Legislator Case Law & Legislation
446/2012 AI generated

446/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 446/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 446 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2012

Legislator headnote

AI generated

446/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 446 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2012

Keywords

AI generated
demolition costs insufficient road access breach of construction contract withdrawal from accident insurance removal despite hardship renovation costs
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 446 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΟΛΥΔΟΜΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στον Δήμο Κυδωνίας του Νομού Χανίων και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από τον Πρόεδρο και Διευθύνων Σύμβουλο της Σ. Δ., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωλέττη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Τ. ΑΕΞΤΕ" που εδρεύει στα Μυσσίρια Ρεθύμνου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Αργυρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκε η 89/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2010 αίτησή της και με τους από 28-12-2011 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 27-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους καθένας δε την καταδίκη της αντίδικου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τα άρθρα 298, 330, 681, 688 και 690 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με τη σύμβαση έργου μεταξύ εργολάβου και κυρίου του έργου, ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε κύριος του έργου (εργοδότης) να του καταβάλει την εργολαβική αμοιβή. . Σε περίπτωση δε που μετά την εκτέλεση του έργου τούτο από υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) του εργολάβου έχει πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη των ιδιοτήτων που είχαν συμφωνηθεί, γεννιέται για τον κύριο του έργου (εργοδότη) κατά του εργολάβου απαίτηση αποζημιώσεως κάθε ζημίας, που προέρχεται εξ αιτίας του ελαττώματος ή της έλλειψης της συμφωνηθείσης ιδιότητας. Την υπαιτιότητα δεν υποχρεούται να αποδείξει ο ενάγων εργοδότης αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του προς απαλλαγή του. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 692 ΑΚ μετά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη ο εργολάβος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για τις ελλείψεις του, εκτός αν αυτές δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση όταν έγινε η παραλαβή του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η έγκριση προϋποθέτει πραγματική παράδοση του έργου μπορεί δε να είναι ρητή, με την έννοια ότι ο εργοδότης δήλωσε ότι το έργο εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης που κατάρτισε με τον εργολάβο, ή σιωπηρή που μπορεί να συναχθεί από την ανεπιφύλακτη ή χωρίς διαμαρτυρία παραλαβή του έργου από τον εργοδότη. Ως κανονική εξέταση νοείται εκείνη που γίνεται είτε από τον ίδιο τον εργοδότη (ή τον αντιπρόσωπό του ή τρίτον ορισθέντα από τον εργοδότη) είτε από ειδικό που έχει τις αναγκαίες για το εκτελεσθέν έργο γνώσεις, όταν, ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, εκτιμώμενες κατά την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, πρόκειται για ελλείψεις που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από οποιονδήποτε. Παρά την έγκριση του εργοδότη ο εργολάβος ευθύνεται για τις ελλείψεις του έργου, αν αυτές δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν με την παραπάνω εξέταση αυτού κατά την παραλαβή του και μάλιστα είτε έγινε η "κανονική" εξέταση είτε όχι.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) την 28-11-2005 ανέθεσε στην εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία είναι κατασκευαστική εταιρεία, έναντι αμοιβής, να προβεί στην κατασκευή των κτιρίων, της δεξαμενής ασβεστοπολτού, της βάσης αναμικτήρα ασβεστοπολτού και της ράμπας φόρτωσης σιλό ασβεστόπετρας, καθώς και στην διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, των εγκαταστάσεων αυτής στην θέση "Κυπαρισσέ" Μυσσιρίων Ρεθύμνης, αντί συνολικής καθαρής αμοιβής ύψους 140.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Ειδικότερα, ως προς την διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου του έργου εκτάσεως 20.000 τ.μ., συμφωνήθηκε η διαμόρφωση, η επίχωση, το στρώσιμο με υλικό 3Α (που αποτελείται από 3 αδρανή υλικά ήτοι πρόσπασμα, χαλίκι και γαρμπίλι) και η συμπίεσή του ώστε να είναι έτοιμο για τη τοποθέτηση ασφαλτοτάπητα. H έναρξη του έργου συμφωνήθηκε να γίνει μετά πάροδο 15 ημερών από την 28-11-2005 και ως χρόνος κατασκευής αυτού συμφωνήθηκε να είναι 120 εργάσιμες ημέρες. Το έργο παραδόθηκε αποπερατωμένο στην ενάγουσα την 13-10-2006. Λίγες ημέρες μετά την παράδοση του έργου, περί τα τέλη του Οκτωβρίου 2006, μετά από έντονη βροχόπτωση εμφανίστηκαν στον περιβάλλοντα χώρο του έργου σοβαρά ελαττώματα. Ειδικότερα υποχώρησε το έδαφος και υπέστη καθίζηση, η οποία πλησίον του εργοστασίου του ασβέστη είχε βάθος τουλάχιστον 30 εκατοστά. Τα ελαττώματα αυτά οφείλονται σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1199/29-4-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολικού μηχανικού Θ. Ν. και το με αριθμ. πρωτ. 3671/6-11-2006 έγγραφο του τμήματος εργαστηρίου δημοσίων έργων της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Κρήτης, στις παρακάτω παραλείψεις: 1) ο βαθμός συμπύκνωσης της οδοστρωσίας (υπόβασης και βάσης) και της στρώσης έδρασης αυτής (υπέδαφος) είναι χαμηλότερος του απαιτούμενου, δηλαδή είναι από 87% έως 93 %, ενώ έπρεπε να είναι 95% 2) το συνολικό πάχος της οδοστρωσίας (υπόβαση και βάση) είναι πολύ μικρό, σε ορισμένα δε σημεία το πάχος στρώσης των αδρανών υλικών είναι τόσο μικρό, ώστε δεν ήταν δυνατόν να ληφθεί δείγμα για τις εργαστηριακές δοκιμές, 3) υπάρχει μόνο μία στρώση αδρανών υλικών, αντί μίας στρώσης υπόβασης και μίας στρώσης βάσης, 4) χρησιμοποιήθηκαν για μπαζώματα περιμετρικά του εργοστασίου ασβέστη, τα προϊόντα εκσκαφής από κακής ποιότητας έδαφος, αντί για υλικό κατάλληλης κοκομετρικής διαβάθμισης. Οι παραπάνω ελλείψεις του έργου, λόγω της φύσης τους, δεν μπορούσαν παρά να διαγνωσθούν βραδύτερα από την παραλαβή του έργου και συνεπώς ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της ενέκρινε το έργο και συνεπώς δεν φέρει ευθύνη για τις ελλείψεις αυτές πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης, o ισχυρισμός της εναγομένης, ότι κατά την εκτέλεση του έργου ακολουθούσε τις εντολές του αρμόδιου μηχανικού καθώς και του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και συνεπώς δεν έχει υπαιτιότητα για τα παραπάνω ελαττώματα δεν είναι βάσιμος, αφού δεν επιβεβαιώνεται από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, πλην της ένορκης βεβαίωσης του T. K. του Κ., του οποίου όμως η κατάθεση δεν είναι αξιόπιστη, δεδομένου ότι είναι υπάλληλος της εναγομένης. Για την αποκατάσταση των παραπάνω ελαττωμάτων του έργου η ενάγουσα δαπάνησε α) για την αποκατάσταση του εδάφους και υπεδάφους του περιβάλλοντα χώρου των εγκαταστάσεών της σε έκταση 5.258 τ.μ., για εργασίες εκσκαφής και κατασκευής σκάφης εις περιβάλλοντα χώρο για εργασίες τσάπας, 2.475 € για εργασίες φορτωτή 2.000 €, για εργασίες κρέιντερ 2.145 €, για εργασίες δονητή 1.440 € για μεταφορά υλικών με φορτηγά 1.440, ενώ για Εργασίες Οδοστρωσίας σε επιφάνεια 5.258 μ2 δαπάνησε για υπόβαση Μεταβλητού Πάχους 15 εκατοστών 17.351,40 € για βάση πάχους 10 εκατοστών 12.619,20 €, για επί πλέον ποσότητα υλικού 3Α λόγω εξυγιάνσεων 14.146 € και συνολικά για τις παραπάνω αιτίες δαπάνησε 53.616,60 € πλέον Φ.Π.A. 19% από 10.187,15 € ήτοι 63.803,75 ευρώ, β) για αγορά σκυροδέματος για τη στήριξη του βυθιζόμενου περιβάλλοντος χώρου και των δοκών εκατέρωθεν των δεξαμενών ασβέστη δαπάνησε 2.945,26 ευρώ, γ) για "εργασίες στήριξης με οπλισμένο σκυρόδεμα του εργοστασίου ασβέστη", το ποσό των 5.950 ευρώ. δ) για δαπάνη ελέγχου του εργαστηρίου Δημοσίων έργων και αμοιβή του πραγματογνώμονα τα ποσά των 292,53 € και 607,53 ευρώ, αντίστοιχα. Επίσης θα χρειαστεί να δαπανήσει για αποξήλωση της υπάρχουσας ελαττωματικής υποδομής και την τοποθέτηση, υπόβασης μεταβλητού πάχους 15 εκατοστών και βάσης 3Α πάχους 10 εκατοστών και εξυγιάνσεως εδάφους και υπεδάφους με επιπλέον ποσότητα 3Α σε έκταση 10.000 τ.μ., το ποσό των 101.150 ευρώ. Επομένως η συνολική ζημία την οποία υπέστη η ενάγουσα ανέρχεται στο συνολικό ποσόν των (63.803,75 € +2.945,26 € + 5.950 € + 292,53 € + 607,53 € + 101.150 €) 174.749,07 €". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) το χρηματικό ποσό των 174.749,07 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 690, 691και 692 Α.Κ. που εφάρμοσε ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους ενώ παράλληλα δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους χωρίς ν'απαιτούνται προς τούτο και άλλες. Ειδικότερα με βάση αυτά που δέχθηκε το Εφετείο σύμφωνα με τα οποία κατά ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου της απόφασης το έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε η εναγομένη στην ενάγουσα στα πλαίσια της μεταξύ τους συναφθείσας συμβάσεως είχε τα ως άνω ελαττώματα από υπαιτιότητα της εναγομένης τα οποία λόγω της ως άνω φύσης αυτών δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν κατά την παραλαβή με κανονική εξέταση του έργου παρά μόνο βραδύτερα καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά την εκτέλεση του έργου η εναγομένη ακολουθούσε τις εντολές του αρμόδιου μηχανικού και του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και συνεπώς δεν έχει υπαιτιότητα για τα ελαττώματα, καταφάσκεται η ευθύνη της εναγομένης προς αποζημίωση της ενάγουσας και αποκρούεται η απαλλαγή από την ευθύνη αυτή λόγω έλλειψης υπαιτιότητας και έγκρισης του έργου. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρώτος πρόσθετος κατά το σχετικό του μέρος και ο τρίτος πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο έβδομος πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι η έλλειψη αιτιολογίας αφορά την αξιολόγηση από το Δικαστήριο των αποδείξεων και ειδικότερα της ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Τ. K. που όπως εκτίθεται και στην μείζονα σκέψη δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ.ΑΠ 44/1990). Κατ' ακολουθίαν ο έκτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης η απόφαση κατά το μέρος που έκρινε απορριπτέα την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος είναι απαράδεκτος διότι η ένσταση αυτή απορρίφθηκε όπως προκύπτει από την απόφαση ως μη νόμιμη. Η νομική αοριστία στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ανακοπής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος. Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την ανακοπή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης. Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι αναφέρεται σ' αυτή όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την από 28-11-2005 συμφωνία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανέθεσε στην αντισυμβαλλόμενή της εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα έναντι αμοιβής μεταξύ άλλων και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ "την διαμόρφωση, επίχωση, στρώσιμο 3Α, συμπίεση έτοιμο προς τάπητα" του χώρου των εγκαταστάσεών της εμβαδού 20.000 τ.μ.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του καθώς και ο συναφής όγδοος πρόσθετος κατ' εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους προβάλλεται ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή για το λόγο ότι δεν αναφέρεται σ' αυτή η συμφωνία εκτέλεσης του έργου είναι αβάσιμοι. Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος θεμελιώνεται όταν το Εφετείο από σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταφανώς διάφορο του αληθινού. Όχι δε και όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως, καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, οπότε πρόκειται ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. Ι ΚΠολΔ) .Εξάλλου για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός απαιτείται το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου να στηρίζεται στο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο παραμορφώνεται ή κυρίως σ' αυτό (Ολ.Α.Π. 1/1999). Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 13-10-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού δήλωσης που προσκόμισε και επικαλέστηκε η εναγόμενη είναι απαράδεκτος διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης το Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό το οποίο απλώς συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Περαιτέρω ως αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη νοείται, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., όχι οποιαδήποτε αίτηση υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά την διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Εξετέρου κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τον οποίο επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής ή η αναβολή της απάντησης σ' αυτήν, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Δηλαδή, για να κριθεί ότι επιδέχεται δικαστική εκτίμηση, πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα προς εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή και συνακόλουθα δικαστική εκτίμηση της αγωγής. Αν τα γεγονότα, που αποτελούν την ιστορική βάση της υπό δικονομική έννοια ένστασης, είτε συνιστούν το "πραγματικό" ουσιαστικού είτε το "πραγματικό" δικονομικού κανόνα, δεν εκτίθενται με πληρότητα, η ένσταση είναι αόριστη. Εξάλλου, επί αγωγής αποζημιώσεως, που βάση έχει το πταίσμα του εναγομένου, ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της ζημίας του τυγχάνει ο ενάγων, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός του ίδιου, ότι στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και ίδιο πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ, καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, ο οποίος (ισχυρισμός) δεν μπορεί να θεωρηθεί περιεχόμενος στον πρώτο περί αποκλειστικής υπαιτιότητας και για το λόγο αυτόν πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που τον συνιστούν, όπως τούτο επιβάλλεται από το πιο πάνω άρθρο 262 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 423/85). Κατ' ακολουθίαν: 1) ο έκτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος κατ' εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. όχι δε και από τον αριθ. 9 που αναφέρεται στο αναιρετήριο, υπό την αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος είναι αβάσιμος διότι από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε ως μη νόμιμη, 2) ο τέταρτος πρόσθετος λόγος κατά το σχετικό του μέρος κατ' εκτίμηση μόνο από τον ίδιο αριθμό (8) όχι δε και από τον αριθ. 9 που αναφέρεται στο αναιρετήριο υπό την αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος είναι αβάσιμος διότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε από την εναγομένη, ούτε δε και θεωρείται ότι περιέχεται στον διαλαμβανόμενο στις προτάσεις που κατέθεσε η εναγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμό, ότι η ενάγουσα φέρει ακέραια την ευθύνη συνεπεία της αναφερόμενης στις προτάσεις αυτές, ενέργειάς της 3) ο πέμπτος πρόσθετος λόγος κατά το σχετικό του μέρος κατ' εκτίμηση μόνο από τον ίδιο αριθμό (8) όχι δε και από τον αριθ. 9 που αναφέρεται στο αναιρετήριο και ο όγδοος κατά το σχετικό του μέρος κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 8 και όχι 9 που αναφέρεται στο αναιρετήριο είναι αβάσιμοι διότι οι φερόμενοι δια των λόγων τούτων ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί οι μεν αναγόμενοι στην έλλειψη ευθύνης από ελαττώματα, λόγω έλλειψης υπαιτιότητας της εναγομένης, των προς αυτή οδηγιών εκ μέρους των εκπροσώπων της εργοδότριας κατά την εκτέλεση του έργου και της έγκρισης τούτου από την ενάγουσα όπως προκύπτει από την απόφαση λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, οι δε λοιποί συνιστούν αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς οι οποίοι και αποκρούστηκαν εκ του πράγματος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στη προκειμένη περίπτωση αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, την υπ. αριθ. 26/29-1-2010 ένορκη βεβαίωση που δόθηκε στον Ειρηνοδίκη Χανίων και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό πρώτο μέρος του κατ' εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όχι δε και από τους αριθ. 8 και 11 που αναφέρονται στο αναιρετήριο καθώς και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος κατ'εκτίμηση από τον ίδιο αριθμό με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά ο πρώτος λόγος της αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος του) είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. (άρθρο 561παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν οι πρώτος και πέμπτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος τους από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα (εκτός από εκείνα που ρητά αναφέρονται σ'αυτή) που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το από 13-10-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό δήλωση καθώς και το από 1- 12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκόμισε και επικαλέστηκε η εναγομένη. Ο λόγος από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου ιδρύεται στη περίπτωση που η προσκόμιση και επίκληση τούτου είναι νόμιμη και παραδεκτή. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. κατ' εκτίμηση 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι του 8 που αναφέρεται στην αναίρεση με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη οι φωτογραφίες που προσκόμισε η εναγομένη αναιρεσείουσα είναι αβάσιμος διότι οι φωτογραφίες αυτές όπως αναφέρεται στην απόφαση προσκομίσθηκαν (απαράδεκτα) στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και όχι σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ. 1 στοιχ.β' Κ.Πολ.Δ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκτίμησε ελεύθερα τη κατάθεση (ένορκη βεβαίωση) του μάρτυρα της αναιρεσείουσας T. K. μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα την οποία αξιολόγησε, όπως είχε δικαίωμα ως μη αξιόπιστη, και δεν προσέδωσε σ' αυτή αποδεικτική δύναμη μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά ο τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. (άρθρο 561παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).

Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τους αριθ. 1 και 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών προσβάλλεται η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (αμφισβητείται η ορθότητα της κρίσεως του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ελλείψεως υπαιτιότητας για τα ελαττώματα) που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 είναι αόριστος διότι δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την από τον αριθμό αυτό πλημμέλεια. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Δεκεμβρίου 2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Πολυδομή Ανώνυμη Κατασκευαστική και Τουριστική Εταιρία" για αναίρεση της υπ' αριθ. 89/ΠΤ.131/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης και τους από 28-12-2011 πρόσθετους λόγους.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ