2008) αιτήσεως για αναίρεση της 85/31-8-2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως και
ΙΙΙ. Την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το σκέλος αυτού της με στοιχ. Α. (62/4-12-2008) αιτήσεως για αναίρεση της 347/16-10-2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και την απόρριψη των λοιπών αυτής λόγων αναιρέσεως.
Η παραστάσα πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο δικαστήριο αυτό εκκρεμεί και συζητήθηκε κατά τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλονται (α) η 347/16-10-2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παράλληλα (β) η 85/31-8-2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Η εν λόγω αίτηση ασκήθηκε με την κατάθεσή της αρχικά στη γραμματεία του Εφετείου Ναυπλίου (Α. 62/4-12-2008) και στη συνέχεια σε εκείνη του Πρωτοδικείου Τριπόλεως (Β. 77/8-12-2008).
Εκτιμάται ότι πρόκειται περί δύο αυτοτελών και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλονται οι αυτές αποφάσεις, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου απευθυνομένη 1/7-1-1993 προσφυγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής προσφεύγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της καθής και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΟΤΕ ΑE), απορρέουσα, κατά την κύρια διατυπούμενη βάση της, από την εγκύρως συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, με πρόσθετη επικουρική θεμελίωσή της στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Επί της εν λόγω προσφυγής εκδόθηκε η 254/1994 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, σε πενταμελή σύνθεση, με την οποία κηρύχθηκε καθ' ύλη αναρμόδιο προς εκδίκαση της υποθέσεως και παρέπεμψε προς τούτο την υπόθεση στο αρμόδιο, κατά τις αιτιολογίες της, καθύλη (και κατά τόπο) Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Επακολούθησε η έκδοση των μη οριστικών 93/1996 και 38/1997 αποφάσεών του και στη συνέχεια, κατά μερική παραδοχή της κατά την κύρια διατυπούμενη βάση της, η 85/2006 οριστική αυτού απόφαση.
Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε η καθής με την 11/1-2-2007 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η 444/2007 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και στη συνέχεια η 347/2008 οριστική αυτού απόφαση, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Κατά των οριστικών αποφάσεων (α) 347/2008 του Εφετείου Ναυπλίου και (β) 85/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με τα χαρακτηριζόμενα με στοιχ.
Α και Β δικόγραφα αιτήσεων αναιρέσεως, οι οποίες προφανές είναι ότι πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια το παραδεκτό αυτών και η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγω αναιρέσεως.
Ειδικότερα:
Ι. Με στοιχ. Α(β) και Β (β) αιτήσεις για αναίρεση της 85/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 495 παρ. 1, 552, 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση, που ασκείται με κατάθεση στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, εφόσον δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση ή ανακοπή ερημοδικίας.
Επομένως, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, είτε η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν με εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, με οριστική επ' αυτής κρίση.
Και τούτο για τον λόγο ότι στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην δευτεροβάθμια, ενώ στην δεύτερη έπαυσε να υπάρχει. Τέλος δεύτερη αναίρεση κατά της αυτής αποφάσεως δεν επιτρέπεται (ΚΠολΔ 555). Επομένως οι με στοιχ A(β) και B(β) αιτήσεις για αναίρεση της 85/2006 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η κατά της οποίας έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 347/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η πρώτη από τις οποίες ασκήθηκε με κατάθεσή της στην γραμματεία του εν λόγω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και η δεύτερη μετά την άσκησή της, αξιολογούνται προεχόντως ως απαράδεκτες, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 577§1).
II. Με στοιχ. B (α) αίτηση για αναίρεση της 347/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία ασκήθηκε με κατάθεσή της στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Τριπόλεως, μετά την άσκηση της όμοιου περιεχομένου με στοιχ Α (α) αιτήσεως, λόγους για τους οποίους ομοίως αξιολογείται ως απαράδεκτη. Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές οι χαρακτηριζόμενες με στοιχ.
Α(β) και Β αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν προεχόντως απαράδεκτες, κατ' επετρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (Κ.Πολ.Δ. 577§1). Αντίθετα το τυπικό παραδεκτό της με στοιχ. Α(α) αιτήσεως αναιρέσεως επιτάσσει την εξέταση των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων αναιρέσεως, έννοια με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια.
Ειδικότερα:
ΙΙΙ. Με στοιχ. Α(α) αίτηση για αναίρεση της 347/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. (α) Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2229/1994, ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε όλα τα έργα, τα οποία προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς του δημόσιου τομέα, που προσδιορίζεται με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1256/1982, με ενδεικτική αναφορά πλην άλλων, και της αναιρεσείουσας.
Επακολούθησε η έκδοση, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 30 του ν. 1914/1990, του π.δ/τος 361/1991, με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι από την έναρξη ισχύος του (ΦΕΚ 128/τ.α'/20-8-1991) παύει να υπάγεται στις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα. Εντεύθεν τίθεται θέμα διαχρονικού δικαίου των νομοθετικών αυτών ρυθμίσεων από απόψεως ουσιαστικού δικαίου, η ιδιαίτερη σημασία του οποίου για τα συμβληθέντα με τη σύμβαση μέρη επιβάλλει ως χρονικό κριτήριο επιλογής εκείνο της δημοπρατήσεως ή αναθέσεως του έργου, βασική αρχή που καθιερώνεται με τις μεταβατικού Χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 27 του ν. 1418/1984 και 6§§1,2 του τροποποιητικού αυτού ν.2229/1994.
Η με βάση το κριτήριο αυτό επιλογή των διατάξεων του Αστικού Κώδικα ή εκείνων της νομοθεσίας περί δημοσίων έργων έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με ενδεικτική αναφορά ότι κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1418/1984 ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τις απαιτούμενες πρόσθετες εργασίες με καθορισμό της οφειλόμενης γι' αυτές αμοιβής κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 του π.δ. 609/1985, η οποία δεν μπορεί εγκύρως να υπερβεί το συνολικό συμβατικό ποσό πέραν του 50/00.
Εντεύθεν έπεται ότι το δικαστήριο της ουσίας κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι επί της συνδέουσας τους διαδίκους από 2-4-1991 συμβάσεως έργου, ποσού, κατά τις αιτιολογίες της, 57.506.643 δρχ, έναντι του οποίου επιδικάσθηκε εκείνο των 326.100,82 Ευρώ, που δημοπρατήθηκε στις 25-2-1991, δεν έχουν εφαρμογή οι περί δημοσίων έργων διατάξεις, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη, με το πρώτο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων.
Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι' αυτήν αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την έρευνα της βασιμότητας των διατυπουμένων δι' αυτής λοιπών λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Ναυπλίου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ. 580§3).
Μετά την αναίρεση της αποφάσεως πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτώς διατυπούμενο με τις προτάσεις αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτελέσεως κατάσταση. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 579§2 Κ.Πολ.Δ. "Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης, που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που βρίσκεται σε αρμονία με εκείνη του άρθρου 565§2 Κ.Πολ.Δ. για αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο Άρειος Πάγος για να διατάζει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι με άλλο εκτελεστό τίτλο.
Με βάση τη νομική αυτή παραδοχή η ερευνώμενη αίτηση ελέγχεται ως αβάσιμη. Ειδικότερα, από τα υπάρχοντα στην διάθεση του Δικαστηρίου διαδικαστικά και αποδεικτικά έγγραφα βεβαιώνονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Επί σχετικής αιτήσεως του αναιρεσίβλητου, απευθυνόμενης κατά της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 12/2009 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, με επιτασσόμενο δι' αυτής προς πληρωμή ποσό 326.100,82 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο και ειδικότερα ποσό 5.517,24 από 11-12-1991 και το υπόλοιπο ποσό των 320.583,58 Ευρώ από 11-8-1992.
Την εν λόγω διαταγή πληρωμής, η έκδοση της οποίας στηρίχθηκε, κατά τις διαλαμβανόμενες στις αιτιολογίες της παραδοχές της στην 85/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η κατά της οποίας 11/1-2-2007 έφεση της αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν απορρίφθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με την αναιρούμενη 347/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, προσέβαλε η τελευταία με την κατά την έννοια του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ. 62/15-4-2009 ανακοπή και παράλληλα υπέβαλε την 198/15-4-2009 αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, με την κατάθεση της οποίας εκδόθηκε προσωρινή διαταγή αναστολής της εκτελέσεως της, η οποία ανακλήθηκε στη συνέχεια με την από 24-4-2009 απόφαση του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως για το ποσό των 643.893,14 Ευρώ και διατηρήθηκε για το υπόλοιπο ποσό των 784.918,66 Ευρώ.
Σε εκτέλεση της εν λόγω διαταγής πληρωμής κατέβαλε η αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 643.893,14 Ευρώ, για το οποίο ανακλήθηκε η αναστολή εκτελέσεώς της, όπως τα πραγματικά αυτά ιστορούνται παράλληλα και στην εκδοθείσα προς τούτο από 29-4-2009 ισόποσης χρηματικής αξίας απόδειξη. Πρόκειται επομένως για αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτελέσεως κατάσταση, η οποία (εκτέλεση) έγινε με βάση την εν λόγω διαταγή πληρωμής σε αντιδιαστολή με την αναιρούμενη απόφαση, προϋπόθεση για την παραδοχή της, με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχεται ως αβάσιμη, λόγο για τον οποίο και πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία κατανέμει κατά τον λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων και προσδιορίζει στο ποσό των 1.200,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183, 178§1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Συνεκδικάζει τα χαρακτηριζόμενα στα σκεπτικό της παρούσης με στοιχ. Α και Β δικόγραφα αιτήσεων αναιρέσεως.
ΙΙ. Απορρίπτει (i) τη με στοιχ. Β (77/8-12-2008) αίτηση για αναίρεση (α) της 347/16-10-2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και (β) της 85/31-8-2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, (ii) τη με στοιχ. Α (62/4-12-2008) αίτηση για αναίρεση της 85/31-8-2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.
ΙΙΙ. Αναιρεί την 347/16-10-2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Ναυπλίου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. IV.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς και
V. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει κατά μερικό συμψηφισμό στο ποσό των χιλίων διακοσίων (120,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ