446/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 446 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated446/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 446 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 446 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 446/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ACE INA (UK) LIMITED", πρώην "INSURANCE COMPANY OF NORTH AMERICA (UK) PLC" που εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος (υπό εκκαθάριση) και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την εκκαθαρίστρια, Ά. Χ., εκπροσωπήθηκε δε από: 1) την ως άνω εκκαθαρίστρια, αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά της ως δικηγόρος και 2) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Συνοδινό.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Κ., ως συνδίκου της υπό πτώχευση εταιρίας με την επωνυμία «Λ. Κ. & ΣΙΑ Ε.Ε.», ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 2415/2014 του ίδιου δικαστηρίου και 557/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 15-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 166 παρ. 3 του "Πτωχευτικού Κώδικα", που κυρώθηκε με το ν. 3588/2007, "Μετά παρέλευση δέκα (10) ετών από την έναρξη της ένωσης των πιστωτών και σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση δεκαπέντε (15) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης επέρχονται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση τα αποτελέσματα της παραγράφου 2", κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "... περατώνεται η πτώχευση, αίρεται η πτωχευτική απαλλοτρίωση και ο οφειλέτης αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιουσίας του. Οι πιστωτές αναλαμβάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα και παύει το λειτούργημα του συνδίκου, καθώς και του εισηγητή". Εξάλλου, κατά την μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 182 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα "Οι διατάξεις του άρθρου 166 παρ. 3 εφαρμόζονται και επί εκκρεμών πτωχεύσεων, εφόσον από την κήρυξη της πτώχευσης παρήλθε διάστημα είκοσι (20) ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η περάτωση της πτωχεύσεως, που κηρύσσεται υπό την ισχύ του νέου "Πτωχευτικού Κώδικα", επέρχεται χωρίς άλλη διατύπωση μετά παρέλευση δεκαπέντε (15) ετών από την κήρυξή της, προκειμένου δε περί πτωχεύσεων που ήσαν εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του (16-9-2007), η πτώχευση περατώνεται, εφόσον από την κήρυξή της παρήλθε διάστημα είκοσι (20) ετών. Κατά τη βούληση του νομοθέτη του "Πτωχευτικού Κώδικα", όπως αυτή αποτυπώθηκε στην Αιτιολογική Έκθεση, που τον συνοδεύει, "Η επέκταση του χρόνου σε είκοσι έτη αποκλειστικά και μόνο για τις εκκρεμείς πτωχεύσεις, κρίθηκε αναγκαία, προκειμένου να περατωθούν ολοσχερώς εκκρεμότητες, που βράδυναν λόγω αδράνειας ή παρελκυστικών πρακτικών ή εξ άλλων λόγων".
Συνεπώς, στην περίπτωση παρόδου 20ετίας από την κήρυξη της πτωχεύσεως, που ήταν εκκρεμής κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του νέου "Πτωχευτικού Κώδικα", επέρχεται κατ' αρχήν η περάτωσή της, εκτός αν αποδεικνύεται ότι η διαδικασία της πτωχεύσεως είναι ενεργής και δεν εμφανίζει κατάσταση αδράνειας ή παρελκυστικών πρακτικών. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της επικαλείται ότι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων έχει παύσει το λειτούργημα του αναιρεσίβλητου, ως συνδίκου της πτωχεύσεως της εταιρείας με την επωνυμία «Λ. Κ. & ΣΙΑ Ε.Ε.», λόγω παρόδου 20ετίας από την κήρυξη της εταιρείας αυτής σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 1367/20-3-1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι συνεπώς δεν νομιμοποιείται αυτός να παρίσταται στο δικαστήριο εκπροσωπώντας την πτωχεύσασα εταιρεία. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 1367/20-3-1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εταιρεία με την επωνυμία «Λ. Κ. & ΣΙΑ Ε.Ε.» κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και ο αναιρεσίβλητος ορίσθηκε προσωρινός σύνδικος, ενώ στη συνέχεια με την 4443/1995 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ορίσθηκε και οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως. Με την ιδιότητά του αυτή παραστάθηκε σε πολλές δίκες, είτε διεκδικώντας από την αναιρεσείουσα την ασφαλιστική αποζημίωση της πτωχεύσασας εταιρείας, είτε αμφισβητώντας την αξίωση του Ε. Γ., ως εκδοχέα μέρους της ασφαλιστικής αποζημιώσεως δυνάμει εκχωρήσεως από το νόμιμο εκπρόσωπο της πτωχεύσασας εταιρείας, να εισπράξει αυτός το αντίστοιχο ποσό, χωρίς την τήρηση της πτωχευτικής διαδικασίας. Οι δίκες αυτές περατώθηκαν πρόσφατα, ύστερα από μακροχρόνιες δίκες, με την έκδοση αποφάσεων του Αρείου Πάγου ως προς αμφότερα τα ζητήματα, εξακολουθεί δε να είναι σε εκκρεμότητα η ένδικη υπόθεση, η οποία έχει αρχίσει με την άσκηση της από 21-11-2013 ανακοπής κατά πράξεων εκτελέσεως, καθώς και η από 16-4-2015 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1145/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 3-3-2016. Εξ όλων των ανωτέρω και παρά την έκδοση του υπ' αριθμ. 11165/2015 πιστοποιητικού του Τμήματος Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών, με το οποίο βεβαιώνεται ότι περατώθηκε η πτώχευση της εταιρείας με την επωνυμία «Λ. Κ. & ΣΙΑ Ε.Ε.» λόγω παρόδου 20ετίας από την κήρυξή της, προκύπτει ότι η πτωχευτική διαδικασία της εν λόγω εταιρείας, εξακολουθεί να είναι ενεργός και οι υπάρχουσες εκκρεμότητε δεν έχουν βραδύνει λόγω αδράνειας ή παρελκυστικών πρακτικών ή εξ άλλων λόγων. Κατά συνέπεια, ο αναιρεσίβλητος μέχρι την περάτωση των δικών που εκκρεμούν εισέτι, νομίμως εκπροσωπεί την πτωχεύσασα εταιρεία και ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για έλλειψη εξουσίας στο πρόσωπο του, προς εκπροσώπηση της πτωχεύσασας εταιρείας είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, η οποία προέρχεται από παραβίαση δικονομικής (και όχι ουσιαστικής) διάταξης (Ολ ΑΠ 12/2000). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 918 παρ. 5 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που ο αρμόδιος για τη χορήγηση απογράφου αρνηθεί την έκδοσή του, αυτός που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσφύγει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου, το οποίο καλείται να άρει τη διαφωνία. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην έρευνα διαπίστωσης των προϋποθέσεων έκδοσης απογράφου. Η απόφασή του δεν αποτελεί δεδικασμένο, γι' αυτό και κάθε αμφισβήτηση, ακόμη και αν ανάγεται σε θέματα που κρίθηκαν με αυτή, κατ' άρθρο 918 παρ. 5, μπορεί να κριθεί στις εκτελεστικές δίκες από το αρμόδιο γι' αυτές δικαστήριο, μετά από άσκηση ανακοπής (933 ΚΠολΔ). Το δικαστήριο, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, ενώ στην ουσία πρόκειται για υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση απογράφου, δεν εκδίδει το ίδιο το απόγραφο, αλλά διατάσσει τον αρμόδιο για την έκδοσή του, που αρνείται, να το χορηγήσει. Τέλος, η αίτηση για τη χορήγηση του απογράφου δεν απαιτείται να απευθύνεται κατά κάποιου προσώπου, δηλαδή δεν υπάρχει αντίδικος σ' αυτή, καθόσον όπως προαναφέρεται πρόκειται ουσιαστικά για υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία κατά τη ρύθμιση του παραπάνω άρθρου δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων γιατί εξασφαλίζει την ταχύτερη έκδοση του απογράφου, εφόσον η απόφαση της εκούσιας δικαιοδοσίας επιτρέπεται να προσβληθεί με έφεση και αναίρεση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 583, 586, 588 και 590 ΚΠολΔ, αν κάποιος δεν έλαβε μέρος, ως διάδικος, στη μεταξύ άλλων διεξαχθείσα δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση που του προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο το έννομο συμφέρον του, μπορεί να ασκήσει κατά της απόφασης εκείνης τριτανακοπή, η οποία έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση της προσβαλλόμενης απόφασης ως ανενεργού έναντι αυτού. Η βλάβη, στην οποία θεμελιώνεται το έννομο συμφέρον του τριτανακόπτοντος ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του, μπορεί να είναι άμεση ή έμμεση ή και ενδεχόμενη, αλλά το βλαπτόμενο ή σε κίνδυνο τιθέμενο δικαίωμά του πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό κατά το χρόνο εκδόσεως της τριτανακοπτόμενης απόφασης. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και επί των υποθέσεων που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741, 773 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, και επί των εν λόγω υποθέσεων, ο τρίτος που δεν κλητεύθηκε μετά από διαταγή του δικαστηρίου ή δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση κατά την εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης, είναι μεν υποχρεωμένος να δεχθεί την διάπλαση της εννόμου σχέσεως που έγινε με την εκδοθείσα απόφαση, πλην όμως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, δικαιούται να ασκήσει κατ' αυτής τριτανακοπή και να ζητήσει την ακύρωση της τριτανακοπτόμενης απόφασης, επικαλούμενος ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοσή της ή ότι, εάν οι απόψεις του ετίθεντο ενώπιον του εκδόσαντος την τριτανακοπτόμενη απόφαση δικαστηρίου, το τελευταίο θα έκρινε διαφορετικά, στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας. Σε περίπτωση παραδοχής της τριτανακοπής, η απόφαση θα ακυρωθεί για το μέλλον (ex nunc), ενώ τα αποτελέσματα που είχαν επέλθει εν τω μεταξύ δεν ανατρέπονται. Για την άσκηση τριτανακοπής κατ' αποφάσεως της εκούσιας δικαιοδοσίας αρκεί η εκ μέρους του τριτανακόπτοντος επίκληση υφιστάμενης βλάβης ή κινδύνου των συμφερόντων του από την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να απαιτείται η από αυτόν επίκληση δόλου ή συμπαιγνίας των αρχικών διαδίκων, αφού οι αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν παράγουν δεδικασμένο κατά την έννοια του άρθρου 321 ΚΠολΔ, ούτως ώστε να τύχει εφαρμογής η ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 586 ΚΠολΔ, αλλά η κατά τα ανωτέρω δέσμευση του τριτανακόπτοντος είναι απόρροια της διαπλαστικής ενέργειας της πιο πάνω απόφασης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 159 και 933 επ. ΚΠολΔ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως που έγιναν χωρίς να τηρηθούν οι απαιτούμενες από το νόμο διατυπώσεις δεν είναι αυτοδίκαια άκυρες, έστω και αν η τήρηση των διατυπώσεων αυτών επιβάλλεται με την ποινή της ακυρότητας, αλλά παράγουν όλες τις έννομες συνέπειές τους μέχρις ότου απαγγελθεί η ακυρότητα από το δικαστήριο, κατόπιν άσκησης της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Η ακυρότητα, μάλιστα, των εν λόγω πράξεων πρέπει να προταθεί έγκαιρα, μέσα στις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, γιατί, διαφορετικά, η άπρακτη πάροδος των προθεσμιών αυτών θεραπεύει την ακυρότητα, με την έννοια ότι καθιστά τις άκυρες πράξεις απρόσβλητες. Με τη διάταξη του άρθρου 934 ΚΠολΔ καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής, με ανακοπή του άρθρου 933 του ίδιου Κώδικα, των επιμέρους πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας. Η ακυρότητα μιας προηγούμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την επόμενη πράξη, μόνο εφόσον και η επόμενη πράξη προσβληθεί με ανακοπή και κηρυχθεί από το δικαστήριο η ακυρότητά της. Διαφορετικά, παρά την κήρυξη της ακυρότητας μιας προηγούμενης πράξης, που αποτελεί την προϋπόθεσή της, εφόσον προχώρησε η εκτελεστική διαδικασία και δεν προσβλήθηκε εμπρόθεσμα αυτοτελώς με ανακοπή, έστω και σύμφωνα με το άρθρο 69 § 1 περ. δ' ΚΠολΔ, και η επόμενη πράξη, η τελευταία ισχυροποιείται και παραμένει απρόσβλητη (ΑΠ 477/2013). Επίσης, κατά το άρθρο 918 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει αντιγράφου του εκτελεστού τίτλου που έχει τον εκτελεστήριο τύπο (απόγραφο). Ο εκτελεστήριος τύπος συνίσταται στην έκδοσή του στο όνομα του Ελληνικού Λαού και στη διαταγή προς όλα τα αρμόδια όργανα να εκτελέσουν τον τίτλο", κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "'Ενα μόνο απόγραφο δίνεται στον καθένα από εκείνους που έχουν έννομο συμφέρον. Άλλο απόγραφο μπορεί να δοθεί, αν χαθεί εκείνο που δόθηκε ή για άλλο σοβαρό λόγο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι απόγραφο εκδίδεται μόνο αν ο αιτών έχει έννομο συμφέρον, όταν δηλαδή νομιμοποιείται ενεργητικά να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση και τέτοιο έννομο συμφέρον έχει κάθε πρόσωπο που από το περιεχόμενο του εκτελεστού τίτλου εμφανίζεται ως ο φορέας της αξιώσεως, για την οποία ενεργείται η αναγκαστική εκτέλεση. Στις περιπτώσεις όπου νομιμοποιούνται περισσότερα πρόσωπα, ο καθένας από αυτούς μπορεί να ζητήσει για τον εαυτό του απόγραφο. Τέλος, σε περίπτωση ικανοποιήσεως του δανειστή κατόπιν αναγκαστικής εκτελέσεως ή εκπληρώσεως της οφειλόμενης παροχής από τον οφειλέτη, ενόψει επαπειλούμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, έχει κατ' αρχήν εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ και επέρχεται απόσβεση της ενοχής διά καταβολής. Αν η σχετική δικαστική απόφαση αναιρεθεί ή εξαφανισθεί κατόπιν αναψηλαφήσεως, ο οφειλέτης δύναται να αναζητήσει τα καταβληθέντα ασκώντας το δικαίωμά του για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, συγχρόνως δε θα πληρούνται και οι προϋποθέσεις των ΑΚ 904 επ. Εάν όμως ο δανειστής ικανοποιηθεί, είτε κατόπιν εκτελέσεως προσωρινώς εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως ή αποφάσεως που διατάσσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, είτε κατόπιν "εκουσίας" εκπληρώσεως από τον οφειλέτη εξαιτίας της επαπειλούμενης αναγκαστικής εκτελέσεως των ανωτέρω αποφάσεων, δεν υπάρχει καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε και αν αυτή γίνει με επιφύλαξη αναζητήσεως των καταβληθέντων. Αυτό οφείλεται στο ότι εδώ πρόκειται απλώς και μόνο για μια προσωρινή ρύθμιση της επίδικης σχέσεως προς όφελος του δανειστή, που δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα του οφειλέτη.
Συνεπώς τα έννομα αποτελέσματα της "καταβολής" που έγινε μένουν μετέωρα μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Εάν εξαφανισθεί ή μεταρρυθμισθεί η προσωρινώς εκτελεστή κηρυχθείσα απόφαση, ο οφειλέτης δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή των καταβληθέντων βάσει της ΚΠολΔ 914 και αποζημίωση κατά την ΚΠολΔ 940 παρ. 1, συγχρόνως δε πληρούται το πραγματικό της ΑΚ 904, χωρίς η αναζήτηση να αποκλείεται εξαιτίας της ΑΚ 905 παρ. 1, αφού η καταβολή, όπως άλλωστε και στην αμέσως προηγούμενη περίπτωση, δεν έγινε με την ελεύθερη βούληση του οφειλέτη, αλλά κάτω από την πίεση της επαπειλούμενης αναγκαστικής εκτελέσεως. Με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δυνατό να αναζητηθούν ομοίως τα καταβληθέντα, όταν μεταρρυθμισθεί ή ανακληθεί η δικαστική απόφαση που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο ή αρθεί αυτό. Ανάλογη λύση με τα αμέσως ανωτέρω προσήκει κατά μείζονα λόγο και στην περίπτωση κατά την οποία έλαβε χώρα εκτέλεση από τρίτο που πέτυχε την έκδοση στο όνομά του απογράφου κατ' άρθρο 918 παρ. 5 ΚΠολΔ. Η λύση αυτή δεν αντίκειται στο σκοπό της διατάξεως του άρθρου 417 ΑΚ, αφού και στην περίπτωση αυτή η "καταβολή" στον τρίτο καθίσταται μετέωρη, μέχρις ότου καταστεί απρόσβλητη η σχετική δικαστική απόφαση, με βάση την οποία διατάχθηκε η χορήγηση του απογράφου σ' αυτόν. Συνακόλουθα τούτων, εάν εξαφανισθεί κατόπιν τριτανακοπής του δανειστή η απόφαση που είχε διατάξει τη χορήγηση απογράφου σε τρίτον, δεν δικαιούται ο οφειλέτης να προβάλει αντιρρήσεις κατά της εκτελέσεως που επισπεύδει σε βάρος του ο δανειστής, επικαλούμενος ότι η εκ μέρους του προηγούμενη καταβολή έγινε στον τρίτο που είχε επιτρέψει το δικαστήριο και ότι η καταβολή αυτή επέφερε, κατ' άρθρο 417 ΑΚ, την απόσβεση της ενοχής του. Πάντως, θα δικαιούται ο οφειλέτης με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού να αναζητήσει από τον τρίτο τα καταβληθέντα σ' αυτόν.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "... Η αναγκαστική εκτέλεση που ολοκληρώθηκε υπέρ Ε. Γ. (τρίτου μη διαδίκου), επισπεύσθηκε με βάση απόγραφο, που χορηγήθηκε μεν με δικαστική απόφαση, οι κρίσεις της οποίας όμως δεν παράγουν δεδικασμένο, αφού ο χαρακτήρας της υπ' αριθμ. 8628/2004 αποφάσεως (ενν. Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) είναι ρυθμιστικός, τα δε αποτελέσματα αυτής της εκτέλεσης δεν έχουν κριθεί με ανακοπή, κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, τα αποτελέσματα της τριτανακοπής ενεργούν για το μέλλον, για τον τριτανακόπτοντα, ενώ η απόρριψη του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων δεν αποδεικνύει το απρόσβλητο της αναγκαστικής εκτέλεσης υπέρ Ε. Γ., αλλά τη μη νομιμότητα του αιτήματος του συνδίκου, κατ' άρθρο 590 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε έκρινε η υπ' αριθμ. 5072/2010 απόφαση (ενν. Εφετείου Αθηνών)". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους λόγους εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει ως μη νόμιμους τους αντίστοιχους λόγους ανακοπής της αναιρεσείουσας κατά πράξεως εκτελέσεως που επέσπευδε ο αναιρεσίβλητος, ως σύνδικος της υπό πτώχευση εταιρείας με την επωνυμία «Λ. Κ. & ΣΙΑ Ε.Ε.», προκειμένου να εκτελέσει σε βάρος της την 2205/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 918 παρ. 5 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η υπ' αριθμ. 8628/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, -δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε απόγραφο της υπ' αριθμ. 2205/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών στον Ε. Γ., ως εκδοχέα μέρους της απαιτήσεως που επιδικάσθηκε υπέρ της εταιρείας «Λ. Κ. & ΣΙΑ Ε.Ε.» και σε βάρος της αναιρεσείουσας-, ήταν ρυθμιστική του επικαλούμενου δικαιώματός του και δεν παρήγαγε ως προς αυτό δεδικασμένο, δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση δεν είχε εκδοθεί κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, είχε δε τη δυνατότητα η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, να ανακόψει την αναγκαστική εκτέλεση που επέσπευδε αυτός τότε σε βάρος της, εφόσον αμφισβητούσε το δικαίωμά του. Ενόψει δε του ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, η απόφαση που χορήγησε απόγραφο στον Ε. Γ. ακυρώθηκε με την 5072/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ύστερα από τριτανακοπή του αναιρεσίβλητου κατά του Ε. Γ., έπαυσε η αιτία για την οποία είχε χωρήσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της με το απόγραφο υπέρ του τελευταίου, και κατά συνέπεια μόνος δικαιούχος της αξιώσεως που επιδικάσθηκε με την 2205/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είναι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος νομίμως επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αναιρεσείουσας, και δεν παραβιάζεται με τον τρόπο αυτό ούτε η αρχή συμμορφώσεώς της προς τις δικαστικές αποφάσεις, ούτε προς τις γενικές αρχές του δικαίου. Κατόπιν τούτου είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τα αντίθετα, μέμφεται το Εφετείο, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, εφόσον ο αναιρεσίβλητος σύνδικος θεμελιώνει έννομο συμφέρον, δικαιούτο να ζητήσει την υπέρ αυτού έκδοση απογράφου της υπ' αριθμ. 2205/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, και δεν επρόκειτο για δεύτερο απόγραφο αλλά απόγραφο σε άλλο πρόσωπο, το οποίο δικαιούται να επισπεύσει εκτέλεση, με βάση δε τις σκέψεις αυτές απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει ως μη νόμιμο τον αντίστοιχο λόγο ανακοπής της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 918 παρ. 3 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η 8628/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε χορηγηθεί στον Ε. Γ. πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθμ. 2205/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ακυρώθηκε για το μέλλον (ex nunc) με την 5072/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ύστερα από τριτανακοπή του αναιρεσίβλητου, δικαιούτο ο τελευταίος, ως έχων έννομο συμφέρον, να ζητήσει στη συνέχεια την έκδοση απογράφου της εν λόγω αποφάσεως, χωρίς αυτό να συνιστά παράβαση του άρθρου 918 παρ. 3 ΚΠολΔ, εφόσον δεν πρόκειται για δεύτερο απόγραφο, έστω και αν είχε χωρήσει εκτέλεση σε βάρος της αναιρεσείουσας δυνάμει του απογράφου, που είχε χορηγηθεί στον Ε. Γ. με την ακυρωθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατόπιν τούτου είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τα αντίθετα, μέμφεται το Εφετείο, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Τέλος, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως προς το επίμαχο ζήτημα της εξοφλήσεως ή μη της απαιτήσεως, για την οποία επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αναιρεσείουσας από τον αναιρεσίβλητο, με την εκ μέρους της καταβολή των σχετικών ποσών σε άλλο πρόσωπο, με βάση δικαστική απόφαση, τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα "ACE ΙΝΑ (UK) LTD, πρώην INSURANCE COMPANY OF NORTH AMERICA (UL) PLC", είναι ασφαλιστική εταιρεία με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο και δραστηριοποιείτο στην Ελλάδα μέσω νομίμως εγκατεστημένου υποκαταστήματος μέχρι το έτος 1993, οπότε ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της και έκτοτε είναι σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Στα πλαίσια άσκησης της ασφαλιστικής της δραστηριότητας συνήψε ασφαλιστική σύμβαση με την εταιρεία "Λ. Κ. & ΣΙΑ ΕΕ", δυνάμει της οποίας ασφάλισε την τελευταία κατά του κινδύνου πυρός για τη χρονική περίοδο του ημερολογιακού έτους 1991. Η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε στις 16-4-1991 λόγω πυρκαγιάς σε περιουσιακά στοιχεία της ασφαλισμένης. Λόγω μη καταβολής του ασφαλίσματος ασκήθηκε αγωγή και επ' αυτής εξεδόθησαν η υπ' αριθμ. 882/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία υποχρέωσε την ανακόπτουσα να καταβάλει στην ασφαλισμένη το ποσόν των 142.253 ευρώ και η υπ' αριθμ. 2205/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία όρισε ως σημείο έναρξης της τοκοφορίας την 4-2-1993. Εν τω μεταξύ, η ασφαλισμένη εταιρεία κηρύχθηκε στις 20-3-1995 σε πτώχευση, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1367/1995 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία όρισε ως χρόνο παύσης πληρωμών την 8-4-1993 και οι δίκες συνεχίσθηκαν με τον ορισθέντα σύνδικο. Η ανακόπτουσα κατέβαλε στον τελευταίο στις 25-7-2002 το ποσό των 74.688 ευρώ (73.368 μέρος επιδικασθέντος κεφαλαίου σύμφωνα με την υπ' αρ. 882/2002 απόφαση, πλέον δικαστικών εξόδων) και στις 27-1-2004 το ποσόν των 68.385 ευρώ (υπόλοιπο κεφαλαίου πλέον δικαστικών εξόδων). Εκ παραλλήλου, ο Ε. Γ. ζήτησε από τον αρμόδιο Δικαστή του Εφετείου Αθηνών τη χορήγηση σε αυτόν πρώτου εκτελεστού απογράφου της παραπάνω απόφασης, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, και πιο συγκεκριμένα ότι του είχε εκχωρηθεί από την πτωχή, η απαίτησή της κατά της ανακόπτουσας ασφαλιστικής εταιρίας, μέχρι του ποσού των 93.910,50 ευρώ, ως εξόφληση ισόποσου δανείου, που η εκχωρήτρια είχε λάβει από αυτόν. Ο αρμόδιος Δικαστής κάλεσε το Σύνδικο, ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι ο αιτών το απόγραφο δεν απέδειξε την απαίτησή του κατά της πτωχής εταιρίας, αν και τάχθηκαν αποδείξεις σε βάρος του επί ανακοπής που αυτός άσκησε, προκειμένου να του επιτραπεί να συμμετάσχει στις διαδικασίες της πτώχευσης. Κατόπιν αυτού απορρίφθηκε το αίτημα του Ε. Γ., ο οποίος ακολούθως αιτήθηκε την έκδοση του απογράφου, κατ' άρθρο 918 ΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την υπ' αρ. 8628/2004 απόφασή του διέταξε τον αρμόδιο για την έκδοση Δικαστή να χορηγήσει σε αυτόν εκτελεστό απόγραφο της υπ' αρ. 2205/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, για το ποσόν των 93.910,50 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 4-2-1993. Με βάση το απόγραφο αυτό ο Ε.Γ. επέδωσε επιταγή προς πληρωμή για συνολικό ποσόν 356.135,50 ευρώ (κεφάλαιο 93.910,50 ευρώ, πλέον τόκων), ακολούθως προέβη σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου του ποσού αυτού, στην τράπεζα "CITIBANK", ποσόν που τελικά εισέπραξε. Πληροφορηθείς τα ανωτέρω ο καθού σύνδικος άσκησε τριτανακοπή κατά της υπ' αρ. 8628/2004 αποφάσεως, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αρ. 5072/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ήδη αμετάκλητη, αφού η αναίρεση σε βάρος της απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 477/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με την τελεσίδικη αυτή απόφαση εσφαλμένα χορηγήθηκε το απόγραφο με την υπ'αρ. 8628/2004 απόφαση, αφενός λόγω παράκαμψης της πτωχευτικής διαδικασίας, στην οποία είχε αναγνωρισθεί ως πτωχευτικός πιστωτής με την υπ' αρ. 3412/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφετέρου λόγω μη πιθανολογήσεως της απαίτησής του. Περαιτέρω, η απαίτηση του Ε. Γ. θεμελιώνεται στην εκχώρηση προς αυτόν από την εταιρία "Λ.Κ. & Σια ΕΕ" της απαίτησής της έναντι της ανακόπτουσας ασφαλιστικής εταιρείας, που αναγγέλθηκε στην τελευταία στις 19-7-1993, δηλαδή μέσα στο χρόνο παύσεως των πληρωμών της εκχωρήτριας ...
Συνεπώς, ... η εκχώρηση ήταν άκυρη, το δε ποσόν του ασφαλίσματος περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία και ο σύνδικος νόμιμα επικαλείται το συμφέρον της ομάδας των πτωχευτικών πιστωτών και ζητεί την απόδοσή του, η οποιαδήποτε δε καταβολή προς τον Ε. Γ. δεν ήταν η προσήκουσα". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει ως αβάσιμο τον επικουρικό λόγο ανακοπής της αναιρεσείουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 537 ΕμπΝ, εφόσον η αναγγελία για την εκχώρηση του ποσού του ασφαλίσματος στον Ε. Γ. έλαβε χώρα στις 19-7-1993, δηλαδή μέσα στο χρόνο παύσεως των πληρωμών της εκχωρήτριας εταιρείας, και για το λόγο αυτό ήταν άκυρη, και το ποσόν του ασφαλίσματος εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στην πτωχευτική περιουσία. Επομένως, η καταβολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας στον Ε. Γ. του εκχωρηθέντος ασφαλίσματος δεν ήταν η προσήκουσα και δεν επέφερε απόσβεση της οφειλής της προς τον αναιρεσίβλητο, ως σύνδικο της πτωχεύσεως της δικαιούχου της σχετικής απαίτησης εταιρείας. Συνακόλουθα τούτων είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 (όχι και 14) ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, δεν δέχθηκε ότι η εκ μέρους της καταβολή προς τον Ε. Γ. ήταν η προσήκουσα, παρά το ότι ο τελευταίος ήταν πρόσωπο δεκτικό καταβολής κατόπιν της 8628/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η χορήγηση σ' αυτόν απογράφου της 2205/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών για την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμηνεύστου των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2015 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ACE ΙΝΑ (UK) LTD" πρώην "lNSURANCE COMPANY OF NORTH AMERICA (UK) PLC" για αναίρεση της 557/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.