446/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated446/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 446 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Δ. του Π., κατοίκου ... (αρ. ιδ. …), … και 20) Π. Π. του Β., κατοίκου ... (αρ. ιδ. …), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του Γ. Φ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη (μετά την έκδοση της 494/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 29-2-2012 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 4899/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-7-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 15-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30-7-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 4899/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 6Α του Δ/τος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4305/1914, η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε ΝΠΔΔ κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους β) στο δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο, που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα κατά τις κείμενες διατάξεις διεύθυνσή τους.
Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγουμένου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση εκτός αν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του ΝΠΔΔ, το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμμελητί το επιδιδόμενο έγγραφο.
Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β', γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27-1-2017), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο κατά τη σειρά της εγγραφής της σ' αυτό, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης ορίσθηκε αρχικώς η 13-5-2016, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (27-1-2017) με σχετική επισημείωση στο πινάκιο. Από την 2004στ'/4-3-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε.
Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο δικηγόρο Α. Σ., που εκπροσώπησε τους αναιρεσιβλήτους κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης δηλαδή στο Εφετείο Αθηνών στη δίκη για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ως αντίκλητο των τελευταίων, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Έτσι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, ισχύει ως κλήτευση για τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες.
Στο άρθρο 1 του ν.δ. 632/1970 "περί αναλήψεως υπό του Δημοσίου των εκ της εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 του Ν.Δ/τος 1143/1972 ορίζονται τα εξής: "Όταν το Δημόσιο επισπεύδει τη διάνοιξη οδών, πλατειών, αλσών και των υπόλοιπων κοινόχρηστων χώρων, που προβλέπονται από τα εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, αναλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις σύμφωνα με τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης των κατά τόπο αρμόδιων δήμων ή κοινοτήτων και διεξάγει τις σχετικές για την απαλλοτρίωση δίκες.
Η επίσπευση αυτή από το Δημόσιο εκδηλώνεται με την παρακατάθεση της αποζημίωσης και αφορά μόνο στα ακίνητα για τα οποία γίνεται η παρακατάθεση. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου έχουν εφαρμογή και για απαλλοτριώσεις οι οποίες επισπεύσθηκαν από την 1.1.1947. Αποζημιώσεις που τυχόν καταβλήθηκαν από τους δήμους ή κοινότητες για τέτοιες απαλλοτριώσεις θεωρούνται ότι καλώς έγιναν και δεν δημιουργούν υπέρ του οικείου δήμου ή κοινότητας δικαίωμα αναζήτησης από το Δημόσιο, βάσει του παρόντος άρθρου, των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 653/1977, "Στις περιπτώσεις που με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επισπεύδεται από το Δημόσιο η διάνοιξη ή διεύρυνση κοινόχρηστων χώρων, που προβλέπονται από εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, αντί των στοιχείων που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου και από τις διατάξεις του ν.δ. 797/1971, συντάσσονται κτηματολογικό διάγραμμα, κτηματολογικός πίνακας και έκθεση προεκτίμησης κατά τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου".
Από τις διατάξεις αυτές, που αποδίδονται στα άρθρα 294 και 295 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας του 1999 (Κ.Β.Π.Ν.), που κυρώθηκε με το από 14/27-7-1999 Π.Δ/γμα (Δ' 580), από τις οποίες η πρώτη ρυθμίζει την επίσπευση εφαρμογής του σχεδίου πόλης από το Δημόσιο και η δεύτερη τη διαδικασία απαλλοτρίωσης με επίσπευση του Δημοσίου, σαφώς συνάγεται ότι το Δημόσιο επισπεύδοντας τις πολεοδομικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη οδών, πλατειών, αλσών και λοιπών κοινοχρήστων χώρων προβλεπομένων υπό των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων, αναλαμβάνει τα κατά τη διαδικασία της απαλλοτριώσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις των κατά τόπο αρμοδίων δήμων και κοινοτήτων διεξάγοντας τις σχετικές με την απαλλοτρίωση δίκες και καθίσταται διάδικος στις δίκες αυτές, από το νόμο.
Αυτό μόνο νομιμοποιείται ενεργητικά ή παθητικά, αφού με τον τρόπο αυτό επέρχεται στερητική αναδοχή αλλότριου χρέους από το νόμο. Αποζημιώσεις δε που τυχόν καταβλήθηκαν από τους δήμους ή κοινότητες θεωρούνται ότι καλώς έγιναν και δεν δημιουργούν δικαίωμα αυτών αναζήτησης από το Δημόσιο των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα δικαίου.
Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα από το νόμο. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Αν όμως ο ενάγων (ή αιτών) δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο η αγωγή (ή αίτηση) είναι απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 13-4-1989 ΠΔ (ΦΕΚ 298/17-5-1989 τεύχ.
Δ') εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη των πολεοδομικών ενοτήτων 7, 8 και 9 περιοχής δεύτερης κατοικίας της Κοινότητας Αρτέμιδος του Ν. Αττικής και εντάχθηκε η περιοχή στο πολεοδομικό σχέδιο. Η έγκριση αυτή συνιστά και κήρυξη απαλλοτρίωσης για τους κοινόχρηστους χώρους της μελέτης, μεταξύ δε αυτών και των οδών.
Με την απόφαση Δ12/32313/27-4-2009 του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ (ΦΕΚ 885/12-5-2009 τεύχ. Β'), η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 653/1977 και κατ' επίκληση του εγγράφου ΤΥ 2564/0/19-3-2009 της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, σχετικό με την άμεση σύνταξη κτηματολογίου σε τμήμα της επαρχιακής οδού 40:
Παιανίας - Σπάτων - Λούτσας στο Δήμο Αρτέμιδος, αποφασίστηκε: α) η επίσπευση από το Δημόσιο της εφαρμογής του σχεδίου πόλης για τη "Βελτίωση Γεωμετρικών Στοιχείων και χάραξη της Επαρχιακής Οδού 40: Παιανία - Σπάτα - Λούτσα (Νομαρχία Ανατολικής Αττικής), στο Τμήμα Σπάτα - Λούτσα στα ΟΤ Γ1244, Γ1245, Γ1246, Γ1247, Γ1239, Γ1238, Γ1237, Γ1226 στην οδό Σπάτων - Λούτσας και έναντι αυτών καθώς και περιμετρικά του Κ.Χ.
Γ1226, στο Δήμο Αρτέμιδος", β) ο χαρακτηρισμός της εν λόγω πολεοδομικής εφαρμογής ως κατεπείγουσας και γ) η κατάρτιση των στοιχείων προδικασίας που προβλέπονται από το άρθρο 5 του Ν. 653/1977 για να κινηθεί η διαδικασία καθορισμού των αποζημιώσεων για τις ιδιοκτησίες, που ρυμοτομούνται. Η έκταση της εν λόγω εφαρμογής αποτυπώνεται στα από Ιούνιο 2009 κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της ΝΑ Ανατολικής Αττικής, τα οποία συντάχθηκαν από τον Τοπογράφο Μηχανικό Ε.
Κ., ελέγχθηκαν από τον επιβλέποντα Τοπογράφο Μηχανικό της ως άνω Δ/νσης Γ. Σ., θεωρήθηκαν από την Προϊστάμενη του Τμήματος Μελετών Τ. Α. και εγκρίθηκαν από τη Δ/ντρια της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ι. Δ., στις 21-9-2009. Η εν λόγω εφαρμογή του σχεδίου αφορά δαπάνη που θα βαρύνει τις πιστώσεις του έργου με κωδικό 2006ΝΑ05330002 της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής.
Κατά το άρθρο 283 παρ. 2 του Ν. 3852/2010, διάδοχος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής είναι η "Περιφέρεια Αττικής"... (Ακολουθούν οι παραδοχές του Εφετείου για τον καθορισμό της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους). Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τις από 26-2-2013 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ισχυρίστηκε ότι δεν νομιμοποιείται ως διάδικος παθητικά στην προκειμένη δίκη απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 653/1977, επειδή το ΝΠΔΔ "Περιφέρεια Αττικής, Περιφερειακή Ενότητα Ανατολικής Αττικής" παρακατέθεσε το ποσό, που καθορίστηκε ως αποζημίωση προσωρινά με την 494/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με αίτηση αυτής.
Το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό αυτό. Έτσι που έκρινε δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις πιο πάνω διατάξεις του ν.δ/τος 632/1970 και του ν. 653/1977 και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., που στηρίζονται, κατ' εκτίμηση, και οι δύο λόγοι του αναιρετηρίου, αφού από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι μόνο το Δημόσιο νομιμοποιείται ενεργητικά ή παθητικά στη δίκη της απαλλοτρίωσης.
Επομένως οι αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ενώ δεν τίθεται θέμα δικαστικών εξόδων λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-7-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 4899/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ