446/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 496/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6726/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2014 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated446/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 562§2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για (α) παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (β) σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (γ) ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.
Full text
Απόφαση 446 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ALMATRANS GMBH", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νίκο Δούναβη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Η. Γ., κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 496/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6726/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 23-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 2ου λόγου της κρινόμενης αίτησης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις με αριθ.7105 και 7106/28-11-2014 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Βόλου Α. Σ., στον αναιρεσίβλητο επιδόθηκαν, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, ακριβή αντίγραφα (α) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη προσδιορισμού της αρχικής δικασίμου της 4-11-2014 και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν και (β) της από 10-11-2014 αίτησης της αναιρεσείουσας, με την οποία νόμιμα φέρεται και πάλι προς εκδίκαση η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, ύστερ' από ματαίωση της συζήτησης κατά την ως άνω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, με κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν. Επομένως, εφόσον αυτός, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε, ούτε έλαβε μέρος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το πινάκιο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία του στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθ.576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι προταθέντων, ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς και παραδεκτά προτεινόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 460/2013, 1485/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562§2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για (α) παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (β) σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (γ) ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας από τους διαδίκους (ΑΠ 9/2014). Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό απαράδεκτο, μη νόμιμο, απαραδέκτως προταθέντα κλπ.
δεν θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΑΠ 13/2014). Ειδικότερα, από τα άρθρα 591§1 β και γ' (όπως ισχύει, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, από 1-1-2002 μετά την αντικατάστασή του με το άρθ.19 ν.2915/2001), 256§1δ', 115§3 και 666§1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δικάσθηκε και η υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε και η προσβαλλομένη απόφαση, δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική, έστω, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις, απαιτείται δηλ.
σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενομένη κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 9/2-14. 1118/2013). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται, για τον παραπάνω λόγο, απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή ανάλογα με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 Κ.Πολ.Δ.
ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (ΑΠ 9/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με αντικείμενο αξιώσεις από την παροχή της εργασίας του προς αυτήν ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου της και επί ανταγωγής αυτής εναντίον του, με την προσβαλλομένη 6726/2013 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων : (i) Ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων σε εκτέλεση έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήψε την 13-2-2003 με την αναιρεσείουσα εναγομένη, αλλοδαπή ανώνυμη μεταφορική εταιρεία που έχει ως αντικείμενο της δραστηριότητάς της τις εγχώριες και διεθνείς μεταφορές, εργάσθηκε σ' αυτήν μέχρι την 27-10-2008, όταν αποχώρησε από την εργασία του, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης Α' κατηγορίας (ρυμουλκό με επικαθήμενο, ωφελίμου φορτίου 40 τόνων), ότι η καταστατική έδρα της εναγομένης είναι στο Μόναχο της Γερμανίας, διατηρεί, όμως, αυτή πρακτορείο, άλλως υποκατάστημα, στο ... , από όπου ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμά της και δίδονταν στον ενάγοντα όλες οι οδηγίες και οι υποδείξεις από τα αρμόδια όργανα αυτής για τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του και από όπου αποστέλλονταν καθημερινά στον ενάγοντα οι νταλίκες για την φόρτωση και μεταφορά των εμπορευμάτων, από εκεί δε του παρέχονταν οι σχετικές εντολές, προφορικές και έγγραφες, για τα δρομολόγια και τις αποθήκες, εργοστάσια και καταστήματα, στα οποία θα έπρεπε να μεταβεί, ενώ και η μισθοδοσία του ενάγοντος, που ήταν ασφαλισμένος στο υποκατάστημα του ΙΚΑ στον ... , ήταν ευθύνη του εδώ υποκαταστήματος της εναγομένης, ότι από την έναρξη της παροχής της εργασίας του ενάγοντος στην εναγομένη συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η απασχόλησή του, δηλ.
η οδήγηση για την μεταφορά των εμπορευμάτων και οι συναφείς εργασίες, θα λάμβανε χώρα στην αλλοδαπή και συγκριμένα στην Ιταλία, όπου και θα παρέμενε σχεδόν όλο το έτος (και ειδικότερα για διάστημα περίπου 44 εβδομάδων ετησίως), πλην δύο εβδομάδων την περίοδο των εορτών του Πάσχα, δύο εβδομάδων την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων, καθώς και του μήνα Αυγούστου, ότι συμφωνήθηκε επίσης ότι θα απασχολείται επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και συγκεκριμένα από Δευτέρα έως και Παρασκευή και επί 8 ώρες ημερησίως, ενώ οι αποδοχές του θα προσδιορίζονταν με βάση τις οικείες συλλογικές συμβάσεις και διαιτητικές αποφάσεις του επαγγέλματός του, καθώς και ότι οι ενγένει δαπάνες του λόγω της εργασίας και της διαμονής του στο εξωτερικό θα εβάρυναν την εναγομένη και γι' αυτό ελάμβανε περί τα 50€ ημερησίως για την κάλυψη των δαπανών αυτών, ότι η εργασία που παρείχε, καθόλη την διάρκεια της απασχόλησής του, συνίστατο στην εκτέλεση δρομολογίων και στην μεταφορά εμπορευμάτων τρίτων, πελατών της εναγομένης, από την Βενετία (λιμάνι Marghera) προς διάφορες άλλες πόλεις της Ιταλίας και αντίστροφα (δηλ.
από τον εκάστοτε τόπο προορισμού προς το λιμάνι της Βενετίας), σε εκτέλεση σχετικών εντολών που του δίδονταν καθημερινά από την έδρα της εναγομένης στον ... , κατά παράβαση του συμφωνηθέντος ωραρίου, ότι ειδικότερα περί την 07.00' παραλάμβανε από την Βενετία άδειο το υπ' αυτού οδηγούμενο φορτηγό, αναχωρούσε για την πόλη που του υποδείκνυε η εναγομένη και έφθανε στον τόπο προορισμού, όπου ελάμβανε χώρα, υπό την διαρκή επίβλεψή του, η φόρτωση του προοριζομένου για την εναγομένη εμπορεύματος, ενώ κατ' εντολή των υπαλλήλων της εναγομένης πολύ συχνά μετέβαινε, την ίδια ημέρα, σε περισσότερες από μία πόλεις για να φορτώσει εμπορεύματα από τα κατά τόπους εργοστάσια, καταστήματα και αποθήκες και στην συνέχεια οδηγούσε με το φορτίο πάλι προς το λιμάνι της Βενετίας, όπου και άφηνε το ρυμουλκούμενο φορτηγό για να αποσταλεί στην Ελλάδα, παραλαμβάνοντας συνάμα ένα άλλο άδειο φορτηγό που έστελνε από την Ελλάδα η εναγομένη, προκειμένου να επαναληφθεί το ίδιο δρομολόγιο και διαδικασία προς την ίδια ή άλλες πόλεις της Ιταλίας, ότι ο ενάγων, κατά τα προαναφερθέντα, εργαζόταν με συμβατικά καθορισμένο καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας με ωράριο από 09.00' έως 17.00', η φύση, όμως, της εργασίας αυτής επέβαλλε στον ενάγοντα να εργασθεί και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, περαιτέρω δε εργαζόταν πέραν του συμβατικού ωραρίου εργασίας του επί τρεις ώρες επιπλέον ημερησίως από την Δευτέρα έως και την Παρασκευή, κατά τα λεπτομερώς και αναλυτικά στην προσβαλλομένη απόφαση εκτιθέμενα, ότι ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 27-10-2008 ο ενάγων εργάσθηκε πέραν του συμβατικού ωραρίου, παρέχοντας υπερωριακή εργασία, υπερεργασία κλπ., κατά τα λεπτομερώς στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκτιθέμενα ως προς τις αναλυτικά καθ' εβδομάδα καθοριζόμενες ώρες απασχόλησής του πέραν του συμβατικού ωραρίου, μη λαμβανομένων υπόψη ειδικότερα για τον υπολογισμό της υπερωριακής απασχόλησης του ενάγοντος για την πραγματοποίηση, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, των αναφερομένων εκεί 18 συνολικά ταξιδίων από τον ... /λιμάνι της Κορίνθου στο λιμάνι Μαργκέρα, που διαρκούσαν 36 ώρες περίπου, των 3 ωρών για κάθε ένα από τα δύο 24ωρα που απαιτούνταν για την αναχώρησή του από την Κόρινθο και για κάθε ένα από τα δύο 24ωρα για την επιστροφή του (όχι όμως για τρία 24ωρα για αναχώρηση και τρία για επιστροφή) και ότι κατά συνέπεια δικαιούται για τις αιτίες αυτές, σύμφωνα με τις εκεί αποδοχές του κατά τ' αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, το συνολικό ποσό των 28.143, 25€ (καθώς και το ποσό των 7.284, 11€ για οφειλόμενες διαφορές μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά τα εκεί αναλυτικά εκτιθέμενα) με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 7.284, 11€ (διαφορές αποδοχών κλπ.) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας, κατά την οποία ήταν απαιτητό κάθε επιμέρους κονδύλιο, αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 28.134, 25€ (για υπέρβαση του ημερησίου ωραρίου εργασίας), με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα του αντίστοιχου μήνα ως προς το κάθε επιμέρους ποσό.
Σε σχέση με την κρίση αυτή του Εφετείου (ως προς τη υπέρβαση του ημερησίου 8ώρου ωραρίου εργασίας του ενάγοντος, με οποιανδήποτε μορφή, και τις συναφείς αξιώσεις του), η αναιρεσείουσα με τον 1ο λόγο αναίρεσης εκθέτει ότι ενώπιον των δικαστηρίων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας προέβαλε τον ουσιώδη ισχυρισμό, ότι ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ένας αντικειμενικός τρόπος υπολογισμού του ωραρίου της εργασίας του ενάγοντος, ρητά συνομολογηθέντος ότι απαγορεύεται η υπέρβαση του ωραρίου του ή η εργασία πέραν των 5 ημερών την εβδομάδα, χωρίς την έγγραφη έγκρισή της, καθώς και ότι ο ενάγων σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να προβάλει τυχόν αντιρρήσεις του επί των καταβαλλομένων αποδοχών του μέσα σε 2 μήνες από την καταβολή τους, και ειδικότερα, όπως και ενώπιον του Εφετείου επικαλέσθηκε, με την από 13-2-2003 σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων ρητά ορίσθηκε ότι "Όρος υπ' αριθ.8 :
Στο νόμιμο ωράριο εργασίας του εργαζομένου δεν υπολογίζεται ο χρόνος μετάβασης στον τόπο εργασίας και ο χρόνος επιστροφής από αυτόν. Ρητά συμφωνείται ότι το ωράριο εργασίας του εργαζομένου θα εξευρίσκεται με βάση τη μέση ταχύτητα κίνησης και τα διανυόμενα χιλιόμετρα, που θα προκύπτουν από τους ταχογράφους των αυτοκινήτων που θα οδηγεί.
Διακοπές ή διαλείμματα της οδήγησης, όπως θα απεικονίζονται στους ταχογράφους, θα αφαιρούνται από το ωράριο εργασίας του εργαζομένου. Επίσης ρητά συμφωνείται ότι στο νόμιμο ωράριο εργασίας δεν θα προσμετράται ο χρόνος, κατά τον οποίο τα αυτοκίνητα, που θα οδηγεί ο εργαζόμενος, θα μεταφέρονται με πλοίο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, χωρίς να έχουν αυτοδύναμη κίνηση.
Όρος υπ' αριθ.9 : Ρητά συμφωνείται ότι ο εργαζόμενος απαγορεύεται να εργάζεται παραπάνω από οκτώ (8) ώρες την ημέρα. Τα ημερήσια δρομολόγια θα καθορίζονται από τον εργοδότη με την πρόβλεψη (συνυπολογίζοντας τις χιλιομετρικές αποστάσεις και τις εν γένει κυκλοφοριακές συνθήκες) ότι ο εργαζόμενος δεν θα υπερβαίνει τις οκτώ(8) ώρες εργασίας την ημέρα.
Σε περίπτωση που ο εργοδότης δώσει έγγραφη εντολή στον εργαζόμενο να πραγματοποιήσει δρομολόγιο (ή δρομολόγια), που ο εργαζόμενος προβλέπει ότι θα υπερβεί τις οκτώ (8) ώρες εργασίας την ημέρα, ο εργαζόμενος οφείλει πριν από την πραγματοποίηση του δρομολογίου να διατυπώσει εγγράφως την χρονική διάρκεια που προβλέπει για την εκτέλεση της πιο πάνω εντολής.
Εάν ο εργοδότης επιμείνει στην εντολή να εκτελεστεί το συγκεκριμένο δρομολόγιο, τότε μόνο θα μπορεί ο εργαζόμενος να υπερβεί τις οκτώ (8) ώρες εργασίας την ημέρα. Εάν ο εργαζόμενος δεν διατυπώσει εγγράφως την προβλεπόμενη πιο πάνω χρονική διάρκεια του δρομολογίου, τότε απαγορεύεται να υπερβεί το πιο πάνω ημερήσιο 8ωρο, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας.
Εάν ο εργαζόμενος για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορέσει να διατυπώσει εγγράφως την προβλεπόμενη διάρκεια του δρομολογίου σύμφωνα με τα πιο πάνω, είναι υποχρεωμένος, μετά το τέλος κάθε ταξιδιού και μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την επιστροφή του, να υποβάλει γραπτή κατάσταση, στην οποία θα αναφέρει τις ημέρες που υπερέβη το 8ωρο, πόσες ακριβώς το υπερέβη, για ποιο λόγο το υπερέβη και για ποιό λόγο δεν μπόρεσε να διατυπώσει εγγράφως την προβλεπόμενη χρονική διάρκεια του αντίστοιχου δρομολογίου.
Εάν δεν υποβάλει αυτή τη γραπτή κατάσταση μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, θεωρείται ότι δεν υπερέβη τις 8 ώρες για κάθε ημέρα απασχόλησής του κατά το αντίστοιχο ταξίδι του", με βάση δε αυτά προβάλλει με το με αριθ.2 σκέλος του λόγου αυτού από το άρθ.559 αριθ.8 ΚΠολΔ την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω νόμιμο και παραδεκτό ισχυρισμό της, για την ύπαρξη δηλ.
μεταξύ των διαδίκων της παραπάνω ρητής συμφωνίας για τον τρόπο ελέγχου και διαπίστωσης του ωραρίου εργασίας του ενάγοντος. Ως προς το σκέλος αυτό ο ερευνώμενος εδώ λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν προκύπτει ότι τα αποτελούντα την βάση αυτού πραγματικά περιστατικά είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και δη με τον ως άνω τρόπο (καταχώριση στα πρακτικά και ανάπτυξη με τις προτάσεις, εφόσον δεν προσκομίζονται από την αναιρεσείουσα τα διαδικαστικά αυτά έγγραφα και επομένως θεωρείται ότι προτάθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (με τον 4ο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης), απαραδέκτως, αφού δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι συνέτρεχε κάποια προϋπόθεση βραδείας προβολής του σύμφωνα με τα άρθ.527 και 269 ΚΠολΔ.
Στην συνέχεια πρέπει ν' απορριφθούν ως άνευ αντικειμένου πλέον ο αυτός πρώτος λόγος (α) κατά το με αριθ.1 σκέλος αυτού από τον αριθ.1 της ίδιας διάταξης, κατά το οποίο το Εφετείο "... δεχόμενο ότι, παρά την προαναφερομένη ... σύμβαση περί του τρόπου της εξεύρεσης του χρόνου της πραγματικής υπέρβασης του συμβατικού ωραρίου του (ενάγοντος), δεν εφαρμόζεται η προαναφερομένη διαδικασία, η οποία ρητά ...
είχε συμφωνηθεί", εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ.361 ΑΚ και (β) ως προς το με αριθ.3 σκέλος του από τον αριθ.20 της ίδιας ως άνω διάταξης, σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω από 13-2-2003 έγγραφης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα του προαναφερθέντος 9ου όρου αυτής, περί απαγόρευσης καταρχήν της εργασίας του ενάγοντος πέραν των 8 ωρών ημερησίως και των προϋποθέσεων της κατ' εξαίρεση δυνατότητας της υπέρβασης αυτή (ii) (Δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο) Ότι ο ενάγων κατά τα έτη 2004-2008 εργάσθηκε και κατά τα εκεί αναφερόμενα λεπτομερώς Σάββατα επί 5 ώρες κάθε φορά, δηλ.
από 10.00'-15.00', δικαιούμενος για την αιτία αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό το συνολικό ποσό των 1080€, το οποίο και του επιδίκασε, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας που ήταν απαιτητό κάθε μερικότερο κονδύλιο, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλομένη απόφασή του, ειδικά ως προς την αξίωση αυτή του ενάγοντος από την εργασία του κατά τις αργίες, ρητά ότι "ο ισχυρισμός της εναγομένης με τον 6ο λόγο της έφεσής της, ότι ουδέποτε έδωσε εντολή στον ενάγοντα για να εργαστεί κατά τις αργίες, αφού με ρητό συμβατικό όρο είχε απαγορευτεί στον ενάγοντα να εργάζεται κατά Κυριακές, και ότι η 28η Οκτωβρίου και η 1η Μαΐου δεν είναι ημέρες υποχρεωτικής αργίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος".
Σε σχέση με την κρίση αυτή του Εφετείου, με το με αριθ.2 σκέλος του 5ου λόγου αναίρεσης και με τον 6ο λόγο από τον αριθ.8 του άρθ.559 ΚΠολΔ προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν ενώπιον αυτού από την αναιρεσείουσα και ειδικότερα (1) τους προβληθέντες με τον 5ο λόγο της έφεσής της ισχυρισμούς, ότι (α) ο ενάγων δεν είχε εργασθεί κατά τα Σάββατα, διότι στην Ιταλία απαγορεύεται η κυκλοφορία των φορτηγών αυτοκινήτων στους αυτοκινητοδρόμους κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές (β) η τυχόν απασχόλησή του κατά τα Σάββατα έγινε κατά παράβαση του με αριθ.18 όρου της μεταξύ τους σύμβασης, κατά τον οποίο "απαγορεύεται η εργασία κατά το Σάββατο ...
εκτός εάν υπάρχει ειδική έγγραφη εντολή του εργοδότη", διότι ουδέποτε υπήρξε η συμφωνηθείσα έγγραφη προς αυτόν εντολή της αναιρεσείουσας εναγομένης να εργασθεί κατά τα Σάββατα (2) τον προβληθέντα με τον 6ο λόγο της έφεσής της ισχυρισμό, ότι η τυχόν απασχόληση του ενάγοντος κατά τις αργίες έγινε κατά παράβαση του ως άνω 18ου όρου, κατά τον οποίο "απαγορεύεται η εργασία κατά την Κυριακή και τις αργίες, εκτός εάν υπάρχει ειδική έγγραφη εντολή του εργοδότη", διότι ποτέ δεν υπήρξε η συμφωνηθείσα έγγραφη προς αυτόν εντολή της εναγομένης.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν, καθόσον ο μεν με στοιχ.1α ισχυρισμός (περί μη παροχής εργασίας από τον ενάγοντα κατά τα Σάββατα κλπ.) αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ως προς την συναφή αξίωση του ενάγοντος και επομένως όχι "πράγμα" με την προδιαληφθείσα έννοια, ο δε με στοιχ.1β για απασχόλησή του τα Σάββατα κατά παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης ως άνευ αντικειμένου, αφού ο ισχυρισμός για την ειδική αυτή ρύθμιση κρίθηκε ήδη ως απαραδέκτως προταθείς, ενώ τέλος ο με στοιχ.2 (που αφορά την εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες) το μεν απορρίφθηκε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμος, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το δε είναι και αυτός ως άνω άνευ αντικειμένου.
Εξάλλου, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απασχόλησης του ενάγοντος καθ' υπέρβαση ημερησίου ωραρίου (8ώρου) εργασίας του ενάγοντος και της εργασίας του κατά τα εκεί αναφερόμενα Σάββατα και επομένως οι περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι αναίρεσης 3ος, 4ος και 5ος κατά το με αριθ.1 σκέλος του από την διάταξη του άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των άρθρων 22§2 του Συντάγματος και 3§1, 7, 8§2, 10§2, 11§2 και 16§6 του ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", συνάγεται ότι (οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ ή των εξομοιουμένων με αυτές) διαιτητικών αποφάσεων (ΔΑ) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 56/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ.3 της ΔΑ 15/2003, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 15468/2003 (ΦΕΚ Β' 1106) και στο πεδίο εφαρμογής της οποίας υπάγονται οι οδηγοί των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ., στους οδηγούς αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε αυτοκίνητα ωφελίμου φορτίου πάνω από 4 τόνους έως 6, χορηγείται κάθε μήνα εργασίας τους επίδομα ειδικών συνθηκών32 ευρώ, ενώ με το άρθ.5 παρ.
β' της ΔΑ 14/2002, όπως τροποποιήθηκε με το άρθ.5 της ως άνω ΔΑ 15/2003, ορίζεται ότι "σε περίπτωση που για την εκτέλεση της εργασίας τους οι οδηγοί που οδηγούν ρυμουλκά ή ημιρυμουλκά, ανεξαρτήτως ωφελίμου φορτίου, διενεργούν με εντολή του εργοδότη τους καθημερινά ζεύξεις ή αποζεύξεις διαφόρων τύπων ρυμουλκουμένων οχημάτων που ανήκουν στον ίδιο εργοδότη, το επίδομα ειδικών συνθηκών οδηγών ρυμουλκών προσαυξάνεται κατά 10 ευρώ μηνιαίως".
Περαιτέρω, με τον όρο Β5 του άρθ.5 της ΔΑ 20/2004, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 14-7-2004 με την ΥΑ 12435/2004 (ΦΕΚ Β' 1294), χορηγήθηκε επίδομα ειδικών συνθηκών ειδικά και αποκλειστικά στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων ωφελίμου φορτίου άνω των 20 τόνων, καθώς και στους οδηγούς ρυμουλκών αυτοκινήτων ανεξαρτήτως ωφελίμου φορτίου, ύψους 20€ μηνιαίως, ενώ με τον όρο Β6 του άρθρου αυτού ορίσθηκε ότι "Σε περίπτωση, κατά την οποία για την εκτέλεση της εργασίας τους οι οδηγοί που οδηγούν ρυμουλκά ή ημιρυμουλκά αυτοκίνητα, ανεξαρτήτως ωφελίμου φορτίου, διενεργούν με εντολή του εργοδότη τους καθημερινά ζεύξεις ή αποζεύξεις διαφόρων τύπων ρυμουλκουμένων οχημάτων που ανήκουν στον ίδιο εργοδότη, το επίδομα ειδικών συνθηκών του όρου Β5 της παρούσας προσαυξάνεται κατά 11, 00 ευρώ".
Ακολούθως, με το άρθ.2 της ΔΑ 9/2005, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 4-5-2005 με την ΥΑ 11869/2005 (ΦΕΚ Β' 794) το επίδομα ζεύξης ή απόζευξης ρυμουλκών οχημάτων του ως άνω όρου Β6 του άρθ.5 της παραπάνω ΔΑ 20/2004 αυξήθηκε από 1-1-2005 στο ποσό των 15€ μηνιαίως. Η ρύθμιση αυτή διατηρήθηκε με το άρθ.7 της ΔΑ 14/2006 (που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 16-6-2006 με την ΥΑ 11981, ΦΕΚ Β' 1079), ενώ με την από 11-4-2007 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κλπ.
αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας, το ως άνω επίδομα καθορίσθηκε από 1-1-2007 σε 15, 44 και από 1-9-2007 σε 15, 90€ τον μήνα, τέλος δε με το άρθ.3§1 της ΔΑ 15/2008 (που κηρύχθηκε υποχρεωτική από19-6-2008 με την ΥΑ 51877/2442/2008, ΦΕΚ Β'1448) ορίσθηκε ο τρόπος υπολογισμού της αύξησης των οριζομένων με προηγούμενες ρυθμίσεις, και διατηρουμένων επιδομάτων γενικά, μεταξύ των οποίων και το ως άνω επίδομα.
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι προϋπόθεση για την χορήγηση του επιδόματος αυτού είναι η εκ μέρους του οδηγού πραγματοποίηση καθημερινά ζεύξεων και αποζεύξεων διαφόρων τύπων οχημάτων που ανήκουν στον ίδιο εργοδότη και μάλιστα κατόπιν εντολής αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο και όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του κατά τον καθορισμό των αποδοχών του ενάγοντος για τον προσδιορισμό των οφειλομένων σ' αυτόν διαφορών αποδοχών και λοιπών παροχών από οποιαδήποτε αιτία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συνυπολόγισε και το ως άνω επίδομα, χωρίς να δεχθεί παράλληλα και ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε καθημερινά ζεύξεις και αποζεύξεις οχημάτων και δη κατ' εντολή της εργοδότριάς του εναγομένης εταιρείας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, με έλλειψη σχετικών αιτιολογιών, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη της ΔΑ 20/2004 και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο 2ος λόγος αναίρεσης αληθώς μόνο από τον αριθ. 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ενώ δεν τίθεται, σε κάθε περίπτωση, θέμα εσφαλμένης αναδρομικής εφαρμογής από 1-1-2004 της συναφούς διάταξης της ως άνω ΔΑ και έλλειψης αιτιολογίας ως προς την χορήγηση έκτοτε του επιδόματος αυτού, αφού, ανεξάρτητα από την εσφαλμένη θεμελίωση της χορήγησής του, αυτό δεν θεσπίσθηκε, κατά τα προδιαληφθέντα, για πρώτη φορά με την ΔΑ 20/2004, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.
ΙΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά το άρθ.361 ΑΚ "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", ενώ από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.656 εδ. β', 341 εδ. α', 345, 342 ΑΚ προκύπτει, ότι ο μισθός, στον οποίο, σημειώνεται, περιλαμβάνεται και η αμοιβή για την υπερεργασία, τη νόμιμη υπερωριακή εργασία και την εργασία σε αργίες, εφόσον υπολογίζεται κατά μήνα και δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, καταβάλλεται στο τέλος κάθε μήνα, μετά την πάροδο του οποίου, που αποτελεί δήλη ημέρα, ο εργοδότης ως οφειλέτης περιέρχεται σε υπερημερία, οφείλοντας έκτοτε τόκους (ειδικότερα, για τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και αποδοχές και επιδόματα αδείας ως δήλη ημέρα, με την πάροδο της οποίας επέρχονται τα ως άνω αποτελέσματα, τάσσονται, σύμφωνα με τα άρθ.10 της ΥΑ 19040/1981, 4§1 α.ν.539/1945, ν.4504/1961, 1§3 ν.δ.4547/1966, η 31/12, η 30/4 η τελευταία ημέρα του οικείου έτους αντίστοιχα, ΑΠ 791/2011), δεν καθίσταται, όμως, υπερήμερος, αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, τούτο δε συμβαίνει και όταν υπάρχει δικαιολογημένη αμφιβολία ή ανυπαίτια πλάνη για την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους (ΑΠ 516/2010).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του αριθ. 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93§1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνας δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2234/2013, 1361/2013) (Β) Κατά το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι προταθέντων, ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς και παραδεκτά προτεινόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 460/2013, 1485/2012), με την έννοια δε αυτήν "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΑΠ 2234, 460/2013) όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 120, 117/2013), αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή (ΑΠ 2234/2013, 698/2010).
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 460/2013). Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ.10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμιά απόδειξη, δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του (ΑΠ 881/2011).
Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 193/2012). Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 156/2012, 739/2011).
Ειδικότερα, ως προς το αποδεικτικό μέσο της εξώδικης ομολογίας, όπως είναι αυτή που απευθύνεται σε άλλο δικαστήριο απ' αυτό που δικάζει ή περιέχεται σε έγγραφο που εκδίδεται από διάδικο και εκτιμάται ελεύθερα (άρθ.352§2 και 353 ΚΠολΔ), η συναγωγή ή μη από το δικαστήριο της ουσίας εξώδικης ομολογίας από έγγραφο που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ.561§1 ΚΠολΔ), αν από την προσβαλλόμενη απόφαση συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά τον λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1462/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται και από όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους" αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη οφείλει, όπως προαναφέρθηκε, στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα τα ποσά (1) των (α) 7.284, 11€ ως διαφορές αποδοχών, επιδομάτων κλπ. (β) 385, 26€ για εργασία κατά τις αργίες, τα οποία υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σ' αυτόν με το νόμιμο τόκο από επομένη της ημέρας που ήταν απαιτητό κάθε επιμέρους κονδύλιο (γ) 1.080, 6€ για εργασία κατά τα Σάββατα, το οποίο υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σ' αυτόν με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και (2) των 28.134, 25€, για υπέρβαση του 8ώρου ημερησίου ωραρίου εργασίας, το οποίο αναγνώρισε ότι υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα του αντιστοίχου μήνα ως προς το κάθε επιμέρους ποσό, καθώς και ότι (δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο) δεν αποδείχθηκε "ότι η εναγομένη είχε εύλογη αμφιβολία ως προς το υποστατό και το ύψος των παραπάνω αγωγικών απαιτήσεων", με βάση δε την παραδοχή αυτή απέρριψε τον σχετικό από το άρθ.342 ΑΚ ισχυρισμό που η εναγομένη επανέφερε ενώπιον αυτού με τον 7ο λόγο της έφεσής της.
Σε σχέση με την κρίση αυτή του Εφετείου και ειδικότερα την επιδίκαση στον ενάγοντα, καταψηφιστικά ή αναγνωριστικά, των ως άνω ποσών με το νόμιμο τόκο από δήλη ημέρα, η αναιρεσείουσα με τον 7ο λόγο της κρινόμενης αίτησης εκθέτει ότι με τον 7ο λόγο της έφεσής της επανέφερε ενώπιον του Εφετείου την προβληθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και εσφαλμένα-κατ' αυτήν-απορριφθείσα ένστασή της από το άρθ.342 ΑΚ περί μη περιέλευσής της σε υπερημερία ως προς την καταβολή των ως άνω ποσών, σύμφωνα με την οποία (α) ο ενάγων παραβίασε τους με αριθ.8, 9 και 18 όρους της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας ως προς τα κονδύλια της υπέρβασης του ημερήσιου και εβδομαδιαίου χρονικού ορίου της εργασίας του, σύμφωνα με τους οποίους ο ενάγων όφειλε μέσα σε προθεσμία 5 ημερών από την επιστροφή του από κάθε ταξίδι να υποβάλλει σ' αυτήν αίτηση για την καταβολή αμοιβής για την υπέρβαση του συμφωνημένου ημερήσιου ή εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας του, με τα σχετικά δικαιολογητικά που θα αποδείκνυαν την υπέρβαση και τους λόγους αυτής, τέτοια, όμως, αίτηση, υπόμνημα ή όχληση για πληρωμή των ενδίκων απαιτήσεων ουδέποτε υπέβαλε ο ενάγων, ούτε και διαμαρτυρήθηκε, έστω και προφορικά, για τις αιτίες αυτές, η παραβίαση δε αυτή της ως άνω συμβατικής υποχρέωσής του αποτελεί γεγονός που αποκλείει την υπερημερία της εναγομένης από την κάθε αντίστοιχη δήλη ημέρα (β) η έλλειψη ευθύνης της εναγομένης για την αιτία αυτή προκύπτει και από το γεγονός ότι ο ενάγων υπέγραψε όλες τις μηνιαίες αποδείξεις μισθοδοσίας του, στις οποίες, εκτός από τον αναλογούντα μισθό, υπήρχαν και στήλες για "υπερωρίες, υπερεργασία, νυχτερινά κλπ", καθώς και ειδική επισήμανση και πρόσκληση προς αυτόν να ελέγξει τα δεδομένα των αναγραφομένων ποσών και της αιτίας τους και σε περίπτωση αντίρρησης ή διαπίστωσης τυχόν λάθους να της υποβάλει εγγράφως τις αντιρρήσεις του μέσα σε προθεσμία 2 μηνών, αυτός, όμως, ουδέποτε διατύπωσε οποιαδήποτε επιφύλαξη ή αντίρρηση ως προς το περιεχόμενο των δεδομένων των μισθοδοτικών αποδείξεων για υπερεργασία, υπερωρίες και εργασία κατά τα Σάββατα, Κυριακές και αργίες, με βάση δε αυτά προβάλλει τις αιτιάσεις : (1) Με το με αριθ.1 σκέλος του ερευνωμένου εδώ λόγου από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ και κατ' εκτίμηση αυτού, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθ.342 και 361 ΑΚ επιδικάζοντας τόκους υπερημερίας από δήλης ημέρας, καθόσον δεν τηρήθηκε αλλά παραβιάσθηκε η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ως προς την διαδικασία απόδειξης των ενδίκων απαιτήσεων του ενάγοντος και την εκ μέρους αυτού υποβολή αντιρρήσεων σε περίπτωση διαπίστωσης λάθους κλπ.
στις μηνιαίες μισθοδοτικές αποδείξεις. Κατά το σκέλος αυτό ο ως άνω λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αλλά και ως άνευ αντικειμένου, αφού, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ο ισχυρισμός για την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων της, βάση της παραπάνω ένστασης αποτελούσης, ως άνω συμφωνίας περί του τρόπου διαπίστωσης υπέρβασης των χρονικών ορίων εργασίας κλπ.
του ενάγοντος, κρίθηκε ως απαραδέκτως προταθείς (και ως εκ τούτου ως ορθώς , η ληφθείς υπόψη από το Εφετείο) (2) Με το με αριθ.2 σκέλος του λόγου αυτού, και κατά το α' μέρος του από τον αριθ.10 του ως άνω άρθρου, ότι με την προσβαλλομένη απόφαση απερρίφθη η προαναφερομένη ένσταση "χωρίς να επικαλείται οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, στο οποίο να έχει στηρίξει την κρίση της αυτή".
Κατά τούτο ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την διαλαμβανομένη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση βεβαίωση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του (και) για το ζήτημα αυτό (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) με βάση τα ως άνω αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του. Με το β' μέρος του ίδιου σκέλους του αυτού λόγου από τον αριθ.19 του αυτού άρθ.559 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλομένη απόφαση, μη αναφέρουσα ότι τα χορηγούμενα στον ενάγοντα σημειώματα ανέγραφαν μόνο τον υπό στενή έννοια μισθό του και όχι τις πάσης φύσεως αποδοχές του, ενόψει και του ισχυρισμού της εναγομένης ότι αυτά περιείχαν και αναλυτικές στήλες για τις ενδεχόμενες προσαυξήσεις του μισθού του για υπερωρίες κλπ., δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες για το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα.
Κατά τούτο ο εδώ ερευνώμενος λόγος, παρά την ασάφεια του μέρους αυτού, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στην πραγματικότητα πλήττει την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την αιτιολόγηση του σαφώς διατυπωθέντος αποδεικτικού πορίσματος ως προς την ως άνω ένσταση (3) Με το με αριθ.3 σκέλος του ίδιου λόγου και κατά το α' μέρος του από τον αριθ.8 της ίδιας διάταξης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αποτελούντα "πράγμα" ισχυρισμό της αναιρεσείουσας εναγομένης περί παραβίασης από τον ενάγοντα αναιρεσίβλητο της προαναφερθείσας συμβατικής υποχρέωσής του να υποβάλει τα σχετικά δικαιολογητικά, μέσα στην πιο πάνω προθεσμία από την επιστροφή του από κάθε ταξίδι, που θα αποδείκνυαν την υπέρβαση του ωραρίου εργασίας του.
Κατά τούτο ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, το μεν διότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί μέρος της ως άνω ένστασης της αναιρεσείουσας από το άρθ.342 ΑΚ, η οποία, σύμφωνα και με όσα στο αναιρετήριο αναφέρονται, αλλά και στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται, απορρίφθηκε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμη, το δε διότι, κατά τα προαναφερθέτα, κρίθηκε απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Με το β' μέρος του ως άνω σκέλους του ίδιου λόγου από την διάταξη του αριθ.11 περ.γ' του αυτού άρθρου (αποδίδεται), ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη σε σχέση με τον ως άνω ισχυρισμό (ένσταση) του ενάγοντος τα νόμιμα με επίκληση προσκομισθέντα ενώπιον αυτού αποδεικτικά μέσα, δηλ. την από 13-2-2003 έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, όπου περιέχονται οι προαναφερθέντες όροι για την διαπίστωση της εργασίας του ενάγοντος καθ' υπέρβαση του ωραρίου του, και τις αποδείξεις μισθοδοσίας του, καθώς και τις περιεχόμενες σ' αυτές (εξώδικες) ομολογίες του ενάγοντος για το παραπάνω ζήτημα, ως εκ της μη διατύπωσης εκ μέρους του αντίρρησης, επιφύλαξης ή διαμαρτυρίας σχετικά με το πιο πάνω θέμα.
Κατά τούτο, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, το μεν διότι η από 13-2-2003 σύμβαση αφορά απόδειξη απαραδέκτου ισχυρισμού, το δε διότι σε κάθε περίπτωση από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα, και δη την από 13-2-2003 σύμβαση, την οποία ειδικά μνημονεύει, και τις αποδείξεις μισθοδοσίας του ενάγοντος, στις οποίες φέρεται ότι υπάρχει ομολογία του.
ΙV. Σύμφωνα με το άρθ.4 ν.2112/1920 υπάλληλος, ο οποίος προτίθεται να λύσει την υπαλληλική σύμβαση, οφείλει να την καταγγείλει πριν από χρόνο ίσο προς το μισό του χρόνου που ορίζεται στο άρθ.1 για τον εργοδότη, ο χρόνος δε αυτός σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες, ούτε η αποζημίωση, που οφείλεται στον εργοδότη σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης προς καταγγελία, το ποσό που ορίζεται στο άρθ.3 και αντιστοιχεί σε τρείς μήνες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, κρίνοντας και επί της ανταγωγής της αναιρεσείουσας, με την οποία είχε ζητήσει να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει σ' αυτήν, εκτός των άλλων, και το ποσό των 1.616, 41€ ως αποζημίωση, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, λόγω της οικειοθελούς αποχώρησής του την 27-10-2008 από την εργασία του χωρίς προειδοποίηση προς αυτήν, δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αποχώρησε από την εργασία δίχως καμία προειδοποίηση προς την εναγομένη λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι αν αυτή είχε τέτοια απαίτηση θα πρότεινε τον καταλογισμό της στα ποσά που έλαβε ο ενάγων κατά την αποχώρησή του", κατ' ακολουθίαν δε αυτών απέρριψε τον συναφή 8ο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοδικείου, με την οποία είχε απορριφθεί η ανταγωγή της κατά το σκέλος τούτο.
Σχετικά με την κρίση αυτή του Εφετείου, η αναιρεσείουσα με τον 8ο (και τελευταίο) λόγο της κρινόμενης αίτησης προσάπτει τις αναιρετικές πλημμέλειες: (1) Με το με αριθ.1 σκέλος του λόγου αυτού από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων την είχε προειδοποιήσει για την αποχώρησή του, ούτε οι συνθήκες της προειδοποίησης αυτής.
Κατά το σκέλος του αυτό ο ερευνώμενος λόγος πρέπει ν' απορριφθεί, διότι το Εφετείο δέχθηκε ρητά ότι δεν αποδείχθηκε η χωρίς προειδοποίηση της εναγομένης εκ μέρους του ενάγοντος αποχώρηση αυτού από την εργασία, διατυπώνοντας σαφές αποδεικτικό πόρισμα, δεν συνιστά δε, όπως προαναφέρθηκε, έλλειψη αιτιολογιών η μη αιτιολόγηση του πορίσματος αυτού. (2) Με το με αριθ.2 σκέλος του ίδιου λόγου από τον αριθ.8 της ίδιας διάταξης, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη μη προταθέντα "πράγματα", ειδικότερα δε, ενώ ο ενάγων σε σχέση με την ανταγωγή της είχε ισχυρισθεί μόνο ότι "υπήρξε αντισυμφωνία" μεταξύ των διαδίκων να λύσουν την επίδικη σύμβαση εργασίας, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων αποχώρησε από την εργασία του με προειδοποίηση, και τούτο διότι-όπως προαναφέρθηκε δέχθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αποχώρησε από την εργασία του δίχως καμία προειδοποίηση προς την εναγομένη".
Κατά το σκέλος τούτο ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη "πράγματα", με την προδιαληφθείσα έννοια, μη προταθέντα, αλλά έκρινε ανελέγκτως, ότι δεν αποδείχθηκε η αποτελούσα βάση της ανταγωγής χωρίς προειδοποίηση αποχώρηση του ενάγοντος.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει (α) να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της (β) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, ως προς το οποίο χρειάζεται διευκρινίσεις (και δη υπολογισμό των πράγματι οφειλομένων στον ενάγοντα ποσών), προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο0 που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθ.580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή τελικά ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθ.65§1 ν.4139/2013) και (γ) να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, (ΚΠολΔ 183, 178 παρ. 1 εδ. 1) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6726/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενοι στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ