446/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated446/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε, ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις διότι μετά την έκδοση αποφάσεως που απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση το δικαστήριο απεκδύεται κάθε εξουσίας επ' αυτής. Έκτοτε δε λόγω του οριστικού χαρακτήρα της δεν επιτρέπεται η ανάκληση της απορριπτικής αυτής απόφασης (άρθρο 309 Κ.Πολ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 446 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δοματά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." η οποία εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανίκα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1003/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2158/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/8/2018 αίτησή της και τους από 24/1/2019 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22.08.2018 αίτηση αναίρεσης και τον από 24.01.2019 πρόσθετο λόγο αυτής προσβάλλεται η με αριθ. 2158/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών(5ου Τμήματος), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 25.07.2014 και με αριθ. καταθ. 5303/2014 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1003/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Σημειώνεται ότι- κατά την γνώμη της πλειοψηφίας- δεν απαιτείται κλήτευση στην παρούσα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη του ασκήσαντος πρόσθετη παρέμβαση στη δίκη ενώπιον του εφετείου σωματείου με την επωνυμία " Συλλογος των Υπαλλήλων της Ελλάδος". Ειδικότερα, κατά το άρθρο 82 εδ. γ του Κ.Πολ.Δικ. αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, καθώς και του άρθρου 558 Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται μεν κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει όμως να καλείται στη συζήτηση της αναιρέσεως, διότι χωρίς την κλήτευση αυτού, παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, ειδική εφαρμογή της οποίας αποτελούν οι προαναφερόμενες διατάξεις, και δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αναιρέσεως, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.
Αν όμως η πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε, ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις διότι μετά την έκδοση αποφάσεως που απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση το δικαστήριο απεκδύεται κάθε εξουσίας επ' αυτής. Έκτοτε δε λόγω του οριστικού χαρακτήρα της δεν επιτρέπεται η ανάκληση της απορριπτικής αυτής απόφασης (άρθρο 309 Κ.Πολ.
Δ.) ο δε προσθέτης παρέμβασης τίθεται εκτός δίκης (ΑΠ 1117/2003). Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου και δη του Αρεοπαγίτη Θεοδώρου Τζανάκη, το ως άνω προσθέτως παρεμβαίνον έπρεπε να έχει κλητευτεί στην παρούσα δίκη. Ειδικότερα, κατά τη μειψηφούσα άποψη, κατά το άρθρο 82 εδ. γ` του ΚΠολΔ αποφάσεις και δικόγραφα, που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση.
Κατά την διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 του ίδιου κώδικα "Ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη. Σε περίπτωση πρόσθετης παρέμβασης, έχει δικαίωμα να προτείνει έλλειψη κλήτευσης και ο διάδικος για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση". Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 558 Κ.Πολ.Δικ., κατά την οποία η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται μεν κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει όμως να καλείται στη συζήτηση της αναιρέσεως, για να ενημερώνεται και αυτός για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, αφού και αυτός είναι διάδικος.
Από τις διατυπώσεις των ως άνω άρθρων προκύπτει με σαφήνεια ότι επιβάλλεται με ποινή απαραδέκτου η κλήτευση του προσθέτως παρεμβάντος ανεξάρτητα από το εάν η παρέμβαση έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε καθ' οιονδήποτε λόγο στο δικαστήριο της ουσίας, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, και δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο ως αναφερόμενο στην προδικασία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Αρειο Πάγο (ΑΠ 797/2018, ΑΠ 868/2018, 877/2017, ΑΠ 1087/2017, ΑΠ 404/2017, ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010, ΑΠ 243/2009, ΑΠ 652/2009, ΑΠ 445/2009, ΑΠ 1918/2009, ΑΠ 1465/2007, ΑΠ 902/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται για συζήτηση η από 22.08.2018 αίτηση αναιρέσεως και ο από 24.01.2019 πρόσθετος λόγος αυτής κατά της 2158/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω 2158/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είχε ασκήσει παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας Α.
Χ. το σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος των Υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος", το οποίο παρέστη κατά στη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ωστόσο, ούτε η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, ούτε η αναιρεσίβλητη επικαλούνται επίδοση αντιγράφου της κρινόμενης αναιρέσεως και του προσθέτου αυτής λόγου με τις επ` αυτών πράξεις προσδιορισμού δικασίμου και κλήσεις προς συζήτηση στο προσθέτως παρεμβαίνον υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως άνω Σωματείου, ούτε και προσκομίζεται σχετική έκθεση επιδόσεως.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, έπρεπε, κατά την άποψη της μειοψηφίας, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αναιρέσεως.
Η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης.
Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στην αναγνώριση της προϋπηρεσίας των μισθωτών (ΑΠ 2/1992). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 141 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με τον ν.3001/2002 (πρώην άρθρο 119), αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, επιβάλλει όπως ο εργοδότης, όταν προβαίνει από κάποιο λόγο, που ελεύθερα εκτιμά, σε εκούσια παροχή στους μισθωτούς του να μην εξαιρεί από αυτή κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες ( ΑΠ Ολ 348/1985, AΠ 350/2019, ΑΠ 1263/2005). `Ετσι, οι "οικειοθελείς" παροχές του εργοδότη αποτελούν το κύριο αντικείμενο τόσο της επιχειρησιακής συνήθειας-πρακτικής της εκμετάλλευσης όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Αλλά η επιχειρησιακή συνήθεια προϋποθέτει τη μακροχρόνια και ομοιόμορφη χορήγηση της παροχής στο προσωπικό και εφόσον σ' αυτή προβαίνει ο εργοδότης ανεπιφύλακτα, ανακύπτει η σιωπηρή συμφωνία βάσει της οποίας ο εργοδότης υποχρεούται να συνεχίζει να χορηγεί την παροχή αυτή η οποία παύει πλέον να είναι οικειοθελής και παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης.
Κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης ο εργοδότης που χορηγεί την οικειοθελή παροχή στο προσωπικό, ανεξάρτητα αν έχει δημιουργηθεί ή όχι συμβατική δέσμευση χορήγησής της και στο μέλλον και επομένως ανεξάρτητα αν η παροχή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο δεσμευτικής πρακτικής-επιχειρησιακής συνήθειας, υποχρεούται, για όσο διάστημα τη χορηγεί, να μεταχειρίζεται τους εργαζομένους κατά το ίδιο τρόπο.
Κατά συνέπεια η αξίωση του εργαζομένου είναι δυνατό να θεμελιώνεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. `Ετσι, αν ο εργοδότης παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτή έναν ή περισσότερους εργαζομένους τότε αυτοί έχουν αφενός αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και αφετέρου αξίωση που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Στην περίπτωση αυτή αν αποδειχθεί η ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας ο εργαζόμενος έχει ήδη αξίωση βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί τη συμβατική δέσμευση (άρθρ. 361 ΑΚ). Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει επικουρικό χαρακτήρα και για τη θεμελίωσή της αρκεί ότι ο εργοδότης εξαιρεί αυθαίρετα από την παροχή έναν ή περισσότερους εργαζόμενους υπό τις αυτές συνθήκες και προϋποθέσεις, αν και οφείλει να τους μεταχειρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση (ΑΠ 350/2019, ΑΠ 1263/2005).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996 ) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).
Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθησαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005).
Για τη πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 54/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, με την από 30.06.2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι είναι υπάλληλος της εναγόμενης - τράπεζας από το έτος 1977, κατέχοντας τον βαθμό του Τμηματάρχη από το έτος 1999, ήδη δε από τον Ιανουάριου του έτους 1997 υπηρετεί στη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών και συγκεκριμένα στην Υπηρεσία Περιφερειακής Οικονομικής Συγκυρίας του Τομέα Εσωτερικής Οικονομίας, υπηρεσία στην οποία προΐσταται από το έτος 1999.
Ότι το αντικείμενο της εργασίας της είναι η κατάρτιση του Δείκτη Τιμών Κατοικιών Περιφέρειας, τα στοιχεία δε που επεξεργάζεται και αναλύει δημοσιεύονται από το 2000 ανά έτος στις αναφερόμενες εκθέσεις και έγγραφα. Ότι στα μνημονευόμενα ειδικότερα στην αγωγή τέσσερα έγγραφα των ετών 2008, 2009 και 2010. που συντάχθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες της εναγομένης, παρά το γεγονός ότι αυτά βασίζονταν σε στοιχεία, που είχαν επεξεργαστεί από την ίδια, έχει παραλειφθεί η αναφορά του ονόματος της και της υπηρεσίας που προΐσταται, πράγμα που συνέβη και στη σχετική ανάρτηση της εναγομένης στο διαδίκτυο, ενώ σε ίδια ή σχετικά υπηρεσιακά έγγραφα αναφέρονται τα ονόματα άλλων υπαλλήλων που εκτέλεσαν ανάλογες εργασίες.
Ότι τα παραπάνω περιστατικά έρχονται σε προφανή αντίθεση με τη διαμορφωθείσα επιχειρησιακή συνήθεια της αναφοράς των ονομάτων των υπαλλήλων, που συμπράττουν στη σύνταξη των ως άνω εκθέσεων και εγγράφων, επιπλέον δε η ως άνω πρακτική της αναγραφής των ατομικών στοιχείων στα προαναφερόμενα έγγραφα για μεγάλο χρονικό διάστημα έχει καταστεί σιωπηρός όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας της.
Ενόψει αυτών, επικαλούμενη περαιτέρω ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια παράλειψη της διοίκησης της εναγόμενης έχει προσβληθεί η προσωπικότητά της, ζήτησε : α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να δημοσιεύει εφεξής τις εργασίες της με την αναφορά του ονόματος της, της υπηρεσίας που αυτή προΐσταται και της ηλεκτρονικής της διεύθυνσης, καθώς και να δημοσιεύει τις εν λόγω εργασίες της με αναφορά των ως άνω στοιχείων, στην ιστοσελίδα της (εναγόμενης), με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής και β) υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 10.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1003/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τη οποία απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν η έφεση και η ασκηθείσα υπέρ αυτής παρέμβαση του "Συλλόγου των Υπαλλήλων της Τραπέζης της Ελλάδος", απορρίφθηκε η παρέμβαση, έγινε δεκτη κατ'ουσίαν η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως απορρρίφθηκε η αγωγή από ουσιαστική άποψη.
To Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατ'ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εργάζεται στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" από το έτος 1977, κατέχοντας το βαθμό του Τμηματάρχη από το έτος 1999. Από τον Ιανουάριο του έτους 1997 υπηρετεί στη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών και συγκεκριμένα στην Υπηρεσία Περιφερειακής Οικονομικής Συγκυρίας του Τομέα Εσωτερικής Οικονομίας, από τις 13-1-1999 δε προΐσταται της εν λόγοι υπηρεσίας.
Στα καθήκοντα της ενάγουσας, μεταξύ άλλων, ανάγεται από το έτος 1999 η αξιοποίηση των στοιχείων που συλλέγουν από μεσιτικά γραφεία ορισμένα υποκαταστήματα της Τράπεζας στην επαρχία για τις τιμές των ακινήτων. Το έργο αυτό η ενάγουσα το πραγματοποίησε με τη βοήθεια και την εποπτεία του Ι. Σ., ο οποίος αρχικά ήταν Προϊστάμενος του Τομέα Εσωτερικής Οικονομίας και ακολούθως Διευθυντής της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών, μ' αποτέλεσμα να καταρτισθεί τριμηνιαίος δείκτης τιμών ακινήτων περιφέρειας,που καλύπτει την περίοδο από το δ' τρίμηνο του 1993 και δημοσιεύεται στις εκθέσεις της Τράπεζας (Εκθεση του Διοικητή, Νομισματική Πολιτική, Νομισματική Πολιτική -Ενδιάμεση Έκθεση) καθώς και £to Μηνιαίο Στατιστικό Δελτίο Οικονομικής Συγκυρίας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κάθε φορά που αρχίζει η προετοιμασία μίας Έκθεσης ο εκάστοτε Διευθυντής αποστέλλει ένα εσωτερικό άτυπο έγγραφο στους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών και άλλων Διευθύνσεων που συμβάλλουν στην προετοιμασία. Το έγγραφο αυτό που συνήθως έχει τον τίτλο "Διάρθρωση -Χρονοδιάγραμμα", αποτελεί απλά μέρος της εσωτερικής οργάνωσης της εργασίας τυμ/υπαλλήλου/της εναγόμενης.
Μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2008 η ενάγουσα περιλαμβανόταν στους αποδέκτες αυτού του εγγράφου και το όνομά της αναφερόταν στο έγγραφο, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 17-6-2008 έγγραφο που αφορά την προετοιμασία της έκθεσης Νομισματική Πολιτική -Ενδιάμεση Έκθεση που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2008, στο οποίο η ενάγουσα αναφέρεται ως συμβάλλουσα στο Κεφάλαιο IV.
Μετά την ως άνω ημερομηνία με απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης της 28-8-2008 δημιουργήθηκε Τμήμα Ανάλυσης Αγοράς Ακινήτων, υπαγόμενο απευθείας στον Διευθυντή της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών, επειδή συνεργάζονταν με το εν λόγω Τμήμα και υπάλληλοι άλλων μονάδων της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών (όπως της Υπηρεσίας Περιφερειακής Οικονομικής Συγκυρίας), καθώς και άλλων Διευθύνσεων, ιδίως της Διεύθυνσης Στατιστικής, της Διεύθυνσης Πληροφορικής και Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος.
Για τον ως άνω λόγο δεν γίνεται καμμία αναφορά στο όνομα της ενάγουσας στα από 19-12-2008, 23-12-2008, 11-3-2009 και 15-1-2010 έγγραφα, τα οποία επικαλείται αυτή προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι το όνομά της καθώς και η υπηρεσία, της οποίας αυτή προΐσταται, έχουν παραλειφθεί από τα εν λόγω έγγραφα, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία βασίζονται σε στοιχεία που έχουν επεξεργασθεί από την ίδια και την υπηρεσία της.
Συγκεκριμένα στα από 19.12. 2008 και 23-12-2008 έγγραφα, τα οποία τιτλοφορούνται "Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών -Διάρθρωση - βασικά θέματα και χρονοδιάγραμμα (1 σχέδιο -προσωρινό) Έκθεση προς τη Βουλή - Νομισματική Πολιτική 2008-2009" και "Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών -Διάρθρωση - βασικά θέματα και χρονοδιάγραμμα (2° σχέδιο -τροποποιημένο και συμπληρωμένο) Έκθεση προς τη Βουλή - Νομισματική Πολιτική 2008-2009" αντίστοιχα δεν υπάρχει καμμία αναφορά τόσο στο κείμενο όσο και σε πίνακα ή διάγραμμα στοιχείων από την Υπηρεσία περιφερειακής Οικονομικής Συγκυρίας και συνεπώς ορθά δεν υπάρχει αναφορά στο όνομα της ενάγουσας.
Ακόμη στα από 11-3-2009 και 15-1-2010 έγγραφα, τα οποία τιτλοφορούνται "Έκθεση Διοικητή Απριλίου 2009 - Συμπληρωμένο Χρονοδιάγραμμα και Κατανομή Εργασίας" και "Διεύθυνση Οικονομικών μελετών -Έκθεση προς τη Βουλή -Νομισματική Πολιτική 2009 -2010 - Διάρθρωση - βασικά θέματα και χρονοδιάγραμμα" αντίστοιχα, όλες οι αναφορές των στοιχείων γίνονται ως ...
ή με το όνομα του κύριου φορέα, όπως Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΑΣΤΑΤ), Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (ΔΣΑ), Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ) κλπ, ενώ στην Έκθεση Νομισματικής, στην οποία αναφέρεται το από 15-1-2010 έγγραφο, ο δείκτης της Υπηρεσίας Περιφερειακής Οικονομικής Συγκυρίας αποτελεί ένα από τους 52 βραχυχρόνιους δείκτες σχετικών με "την αγορά ακινήτων, δεν γίνεται αναφορά στο όνομα κανενός υπαλλήλου, επί πλέον δε η εργασία της ενάγουσας αφορά μόνο ένα δείκτη.
Εξάλλου αναφορικά με τη μη δημοσίευση του ονόματος της ενάγουσας και της υπηρεσίας που αυτή προΐσταται στην ιστοσελίδα της εναγομένης πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: α) Ως προς τον εσωτερικό σύνδεσμο "Σύνοψη κυριότερων βραχυχρόνιων δεικτών για την αγορά ακινήτων". Ο εν λόγιο συγκεντρωτικός πίνακας παρουσιάζει συνοπτικά πλέον των 90 βραχυχρονίων δεικτών για την αγορά ακινήτων, για όλους δε τους δείκτες του πίνακα ως πηγή αναφέρεται ο κύριος φορέας (π.χ. ..., ΕΑΣΤΑΤ, ΙΚΑ κλπ) και όχι ο συντάκτης της μελέτης, β) Ως προς τον εσωτερικό σύνδεσμο "Δείκτες Τιμών Ακινήτων (ιστορικές σειρές) Στους 5 πίνακες αυτών των ιστορικών χρονοσειρών αναφέρεται ως πηγή η ..., στον τελευταίο μάλιστα πίνακα με τον τίτλο "Λοιπές αστικές περιοχές" αναγράφεται στην υποσημείωση: "Πηγές: ... (στοιχεία που συλλέγουν τα υποκαταστήματα κυρίως από μεσιτικά γραφεία, μόνο διαμερίσματα -επεξεργασία από την Υπηρεσία Περιφερειακής Οικονομικής Συγκυρίας της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών)", δηλαδή αναφέρεται η υπηρεσία της ενάγουσας, που είναι, όπως προαναφέρθηκε, η Υπηρεσία Περιφερειακής Οικονομικής Συγκυρίας, ενώ ως προς τον πίνακα για τη …..
αναγράφεται στην υποσημείωση: "Πηγές: ... στοιχεία που συγκεντρώνονται από τα πιστωτικά ιδρύματα και στοιχεία που συλλέγουν τα υποκαταστήματα κυρίως από μεσιτικά γραφεία" και ως εκ τούτου ορθά δεν υπάρχει αναφορά για την Υπηρεσία Περιφερειακής Οικονομικής Συγκυρίας της Διεύθυνσης Οικονομικών μελετών της Τράπεζας, καθώς η συγκέντρωση των στοιχείων δεν γίνεται από αυτή, δεδομένου ότι πρόκειται για στοιχεία και δείκτη, ο οποίος καταρτίζεται από το Τμήμα Στατιστικής και Εποπτείας -Υπηρεσία Οικονομικής Συγκυρίας του Υποκαταστήματος της ….., γ) ως προς τη μη αναφορά του Τομέα Εσωτερικής Οικονομίας στον οποίο ανήκει η Υπηρεσία Περιφερειακής Οικονομικής Συγκυρίας επισημαίνεται ότι αυτή επιβάλλεται από την οργανωτική δομή της εναγομένης Τράπεζας, καθόσον για όλους τους δείκτες του πίνακα ως πηγή αναφέρεται ο κύριος φορέας (π.χ. ..., ΙΚΑ, ΕΛΣΤΑΤ) και δ) ως προς τους εσωτερικούς συνδέσμους "Αποτελέσματα έρευνας κτηματομεσιτικών γραφείων" και "Αποτελέσματα έρευνας Εθνικού Κτηματολογίου" στην ιστοσελίδα της εναγομένης.
Στους συνδέσμους αυτούς παρουσιάζονται αναλυτικά τα αποτελέσματα της επεξεργασίας δύο σημαντικών ερευνών των κτηματομεσιτικών γραφείων και του Εθνικού Κτηματολογίου. Τα αποτελέσματα αυτά παρουσιάζονται σε αναλυτικά κείμενα των 10 περίπου σελίδων, ανανεώνονται σε τριμηνιαία βάση και εμφανίζουν.) μεγάλη επισκεψιμότητα από πλευράς χρηστών.
Στο τέλος της ανάλυσης με δεδομένο το ενδιαφέρον και τα ερωτήματα που καταγράφηκαν από τους ενδιαφερομένους χρήστες, κρίθηκε σκόπιμο να υπάρχουν στοιχεία επικοινωνίας, προς τούτο δε υπάρχει η ένδειξη "Για οποιαδήποτε σχετική πληροφορία μπορείτε να απευθύνεστε στο Τμήμα Ανάλυσης Αγοράς Ακινήτων της ...
στην ηλεκτρονική διεύθυνση ... ενώ δεν υπάρχει ανάλογη ανάλυση της Υπηρεσίας Περιφερειακής Οικονομικής Συγκυρίας, που θα μπορούσε να δημοσιοποιηθεί με παρόμοιο τρόπο. Κατόπιν των προεκτεθέντων δεν αποδείχθηκε ότι είχε διαμορφωθεί στην επιχείρηση της εναγόμενης επιχειρησιακή συνήθεια για το θέμα της αναφοράς των στοιχείων των υπαλλήλων της είτε στα έγγραφά της που βασίζονταν σε δικές τους εργασίες ή σε στοιχεία που οι ίδιοι είχαν επεξεργασθεί, είτε στην ιστοσελίδα της, που είχε καταλήξει σε σιωπηρή συμφωνία, την οποία η ενάγουσα είχε αποδεχθεί και ως εκ τούτου είχε αποτελέσει συμπληρωματικό όρο της εργασιακής της σύμβασης.
Ειδικότερα η μεμονωμένη και περιστασιακή αναφορά των στοιχείων κάποιων υπαλλήλων της εναγομένης σ' ορισμένα έγγραφά της ή η αναφορά ορισμένων υπηρεσιών της στην ιστοσελίδα της αφορά αποκλειστικά και μόνο την οργάνωση και την κατανομή των εργασιών της και σε καμμία περίπτωση από την ως άνω μεμονωμένη αναφορά δεν μπορεί να δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι η εναγόμενη ενεργούσε στα πλαίσια δεσμευτικών κανόνων.
Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα αναφορά των στοιχείων των υπαλλήλων της εναγομένης είτε στα έγγραφα της τελευταίας που βασίζονταν σε δικές τους εργασίες ή σε στοιχεία που οι ίδιοι είχαν επεξεργασθεί, είτε στην ιστοσελίδα της, γινόταν κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο και ως εκ τούτου είχε δημιουργηθεί για το θέμα αυτό επιχειρησιακή συνήθεια, δεν διατηρεί η ενάγουσα καμμία από τις αγωγικές της αξιώσεις κατά της εναγομένης και συνεπώς η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα κατ' ουσίαν" Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο και τον πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προβάλλει τις αιτιάσεις, 1) ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρέλειψε να λάβει υπ` όψη της αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα τα αναλυτικώς αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και δη α) το Απόσπασμα Πρακτικών της 12ης Συνεδρίας της 28.8.2008, β) το Έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών - 7/12/2006 με τίτλο Διάρθρωση και Χρονοδιάγραμμα (με τροποποιήσεις - συμπληρώσεις) - Εκθεση προς τη Βουλή - Νομισματική Πολιτική 2006-2007, Φεβρουάριος 2007, γ) το Έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών - 7/12/2006 με τίτλο Διάρθρωση και Χρονοδιάγραμμα (με τροποποιήσεις - συμπληρώσεις - προσθήκες- αντικαθιστά την προηγούμενη με την ίδια ημερομηνία) - Έκθεση προς τη Βουλή - Νομισματική Πολιτική 2006-2007, Φεβρουάριος 2007, με συνημμένο μήνυμα εσωτερικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, δ) το με αριθμ. 318/15.4.2010 Δελτίο Εργατικής ε) την από 18.2.2011 έγγραφη διαμαρτυρία μου μέσω ηλεκτρονικής επιστολής προς το Διευθυντή της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών, για την παράλειψη της αναγραφής "Υπηρεσία Περιφερειακής Οικονομικής Συγκυρίας του Τομέα Εσωτερικής Οικονομίας της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών", Διαφοράς Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, στ) την από 2.12.2013 έγγραφη διαμαρτυρία μου μέσω ηλεκτρονικής επιστολής προς το Διευθυντή της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών, για τη μη- αναφορά της υπηρεσιακής της μονάδας στο σύνδεσμο της ιστοσελίδας της Τράπεζας, ζ) το Δείκτη Τιμών ...- Ετος Βάσης 1993 (Δ Τριμ), η) το Δελτίο Τιμών ακινήτων πόλης …., έτους 2010, Τριμήνου 2ου, της Υπηρεσίας Οικονομικής Συγκυρίας του Τμήματος Στατιστικής και Εποπτείας Υποκαταστήματος ….., η μη λήψη υπόψη των οποίων ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με την κρίση της προσβαλλομένης περί της ύπαρξης υπηρεσιακής συνηθείας και 2) παρέλειψε να λάβει υπόψη της ως αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα α) την υπ' αριθμ. 6285/15 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ.
Α., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, β) την υπ'αριθμ. 6286/2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π. Δ., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, από τις οποίες προκύπτει η ύπαρξη υπηρεσιακής συνήθειας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της ως Προϊσταμένης Τμήματος της Τράπεζας και της παραβίασης σε βάρος της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 παρ. 11 γ`του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, από την βεβαίωση του Εφετείου, ότι εκ της ουσίας κρίση του σχημάτισε με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και δη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης, ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις με αριθμούς 6285/2015 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι αλλά και από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα επικαλούμενα παραπάνω από την αναιρεσείουσα έγγραφα.
Η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης επικαλείται την πλμμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλομενη έχει αντιφατικές και ανεπαρκεις αιτιολγίες ως προς την ύπαρξη της επιχειρησιακής συνηθειας στην Τραπεζα της Ελλάδος για την δημισιευση των ονομάτων των υπαλλήλων στις έρευνές τους.
Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα δέχθηκε -μεταξύ των άλλων- ότι το γεγονός ότι η εναγουσα συμπεριλαμβανόταν στους αποδέκτες του εγγράφου μέχρι το 2008 συνιστα μερος της εσωτερικής οργάνωσης των υπηρεσιών της εναγόμενης και όχι οικειοθελή παροχή, ότι μετα το 2008 οργανώθηκαν με διαφορετικό τρόπο οι διαδικασίες στην διεκπεραίωση των εργασιών τα εναγόμενης.
Καταλήγοντας η προσβαλλόμενη διέλαβε επίσης ότι "δεν αποδείχθηκε ότι είχε διαμορφωθεί στην επιχείρηση της εναγόμενης επιχειρησιακή συνήθεια για το θέμα της αναφοράς των στοιχείων των υπαλλήλων της είτε στα έγγραφά της που βασίζονταν σε δικές τους εργασίες ή σε στοιχεία που οι ίδιοι είχαν επεξεργασθεί, είτε στην ιστοσελίδα της, που είχε καταλήξει σε σιωπηρή συμφωνία, την οποία η ενάγουσα είχε αποδεχθεί και ως εκ τούτου είχε αποτελέσει συμπληρωματικό όρο της εργασιακής της σύμβασης.
Ειδικότερα η μεμονωμένη και περιστασιακή αναφορά των στοιχείων κάποιων υπαλλήλων της εναγομένης σ' ορισμένα έγγραφά της ή η αναφορά ορισμένων υπηρεσιών της στην ιστοσελίδα της αφορά αποκλειστικά και μόνο την οργάνωση και την κατανομή των εργασιών της και σε καμμία περίπτωση από την ως άνω μεμονωμένη αναφορά δεν μπορεί να δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι η εναγόμενη ενεργούσε στα πλαίσια δεσμευτικών κανόνων.
Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα αναφορά των στοιχείων των υπαλλήλων της εναγομένης είτε στα έγγραφα της τελευταίας που βασίζονταν σε δικές τους εργασίες ή σε στοιχεία που οι ίδιοι είχαν επεξεργασθεί, είτε στην ιστοσελίδα της, γινόταν κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο και ως εκ τούτου είχε δημιουργηθεί για το θέμα αυτό επιχειρησιακή συνήθεια, δεν διατηρεί η ενάγουσα καμία από τις αγωγικές της αξιώσεις κατά της εναγομένης.
Συνεπώς, η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα κατ'ουσίαν". Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.08.2018 αίτηση και τον από 24.01.2019 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2158/2016 απόφασης του του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος) και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 26 Μαρτίου 2019
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 19 Απριλίου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ