Legislator Case Law & Legislation
446/2020 AI generated

446/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 446/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τα άρθρα 106,108, 110 παρ.2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 498 παρ.1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ πλέον ισχύει από 22.12.2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201/22.12.2017)- προκύπτουν (και) τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτή, κανονικά, δηλ.

Legislator headnote

AI generated

446/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται, με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα. Αν δεν υπάρχει ρητή πληρεξουσιότητα, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες, που είχαν γίνει προηγουμένως.

Keywords

AI generated
reduction of salary low pay reduction of earning capacity redundancy reduction of unemployment benefits thirteenth-month salary
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 446 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 446/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία … και τον διακριτικό τίτλο …, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1)Γ. Γ. του Ε. κλπ (συν. 30),ολων κατοίκων …, σύμφωνα με τον τόπο εργασίας τους. Οι 7ος και 20ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Χαντζάρα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 630/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 21/3/2018 αίτησή της και οι αναιρεσείοντες με την από 26/3/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της από 21/3/2018 αίτησης και την απόρριψη της από 26/3/2018, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την παραδοχή της από 26/3/2018 αίτησης και την απόρριψη της από 21/3/2018 αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τα άρθρα 106,108, 110 παρ.2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 498 παρ.1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ πλέον ισχύει από 22.12.2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201/22.12.2017)- προκύπτουν (και) τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτή, κανονικά, δηλ.

με δικηγόρο, που έχει πληρεξουσιότητα και χορηγήθηκε, με τον τύπο, που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, ποιός από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως. Αν τη συζήτηση της αναιρέσεως έχει επισπεύσει, εγκύρως, ο διάδικος, που απολείπεται, κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς διαδίκους ή ο ίδιος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλο διάδικο, που επισπεύδει τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι διαφορετικά, κηρύσσεται η συζήτηση απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση, με νέα κλήτευση [κλήση], εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους.

Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί, νομίμως, ως προς τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, ενώ, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ ολ. 7/2019, ΑΠ 221/2019, ΑΠ 499/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

Στον Άρειο Πάγο, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται, με πληρεξούσιο δικηγόρο. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα. Αν δεν υπάρχει ρητή πληρεξουσιότητα, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες, που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία, ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται, ακόμη και επί "ειδικής πληρεξουσιότητας", μόνο, με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Ειδικώς, για τις εργατικές διαφορές [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), ισχύον, για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 ν. 4335/2015], η πληρεξουσιότητα, ενώπιον του Αρείου Πάγου, μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρετήσεως Πολιτών [Κ.Ε.Π.] ή από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναιρέσεως, εφ' όσον δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται πως δεν παρίσταται, δηλ. θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με την οποία εμφανίζεται αυτός ότι επισπεύδει τη συζήτηση και, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευσή του, η συζήτηση κηρύσσεται, ως προς αυτόν, απαράδεκτη (ΑΠ106/2019, ΑΠ6/2019, ΑΠ37/2019).Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος, που παρίσταται (ΑΠ Ολ. 39/2005, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 1603/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

2. Υπόκεινται προς κρίση η από 21-3-2018(ειδικό αριθ. κατάθ.51/2018) αίτηση αναίρεσης της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία… και η από 26-3-2018 (ειδικό αριθ.κατάθ. 57/2018) αντίθετη αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Γ. Γ., Γ. Ι. ,Φ. Σ. και λοιπών (30 συνολικά) κατά της 630/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που δίκασε ως Εφετείο). Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες της δεύτερης άνω αίτησης άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας της πρώτης άνω αίτησης, την από 18- 5-2015 (728/2015) αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά.

Εκδόθηκε η 49/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες της δεύτερης άνω αίτησης, άσκησαν την από 2-8-2016(Ειδ. Αριθ. κατάθ. 1492/2016) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 630/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αφού έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, έγινε ως προς όλους τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους της πρώτης αίτησης, και αναιρεσείοντες της δεύτερης αίτησης δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και επιδικάστηκαν σε καθένα από τους ενάγοντες αυτούς, τα ποσά που εκεί αναλυτικά αναφέρονται, νομιμότοκα. Εν συνεχεία, ασκήθηκαν οι άνω αναφερθείσες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συναφείας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠΟΛΔ και εφόσον έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, (564, 566 ΚΠολΔ, πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 330ΣΤ/6-6-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ. Δ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση πρώτης αίτησης αναίρεσης της εναγομένης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (27- 11-2018), καθώς και κλήση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία … προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την παραστάσα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Ειρήνη Χατζάρα, ως αντίκλητο αυτών (ΚΠολΔ 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο παρ.2 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως αυτής, στη σειρά της, από το οικείο με αριθ.

πινακίου 13 , στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο (27-11-2018), δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή οι, αναιρεσίβλητοι, 7ος (Γ. Γ.ς) και 20ος (Σ. Κ.), ενώ παρέστησαν οι λοιποί είκοσι οκτώ (28) αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ως άνω Ε.

Χ., ως πληρεξούσια δικηγόρο τους (13.354/23-11-2018 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.Λ. και 28 εξουσιοδοτήσεις-ιδιωτικά έγγραφα αυτών με βεβαίωση αρμοδίως του γνησίου της υπογραφής τους). Μετά από αυτά και τα γενόμενα δεκτά στην υπό στοιχείο 1 νομική σκέψη, εφόσον η προκείμενη διαφορά αντικείμενο έχει την καταβολή προς έκαστον των αναιρεσειβλήτων (εναγόντων) τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, τα οποία αντιστοιχούν σε κρατήσεις μισθολογικών αποδοχών οι οποίες έγιναν στα πλαίσια εφαρμογής των άρθρων 31 παρ.1,3,4,7,8,9 και 29 παρ.2 του Ν.4024/2011 καιΝ.4093/2012 σε συνάρτηση με τις διατάξεις των Ν.3833/2010 και 3845/2010 και 3899/2010, και ως εκ τούτου η αξίωση εκάστου είναι αυτοτελής έναντι των αξιώσεων των άλλων και δεν υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαίας ομοδικίας, πρέπει η συζήτηση της πρώτης αναίρεσης να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του 7ου και 20ου των αναιρεσιβλήτων σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576παρ.2), 4.

Επίσης στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 26-3-2018 υπό κρίση δεύτερης αίτησης αναίρεσης των εναγόντων στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού ότι από τους συνολικά τριάντα (30) αναιρεσείοντες, που είναι απλοί μεταξύ τους ομόδικοι, όπως προαναφέρθηκε, και επισπεύδουν τη συζήτηση (βλ.5301Δ/21-5-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κ.

Κ.), η οποία είχε προσδιορισθεί κατ' άρθρο 568 παρ.2 έως 4 ΚΠολΔ, για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 14,οι 7ος και 20ος των αναιρεσειόντων Γ. Γ. και Κ. Σ. δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω 7ος και 20ος των αναιρεσειόντων είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα προς την δικηγόρο Αθηνών Ειρήνη Χαντζάρα, η οποία και για λογαριασμό τους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της υπόθεσης και εκπροσώπησε τους παρισταμένους αναιρεσείοντες.

Συνεπώς, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη οι 7ος και 20ος των αναιρεσειόντων θεωρούνται δικονομικά απόντες, και εφόσον δεν προκύπτει κλήτευση αυτών από την αναιρεσίβλητη πρέπει να κηρυχθεί η συζήτηση της από 26-3-2018 αίτησης αναίρεσης τους απαράδεκτη ως προς αυτούς και λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας, που τους συνδέει με τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσείοντες, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς και να συζητηθεί η δεύτερη αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που παρίστανται και εκπροσωπούνται νόμιμα από την ανωτέρω πληρεξούσια δικηγόρο τους, σύμφωνα με το εδάφιο β'της παραγράφου 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν.4139/2013 (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 195/2014). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος των 7ου και 20ου των αναιρεσειόντων ως προς τους οποίους κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης τους και υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία .. δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή ως προς αυτούς δεν είναι οριστική (ΑΠ ΟΛ 4/2013).

5. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 Ν. 1756/1988, όπως η τελευταία έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 2331/1995, προκύπτει ότι δύναται το δικάζον την αίτηση αναιρέσεως Τμήμα να παραπέμψει ενώπιον της Πλήρους Ολομελείας ορισμένους ή όλους τους λόγους αναιρέσεως, εάν κρίνει ότι γεννώνται ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος ή ότι είναι αναγκαίο τούτο χάριν της ενότητος της νομολογίας. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως μέχρις ότου περατωθεί τελεσιδίκως ή αμετακλήτως άλλη εκκρεμής δίκη, από το αντικείμενο της οποίας εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει η διάγνωση της διαφοράς, τυγχάνει εφαρμογής και στην αναιρετική διαδικασία, προεχόντως, όταν ενώπιον Τμήματος του Αρείου Πάγου πρόκειται νομικό ζήτημα, το οποίο έχει ήδη παραπεμφθεί προς επίλυση ενώπιον της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, οπότε το Τμήμα δύναται να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως της αναιρέσεως μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση της Ολομελείας η επιλύουσα το εν λόγω νομικό ζήτημα (ΑΠ 1461/2018).

6. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την από 18.5.2015 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες της δεύτερης αίτησης ιστορούσαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα της πρώτης αίτησης, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας ενός έτους, μετά τη λήξη των οποίων συνήψαν νέες συμβάσεις αορίστου χρόνου, οι οποίες βρίσκονται σε ισχύ μέχρι τον χρόνο έγερσης της (αγωγής).

Ότι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα που μνημονεύει έκαστος στην αντίδικό τους ανώνυμη εταιρεία, η οποία υπάγεται στις ανώνυμες εταιρείες του Κεφαλαίου Α' του ν.3429/2005 και λειτουργεί εξ ολοκλήρου χάριν του δημόσιου συμφέροντος, υπό καθεστώς διαχειριστικής, διοικητικής, λογιστικής και οικονομικής αυτοτέλειας, υπό τους όρους που ρυθμίζονταν με την κάθε φορά συναπτόμενη επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας και με αμοιβή ανερχόμενη τον μήνα Οκτώβριο του 2011 στο ποσό που ο καθένας τους αναφέρει.

Ότι η εναγομένη τον Ιούνιο του 2010 προέβη για πρώτη φορά μονομερώς σε μειώσεις των συμφωνημένων αποδοχών τους, τακτικών και επιδομάτων, δώρων και υπερωριών, επικαλούμενη τις διατάξεις των ν.3833/2010, 3845/2010 και 3899/2010. Ότι ακολούθως, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4093/2012 και ενώ προηγουμένως είχε ήδη προβεί σε περικοπή των αποδοχών τους από 1.11.2011 βάσει των διατάξεων των άρθρων 31 §§1, 3, 4, 7, 8, 9 και 29§2 του Ν.4024/2011, προχώρησε από την 1.1.2013 στις αναφερόμενες αναλυτικά στο δικόγραφο περαιτέρω περικοπές των αποδοχών τους, καθόσον τους υπήγαγε, επικαλούμενη τις διατάξεις του πρώτου ως άνω νόμου, στο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου και συγκεκριμένα στις διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του Ν.4024/2011.

Ότι η εκ νέου ένταξή τους στο ενιαίο μισθολόγιο, στο οποίο είχαν ενταχθεί ήδη από την 1.11.2011, είχε ως αποτέλεσμα να υποστούν παρανόμως για δεύτερη φορά περικοπές-μειώσεις των αποδοχών τους για τον ίδιο ακριβώς λόγο και για το αυτό νομικό έρεισμα, ήτοι με τη για δεύτερη φορά εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29 του ν.4024/2011.

Ότι οι ως άνω από 1.1.2013 μειώσεις στις αποδοχές τους, που επέβαλε μονομερώς η εναγομένη, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 29 του ν.4024/2011, αλλά και σε εκείνες των άρθρων 4§§1,2 και 5, 22§2, 23§1, 25§1 εδάφιο δ', 106§1, 76§1 και 72§4 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΛΑ. Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν να εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή απόφαση, που να υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει σε καθέναν τους τα ποσά που αναλυτικά αναφέρουν στην αγωγή τους, τα οποία αποτελούν τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που λάμβαναν πριν από τις παράνομες περικοπές και εκείνων που τελικά έλαβαν από την αντίδικο τους για το διάστημα από 1.1.2013 έως 30.9.2015 και δη με τον νόμιμο τόκο από την επομένη που καθένα από αυτά κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Το Ειρηνοδικείο Αθηνών (πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), δικάζοντας την αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εξέδωσε την 49/2016 οριστική απόφαση του, με την οποία την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγοντες και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 630/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.

Κατ' αυτής ασκήθηκαν οι άνω αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.

7. Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α* 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ,Α.Π.7/2006).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 18/1998). Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικά επί αποφάσεων Ειρηνοδικείου, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΛΠΟΛΔ λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ. 14 (ΑΠ894/2018, ΑΠ494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ852/2017).

8) Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η εναγομένη-αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη στην από 21-3-2018 αίτηση αναίρεσης αιτιάται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο (δικάζον ως Εφετείο) με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον δεν απέρριψε την αγωγή των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων-αναιρεσειόντων λόγω αοριστίας, αφού οι τελευταίοι, για τον προσδιορισμό του ύψους των αιτουμένων απ' αυτούς μισθολογικών διαφορών, δεν ανέφεραν τις εκάστοτε μεικτές μηνιαίες τακτικές αποδοχές τους πριν και μετά την εφαρμογή των ν. 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012, τις οποίες θα έπρεπε να συγκρίνουν με τις μεικτές μηνιαίες αποδοχές τους που ελάμβαναν από τον Νοέμβριο του 2011, καθώς και με τις μεικτές μηνιαίες τακτικές αποδοχές που ελάμβαναν για το κρίσιμο χρονικό διάστημα μετά την 1-1-2013 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, αλλά ότι αυτοί (ενάγοντες) περιορίστηκαν στην απλή καταγραφή των μηνιαίων αποδοχών τους κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2011, αυτών του Νοεμβρίου 2011 καθώς και αυτών του Ιανουαρίου 2013.

Ωστόσο, οι ανωτέρω αιτιάσεις αφορούν ποσοτική, και όχι νομική, αοριστία της αγωγής, καθόσον πρόκειται ουσιαστικά περί ελλείψεων εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα των εναγόντων και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία όμως (ποσοτική αοριστία) συναρτάται με την ίδρυση της κατ' αρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλην, όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ τέτοιος λόγος κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος.

9. Ο νόμος 4024/2011, "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 - 2015", ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις", στα άρθρα 4 παρ. 1 και 6 παρ. 1, αντιστοίχως, τα εξής: "Στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ):

α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α)..." και "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής:

Βαθμός Α, Βαθμός Β, Βαθμός Γ, Βαθμός Δ, Βαθμός Ε, Βαθμός ΣΤ". Περαιτέρω, στα άρθρα 12 και 14 του ιδίου Νόμου καθορίζονται αντιστοίχως το σύστημα μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων του άρθρου 4 και οι μηνιαίες αποδοχές εκάστου μισθολογικού κλιμακίου, ενώ στα άρθρα 29 παρ. 2, 31 παρ. 1 εδ. α', 3 εδ. α', β', 4 και 7 "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" και 32 παρ. 4 του αυτού Νόμου ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: (...) Εφόσον προκύπτει μείωση η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:

α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου", "Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314) όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212), με εξαίρεση τα Ν.Π.Ι.Δ.

του ν. 3864/2010 (Α' 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α" 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους...", "Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο.

Για τα διευθυντικά στελέχη των ως άνω φορέων που εργάζονται σε θέσεις ευθύνης, αντίστοιχες των θέσεων Τμηματάρχη, Διευθυντή και Γενικού Διευθυντή του παρόντος Κεφαλαίου, το ανώτατο όριο μηνιαίων τακτικών αποδοχών ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους κατέχοντες θέση Τμηματάρχη, Διευθυντή ή Γ ενικού Διευθυντή στο Δημόσιο", "Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα.

Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%", "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29" και "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011".

Αφ' ετέρου, ο Ν. 4093/2012, "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016", ορίζει στην παράγραφο Γ', υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημόσιου Τομέα", περιπτώσεις 3 και 12, αντιστοίχως, τα εξής: "Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226).

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012" και "Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.

ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212).

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Περαιτέρω, ο Ν. 4354/2015, "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων", ορίζει στο άρθρο 31 παρ. 1 τα εξής: "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.

Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: "Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1.1.2013". Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1,2, 3,4 και 5 Ν. 3429/2005, όπως η περίπτωση δ' προστέθηκε με το άρθρο 42 Ν. 3891/2010, ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής 1.

Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. 2. Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:

α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό. 3.

Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. 4. Το Κεφάλαιο Α' του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το Κεφάλαιο Β'. 5.

Το Κεφάλαιο Β' του νόμου αυτού εφαρμόζεται: α) στις ανώνυμες εταιρείες των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο), εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής, β) στις ανώνυμες εταιρείες που είναι συνδεδεμένες με τις εισηγμένες εταιρείες της προηγούμενης περίπτωσης, κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, γ) στις ανώνυμες εταιρείες ως προς τις οποίες έχει αποφασιστεί η έναρξη διαδικασιών αποκρατικοποίησης δια της εισαγωγής μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων του ν. 3049/2002 (ΦΕΚ 212 Α'), δ) στις ανώνυμες εταιρίες των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης της διαχείρισης της επιχείρησης έχει μεταβιβασθεί εν άλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους που δεν αποτελούν πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων του ν. 3049/2002 (ΦΕΚ 212 Α') εφόσον το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής".

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 3920/2011 "Εξυγίανση, αναδιάρθρωση και ανάπτυξη των αστικών συγκοινωνιών Περιφέρειας Αττικής και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 33/3-3-2011) ορίζεται ότι: Οι δημόσιες συγκοινωνίες, που εκτελούνται μέσα στα όρια της Περιφέρειας Αττικής, όπως αυτή ορίζεται στο ν. 3852/2010 (ΦΕΚ 87 Α'), εκτός από τις νήσους, οι οποίες εξυπηρετούν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, αναδιαρθρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Όπου στον παρόντα νόμο γίνεται μνεία στον … ή στις … νοούνται ο …. και οι εταιρίες της παραγράφου 1 του άρθρου 7 (παρ.1). Προκειμένου να εξυπηρετηθεί το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, που συνίσταται στην αποδοτικότερη λειτουργία των ακόλουθων φορέων- εταιριών προς όφελος του επιβατικού κοινού και της Εθνικής Οικονομίας με την παράλληλη τεχνικοοικονομική εξυγίανσή τους, οι εταιρείες… μετασχηματίζονται κατά τις ειδικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2).

Από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: α).... β) Η … τίθεται σε διαδικασία συγχώνευσης με τον … και την … με απορρόφηση των τελευταίων από την πρώτη. Με τη συντέλεση της συγχώνευσης, σύμφωνα με την παράγραφο 6, η … μετονομάζεται σε … (παρ.5 περ. β'). Για τις συγχωνεύσεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 134 Α') και των άρθρων 68 επ του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 216 Α'), με τις ακόλουθες παρεκκλίσεις: ....(παρ.6).

Στη συνέχεια, εκδόθηκε η 28737/2637/10-6-2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ Β' 1454/17-6-2011), με την οποία συγχωνεύθηκαν οι ανώνυμες εταιρίες … και … και μετονομάσθηκε η νέα εταιρία, που προέκυψε από τη συγχώνευση αυτή, σε …. Τέλος, στο άρθρο 7 παρ. 1 του ανωτέρω ν. 3920/2011 ορίζεται ότι … και … υπάγονται στο ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α')".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η …, η οποία υπάγεται στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)", υπόκειται στις ρυθμίσεις των προαναφερθέντων διατάξεων του ν. 4024/2011 (Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα) και της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.

Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο εκυρώθη δια του άρθρου πρώτου Ν.Δ. 53/1974, "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προααναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 2, 31 παρ. 1 εδ. α', 3 εδ. α', β', 4 και 7 Ν. 4024/2011, πρώτου υποπαράγρ. Γ1 περ. 12 Ν. 4093/2012 και 31 παρ. 1 Ν. 4354/2015, το προσωπικό της … υπέστη δύο μειώσεις των αποδοχών αυτού, την 1 η Νοεμβρίου 2011, δια της εισαγωγής του ορίου των 1900 ευρώ κατά μέσον όρο ως προς έκαστον εργαζόμενο, και την 1η Ιανουαρίου 2013, δια της υπαγωγής στο ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου.

Ανακύπτει εντεύθεν το ζήτημα εάν, βάσει των εν λόγω διατάξεων, τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών του προσωπικού του Ο.Α.Σ.Α. κατά ποσοστό μέχρι 25% αμέσως, ετεροχρονιζομένη μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά το τυχόν υπερβάλλον, ως έχει γίνει δεκτό δια των υπ' αριθμούς 1189/2018 και 113/2017 αποφάσεων του Αρείου Πάγου ως προς το προσωπικό δημοτικής επιχειρήσεως, ή είναι εφαρμοστέες δύο μειώσεις, μία την 1η Νοεμβρίου 2011 κατά ποσοστό μέχρι 25% και μία την 1η Ιανουαρίου 2013 κατά ποσοστό πάλι μέχρι 25% επί των προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενες αμφότερες μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσοστά, ως επίσης εάν η εν λόγω διπλή μείωση τυγχάνει συμβατή προς τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (Ε.Σ.Δ.Α.).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

10. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αναιρεσειβαλλόμενης αποφάσεως κατ" άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δικάζον ως Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Άπαντες οι ενάγοντες εργάζονται στην εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία που υπάγεται σε εκείνες του Κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Συγκεκριμένα, ο 1ος ενάγων εργάζεται με την ειδικότητα του Μηχανικού Υποστ. Η / Μ εξοπλισμού και ο μηνιαίος του μισθός ανέρχονταν κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2011 σε 3.005, 14€. Ο 2ος ενάγων απασχολείται στην εναγομένη ως Επιβλέπων Προστασίας, λαμβάνοντας κατά τον αυτό χρόνο αποδοχές ύψους 2.312,90€. Ο 3ος ενάγων απασχολείται στην εναγομένη με την ειδικότητα του Αρχιτεχνίτη τηλ/νιών & Συλλογής κομίστρων με μηνιαίες αποδοχές κατά τον αυτό χρόνο ύψους 2.288,46€.

Ο 4ος ενάγων εργάζεται ως Επιβλέπων Προστασίας με μηνιαίες αποδοχές ύψους - κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2011 2.936,04€. Η 5η ενάγουσα έχει την ειδικότητα της Λογίστριας και κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2011 λάμβανε μηνιαίες αποδοχές ύψους 2.562,52€. Ως Αρχιτεχνίτης Η/Μ Εξοπλισμού απασχολείται ο 6ος ενάγων με μηνιαίες αποδοχές ανερχόμενες τον μήνα Οκτώβριο του 2011 - σε 2.825,25€ Ο 28ος ενάγων είναι Αρχιτεχνίτης Η/Μ Εξοπλισμού, ενώ οι αποδοχές του κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2011 ανέρχονταν σε 2.387,59 €.

Με την ίδια ειδικότητα εργάζεται και ο 29ος ενάγων με μηνιαίες αποδοχές στο ίδιο ακριβώς χρονικό σημείο ύψους 2.147,53€ Τέλος, την ίδια ακριβώς ειδικότητα έχει και ο 30ος ενάγων, ο μηνιαίος μισθός του οποίου ανερχόταν κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2011 σε 1.958,05ευρώ.Άπαντα τα πιο πάνω ποσά αφορούν στις μικτές μηνιαίες αποδοχές των εναγόντων τον μήνα Οκτώβριο του 2011,όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από αυτούς αποδείξεις πληρωμής (εκκαθάρισης) και όχι στις καθαρές αποδοχές τους, όπως όλως αβασίμως υποστηρίζουν στην αγωγή τους.

Τον μήνα Ιούνιο του 2010 και ενόσω βρισκόταν σε ισχύ η από 2008-2009 συλλογική σύμβαση εργασίας, με την οποία ρυθμίζονταν οι όροι εργασίας και οι σχέσεις όλων των υπαλλήλων προς την εργοδότρια εταιρεία, η εναγομένη μείωσε μονομερώς, για πρώτη φορά, τις αποδοχές των εναγόντων - όπως άλλωστε και του λοιπού προσωπικού της - τόσο των τακτικών, όσο και των επιδομάτων, δώρων εορτών και υπερωριών, επικαλούμενη τις διατάξεις των Ν. 3833/2010, 3845/2010 και 3899/2010.

Συγκεκριμένα, με τον πρώτο νόμο οι πάσης φύσης αποδοχές των εναγόντων μειώθηκαν κατά 7%, με τον δεύτερο νόμο κατά επιπλέον ποσοστό 3%, ενώ με τον τρίτο νόμο επιβλήθηκαν μειώσεις ύψους 10%. Ακολούθως, με τους Ν .4024/2011 και 4093/2012 ακολούθησαν και νέες μειώσεις των αποδοχών των εναγόντων. Συνολικά οι περισσότεροι από αυτούς, όπως συνομολογεί και η εναγομένη στις προτάσεις της (βλ.

σελ. 22), με την ένταξη τους στο μισθολόγιο υπέστησαν μειώσεις υπερβαίνουσες το ποσοστό του 25%. Ωστόσο, σύμφωνα και με τα όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα πρόταση, η ένταξη των εναγόντων στο μισθολόγιο του Ν .4024/2011 από 1.1.2013 δεν μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των αποδοχών τους σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25%, όπως προβλέπει το άρθρο 29 του ν.4024/2011, αθροιζόμενων μάλιστα και των ήδη επιβληθεισών - κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 Ν .4024/2011 - σε αυτούς μειώσεων από 1.11.2011, σε σχέση με τις καταβαλλόμενες σε αυτούς αποδοχές κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2011, καθόσον μάλιστα η εφαρμογή της διάταξης που προέβλεπε την ισόποση κατανομή σε χρονικό διάστημα δύο ετών (1.1 1.2012 έως 1.11.2014) της υπερβάλλουσας το 25% μείωσης των αποδοχών τους ανεστάλη για το διάστημα από 31.10.2012 έως 31.12.2016.

Με τα δεδομένα αυτά: α) οι μικτές αποδοχές του 1ου ενάγοντος, που ανέρχονταν κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2011 σε 3.005, 14€, διαμορφώθηκαν από 1-1-2013, μετά δηλαδή την ένταξή του στο ενιαίο μισθολόγιο του Ν .4024/2011, σε 1.719,75€. Είναι δε αυτές μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25%, ενώ θα έπρεπε να διαμορφωθούν σε (3.005,14€-25% [751,28€]=) 2.253,86€.

Συνολικά δηλαδή στον 1ο ενάγοντα οφείλεται διαφορά (2.253,86€-1.719,75€=) 534,11€ για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του 2013 έως τον Σεπτέμβριο του 2015 και συνολικά του οφείλεται το ποσό των (534,11X33=) 17.625,63€. β) οι μικτές αποδοχές του 2ου ενάγοντος, που ανέρχονταν τον μήνα Οκτώβριο του 2011 σε 2.312,90€, διαμορφώθηκαν τον Ιανουάριο του 2013, μετά δηλαδή την ένταξή του στο ενιαίο μισθολόγιο του Ν .4024/2011, σε 1.431€.

Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25%, ενώ θα έπρεπε να είχαν διαμορφωθεί σε (2.312,90€25%[578,22]=) 1.734,68€.

Συνεπώς, στον δεύτερο ενάγοντα οφείλεται διαφορά (1.734,68€-1.431€=) 303,68€ για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του 2013 έως τον Σεπτέμβριο του 2015 και συνολικά (303,68€Χ33=) 10.021,44€. γ) οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του 3ου ενάγοντος ανέρχονταν τον μήνα Οκτώβριο του 2011 σε 2.288,46€, ενώ από την 1-1-2013, μετά την ένταξή του στο ενιαίο μισθολόγιο του Ν .4024/2011, σε 1.431€. Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25%, ενώ θα έπρεπε να είχαν διαμορφωθεί σε (2.288,46€-25% [572,11]= 1.716,35€.

Συνεπώς, στον 3ο ενάγοντα οφείλεται διαφορά (1.716,35€-1.431€=) 285,35€ για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του 2013 έως τον Σεπτέμβριο του 2015 και συνολικά (285,35X33=) 9.416,55€. δ) οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του 4ου ενάγοντος ανέρχονταν τον μήνα Οκτώβριο του 2011 σε 2.936,04€, ενώ από την 1-1-2013, μετά την ένταξή του στο ενιαίο μισθολόγιο του Ν .4024/2011, σε 1.651,52€. Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25%, ενώ θα έπρεπε να είχαν διαμορφωθεί σε (2.936,04€-25%[734,01 ευρώ]= 2.202,03€.

Συνεπώς στον 4ο ενάγοντα οφείλεται διαφορά (2.202,03-1.651,52]=550,51 € για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του 2013 έως τον Σεπτέμβριο του 2015 και συνολικά (550,51€Χ33=) 18.166,83€. ε) οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της 5ης ενάγουσας ανέρχονταν τον μήνα Οκτώβριο του 2011 σε 2.562,52€, ενώ από την 1-1-2013, μετά την ένταξή της στο ενιαίο μισθολόγιο του Ν .4024/2011, σε 1.809,75€. οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25%, ενώ θα έπρεπε να είχαν διαμορφωθεί σε (2.562,52€-25% [640,63€] =) 1.921,89€.

Συνεπώς στην 5η ενάγουσα οφείλεται διαφορά (1.921,89€- 1.809,75€=) 112,14€ για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του 2013 έως τον Σεπτέμβριο του 2015 και συνολικά (112, 14€Χ33=) 3.700,62€. στ) οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του 6ου ενάγοντος ανέρχονταν τον μήνα Οκτώβριο του 2011 σε 2.825,21€, ενώ από την 1-1-2013, μετά την ένταξή του στο ενιαίο μισθολόγιο του Ν. 4024/2011, σε 1.630€. Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25%, ενώ θα έπρεπε να είχαν διαμορφωθεί σε (2.825,21-25%[706,30€]=) 2.118,91€.

Συνεπώς στον 6ο ενάγοντα οφείλεται διαφορά (2.1 18,91€-1.630€=)488,91€ για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2015 και συνολικά (488,91€Χ33=) 16.134,03€..... κθ) οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του 29ου ενάγοντος ανέρχονταν κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2011 σε 2.147,53€, ενώ από την 1-1-2013, μετά την ένταξή του στο ενιαίο μισθολόγιο του Ν .4024/2011, σε 1.416€. Οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25%, ενώ θα έπρεπε να είχαν διαμορφωθεί σε (2.147,53-25%[536,88]=)1.610,65€.

Συνεπώς, στον 29 0 ενάγοντα οφείλεται διαφορά (1.610,65€-1.431€) 194,65 για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του 2013 έως τον Σεπτέμβριο του 2015 και συνολικά (194,65€Χ33=) 6.423,45€ και λ) οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του 30ου ενάγοντος ανέρχονταν κατά τον μήνα Οκτώβριο του 2011 σε 1.958,05€, ενώ από την 1-1-2013, μετά την ένταξή της στο ενιαίο μισθολόγιο του Ν .4024/2011, σε 1,431€. οι αποδοχές αυτές είναι μειωμένες σε ποσοστό ανώτερο του 25%, ενώ θα έπρεπε να είχαν διαμορφωθεί σε (1.958,05-25%[489,51€]=)1.468,54€.

Συνεπώς, στον 30ο ενάγοντα οφείλεται διαφορά (1.468,54€-1.431€) 37,54 για κάθε μήνα από τον Ιανουάριο του 2013 έως τον Σεπτέμβριο του 2015 και συνολικά (37,54€Χ33=) 1.238,82€. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει λοιπόν ότι η εναγομένη προέβη από 1-1-2013 σε μειώσεις των μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων, που αθροιζόμενες με τις προηγηθείσες μειώσεις του μηνός Νοεμβρίου του 2011, υπερβαίνουν σε ποσοστό το 25% σε σχέση με τις αποδοχές που λάμβαναν κατά τον κρίσιμο μήνα Οκτώβριο του 2011, γεγονός που αποτελεί μονομερή παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και δημιουργεί σε αυτή υποχρέωση να τους καταβάλει για το επίδικο διάστημα τη διαφορά των αποδοχών τους, όπως αναλυτικά αναφέρεται παραπάνω, με την επισήμανση ότι τα επιπλέον χρηματικά ποσά που οι ρηθέντες ενάγοντες δικαιούνται αποτελούν ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές, οι οποίες υπόκεινται και στις αντίστοιχες κρατήσεις.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αγωγή κατά την πρώτη κύρια βάση της πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει α) στον 1ο ενάγοντα 17.625,63€, β) στον δεύτερο ενάγοντα 10.021,44€, γ) στον 3ο ενάγοντα 9.416,55€, δ) στον 4ο ενάγοντα 18.166,83€, ε) στην 5η ενάγουσα 3.700,62€, στ) στον 6ο ενάγονται 6.134,03€ ...

Περαιτέρω το Μονομελές Πρωτοδικείο αφού δέχθηκε, ότι το ρυθμιστικό πεδίο των ως άνω Ν.38332010,3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 καταρχάς καταλαμβάνει και τους ενάγοντες, (εκκαλούντες) και ήδη αναιρεσείοντες της ως άνω δεύτερης από 26-3-2018 αίτησης ως εργαζομένους στην εναγομένη (εφεσίβλητη) και ήδη αναιρεσείουσα της ως άνω από 21-3-2018 πρώτης αίτησης ανώνυμη εταιρεία, που υπάγεται στο Κεφάλαιο Α' του Ν.3429/2005 και ότι οι ένδικες μειώσεις στις αποδοχές των εναγόντων, που επήλθαν εξαιτίας της εφαρμογής των ρυθμίσεων των παραπάνω νόμων από την εναγομένη, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4§§1,2 και 5, 22§2, 23§1, 106§1, 76§1 και 72§4 του Συντάγματος ούτε σε εκείνες της ΕΣΔΑ οι διατάξεις του Ν.4093/2012, δεχθέν ότι η ψήφιση και εφαρμογή τους εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας, ήτοι την εξοικονόμηση των δαπανών και τη μείωση των υπέρογκων δημοσιονομικών ελλειμάτων, ώστε να αντιμετωπιστεί η οξεία οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η Χώρα τα τελευταία χρόνια, απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο παραπονούντο οι ενάγοντες, ότι κακώς απορρίφθηκε από το Ειρηνοδικείο η αγωγή τους ως προς την αντικειμενικά σωρευομένη βάση της, που στηριζόταν στην συνταγματική απαγόρευση εφαρμογής σε βάρος τους των διατάξεων του Ν.4093/2012 και αιτούντο να τους επιστραφούν τα ποσά που περικόπηκαν από τους μισθούς τους το επίδικο διάστημα.

Στη συνέχεια δεχθέν τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης, με τους οποίους παραπονούντο οι ενάγοντες ότι οι ένδικες αξιώσεις τους για την επιστροφή των ποσών κατά τα οποία μειώθηκε ο μισθός εκάστου το διάστημα από 1.1.2013 μέχρι 30.9.2015 στηρίζονται (πέραν της περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του Ν.4093/2012 βάση, η οποία απορρίφθηκε επίσης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) και στο ότι η εναγομένη παρανόμως εφάρμοσε τις διατάξεις του τελευταίου ως άνω νόμου κατά τέτοιο τρόπο, ο οποίος επέφερε περαιτέρω μείωση των ήδη από 1.11.2011 μειωμένων κατά ποσοστό 25% αποδοχών τους κατά περαιτέρω ποσοστό 25% από την 1.1.2013 και εντεύθεν, αν και τούτο δεν επιτρεπόταν σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 29§2 τελευταίο εδάφιο του Ν.4024/2011, έκανε δεκτούς τους λόγους αυτούς και επέκεινα έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κρίνοντας δε ότι η αγωγή είναι νόμιμη ως προς την κυρία βάση της, που είχε μείνει αδίκαστη, την έκανε στη συνέχεια εν μέρει δεκτή και κατ'ουσίαν βάσιμη και επεδίκασε στους ενάγοντες τα ποσά που εκεί αναλυτικά αναφέρονται για τον καθένα τους, ως διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2013 έως 30-9-2015.

11. Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 29 παρ. 2 Ν. 4024/2011, πρώτου υποπαράγρ. Γ1 περ. 12 Ν. 4093/2012, 31 παρ. 1 Ν. 4354/2015. Περαιτέρω με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση άνω δεύτερης αίτησης αναίρεσης, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση ομοίως της παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου πρώτου υποπαράγρ.

Γ1 περ. 12 Ν. 4093/2012. Ανακύπτει εντεύθεν το προαναφερόμενο ζήτημα εάν, βάσει των οικείων διατάξεων, τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών του προσωπικού της ΣΤΑΣΥ κατά ποσοστό μέχρι 25% αμέσως, ετεροχρονιζομένη μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά το τυχόν υπερβάλλον, ή είναι εφαρμοστέες δύο μειώσεις, μία την 1η Νοεμβρίου 2011 κατά ποσοστό μέχρι 25% και μία την 1η Ιανουαρίου 2013 κατά ποσοστό πάλι μέχρι 25% επί των προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενες αμφότερες μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσοστά.

Το εν λόγω ζήτημα έχει ήδη παραπεμφθεί ως αντικείμενο λόγου αναιρέσεως δια της υπ' αριθμόν 1457/2019 αποφάσεως του Β1 Πολιτικού Τμήματος τούτου καθώς και δια της υπ'αριθμόν 1349/2019 αποφάσεως του Β2 Πολιτικού Τμήματος τούτου ως γενικότερου ενδιαφέροντος ενώπιον της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου, ενώπιον της οποίας και εκκρεμεί.

Εν όψει τούτου κατά την κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να διαταχθεί η αναβολή της συζητήσεως των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως ως προς τους προαναφερόμενους λόγους μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως της Ολομελείας επί του εν λόγω ζητήματος, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών μη απορριφθέντων λόγων της πρώτης αίτησης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 21-3-2018 και 26-3-2018 αιτήσεις αναίρεσης.

Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως, όσον αφορά τους έβδομο (Γ.Γ.) και εικοστό (Κ. Σ.) των αναιρεσειόντων της από 26-3- 2018 αιτήσεως για αναίρεση της 630/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26-3-2018 αιτήσεως, ως προς τους έβδομο (Γ. Γ.) και εικοστό (Κ. Σ.) των αναιρεσειόντων.

Απορρίπτει κατά το πρώτο μέρος του τον πρώτο λόγο της από 21-3-2018 αιτήσεως αναίρεσης.

Αναβάλλει τη συζήτηση των αιτήσεων αναιρέσεως ως προς το δεύτερο λόγο της από 21-3-2018 (ειδικό αριθ.κατάθ.51/2018) αίτησης αναίρεσης, καθώς και τον μοναδικό λόγο της από 26-3-2018 (ειδικό αριθ.κατάθ.57/2018) αντίθετης αίτησης αναίρεσης κατά της 630/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μέχρι εκδόσεως της αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του αναφερομένου στο σκεπτικό νομικού ζητήματος, το οποίο έχει παραπεμφθεί ενώπιον αυτής διά της 1457/2019 αποφάσεως του Β1 Τμήματος τούτου καθώς και διά της 1349/2019 αποφάσεως του Τμήματος τούτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ