Legislator Case Law & Legislation
446/2011 AI generated

446/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 446/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 446 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2011

Legislator headnote

AI generated

446/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 446 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2011

Keywords

AI generated
rights of buyer owner's pre-emption right contractual stipulations contractual right rights of ownership definitive clearance of opposition
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 446 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. θυγ. Π. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Δήμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 281/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-9-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 22-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού του είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η δικαιοπάροχος της εναγούσης και ήδη αναιρεσείουσας - Α. Π., μητέρα της είχε στην αποκλειστική κυριότητά της ένα ακίνητο και ειδικότερα μία ανώγεια ερειπωμένη οικία μετά του συνεχόμενου οικοπέδου της, που βρίσκεται στην κωμόπολη ..., της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας και νυν Δήμου ..., συνολικής επιφάνειας του όλου οικοπέδου 380 τ.μ. Το έτος 1980 η πιο πάνω δικαιοπάροχος με το από 2-12-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό επώλησε τμήμα του όλου ακινήτου, εκτάσεως 75 τ.μ. οριζόμενο γύρωθεν με υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας, με ιδιοκτησία του εναγομένου και ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Τ., αντί τιμήματος 100.000 δρχ., στον εναγόμενο - και ήδη αναιρεσίβλητο - ο οποίος και κατέβαλε το άνω τίμημα. Συγχρόνως η πιο πάνω δικαιοπάροχος παρέδωσε στον εναγόμενο τη νομή του επιδίκου ακινήτου. Από το πιο πάνω χρονικό διάστημα ο εναγόμενος άσκησε στο επίδικο τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής με διάνοια κυρίου. Ειδικότερα επιτηρούσε αυτό, το καλλιεργούσε φυτεύοντας σ' αυτό διάφορα καλλωπιστικά φυτά και δένδρα και συλλέγοντας τους καρπούς αυτών. Την 9-9-1981 κοινοποίησε πρόσκληση-διαμαρτυρία στην ενάγουσα, με την οποία την καλούσε να αποκαταστήσει τη ζημία που προκάλεσε ο μανδρότοιχος της οικίας της στο επίδικο. Στις 13-4-1995 καταθέτοντας ως μάρτυς υπερασπίσεως των κατηγορουμένων Α. Π., Προέδρου Κοινότητος και Γ. Π., ιδιοκτήτη εκσκαπτικού μηχανήματος, οι οποίοι κατηγορούνται για τις πράξεις της αυτοδικίας και της απειλής ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ... κατέθεσε ότι "το ακίνητο που ανοίχθηκε ο δρόμος, το αγόρασε από τη μητέρα της ενάγουσας". Ο ίδιος δε έδωσε την άδεια στον Πρόεδρο να ανοίξει το δρόμο. Τα παραπάνω εκτεθέντα προκύπτουν τόσο από τη σαφή έκθεση του μάρτυρα του εναγομένου, όσο κυρίως από 1) το από 2-2-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό και κυρίως από την από 8-9-1986 απόδειξη εξοφλήσεως συμφωνίας που υπέγραψε η ενάγουσα. Σύμφωνα με αυτήν η ενάγουσα παραδέχεται ότι εναγόμενος αγόρασε το επίδικο από την μητέρα της. Εξ άλλου το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό συνοδευόταν και από το με ίδια ημερομηνία τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Δ.α, γεγονός που υποδηλώνει την πρόθεση της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στον εναγόμενο. Το έτος 1981 η άνω δικαιοπάροχος μεταβίβασε με το υπ' αριθμ. 3343/27-7-1981 συμβόλαιο δωρεάς ολόκληρο το ακίνητο στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο. Όμως το τελευταίο βρισκόταν ήδη στη νομή του εναγομένου, ο οποίος ποτέ δεν την απώλεσε μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ως εκ τούτου ο εναγόμενος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.........". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, αφού ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συμπλήρωσης εικοσαετίας στη νομή του επιδίκου ακινήτου από τον εναγόμενο δέχθηκε ότι αυτή άρχισε στις 2-12-1980 και συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της από 2-2-2002 ένδικης αγωγής και με απλό μαθηματικό προσδιορισμό προκύπτει σαφώς η συμπλήρωση του χρόνου της κτητικής παραγραφής των 20 ετών. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, μέρος πρώτο και δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης, μέρος τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο τη συμπλήρωση της κτητικής παραγραφής του άρθρου 1045 ΑΚ, παραβίασε τη διάταξη αυτή, αφού η κτητική αυτή παραγραφή είχε διακοπεί με την από 25-11-2000 προηγούμενη αγωγή της αναιρεσείουσας που επιδόθηκε στις 30-11-2000, από την οποία παραιτήθηκε η ενάγουσα και επανάσκησε αυτή εντός εξαμήνου με την ένδικη αγωγή της, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, αν η ένσταση διακοπής της κτητικής παραγραφής είχε υποβληθεί στο Εφετείο με λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας. Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Από την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι η τοιαύτη αναφορά πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη σε τρόπο, ώστε να προκύπτει από αυτήν ο εκ νέου επικαλούμενος ισχυρισμός, ο οποίος είχε προβληθεί κατά την προηγούμενη συζήτηση και επαναλαμβάνεται κατά τη νέα με την αναφορά στις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης (Ολ. ΑΠ 559/1974). Ειδικότερα, αν ο διάδικος που είχε νικηθεί πρωτοδίκως, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο προσθέτων λόγων πρέπει να γίνεται. Εξάλλου, ο λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός που αποτελεί πράγμα, έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο παραδεκτό και είναι νόμιμος και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, μέρος πρώτο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, παρά το γεγονός ότι αυτή πρόβαλε νόμιμα τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου Κορίνθου, όσο και ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου το σχετικό ισχυρισμό περί διακοπής της κτητικής παραγραφής του αντιδίκου της σε βάρος της από 30.11.2000, που του επέδωσε την αρχική από 25.1.2000 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, ο οποίος ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον κατέλυε τον ισχυρισμό του αντιδίκου περί κτήσης κυριότητάς του, στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, αφού από 2.12.1980 και μέχρι 30.11.2000 δεν συμπληρωνόταν το αναγκαίο χρονικό διάστημα των 20 ετών που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ και παρά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνυόταν από δημόσια έγγραφα (τα δικόγραφα των αγωγών και της παραίτησης, καθώς και τις εκθέσεις επίδοσής τους) και θα μπορούσε ούτως ή άλλως να προβληθεί νόμιμα και για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της τον παραπάνω ισχυρισμό της περί διακοπής της κτητικής παραγραφής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την ένδικη αγωγή της, δεχόμενη ότι ο αντίδικος έχει καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός από τον αριθμ. 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο, δηλαδή δεν προτάθηκε από την ηττηθείσα εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο έφεσης, όπως έπρεπε, αλλά με τις προτάσεις της. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, μέρος δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 11 περίπτ. γ' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα για την απόδειξη της ένστασής της διακοπής της κτητικής παραγραφής είναι απαράδεκτος, αφού, για την έρευνα του παραδεκτού του, έπρεπε το Εφετείο να είχε εισέλθει στην έρευνα του σχετικού ισχυρισμού και όχι να είχε παραλείψει να τον εξετάσει, όπως εν προκειμένω.

Με τους συναφείς τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης από τον αριθμ. 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, που πρόβαλε με το εφετήριο, ότι η με το από 2-12-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό συναφθείσα σύμβαση πωλήσεως του επιδίκου ακινήτου από τη δικαιοπάροχό της Α. Π. προς τον εναγόμενο είναι άκυρη ως εικονική. Ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας είναι μη νόμιμος και μη ασκών ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος δεν είχε επικαλεστεί ιδία κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, κτηθείσα με παράγωγο τρόπο, αλλά κυριότητα, κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία, - όπως, άλλωστε, δέχθηκε και το Εφετείο -. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α) την 23-5-1997 τεχνική έκθεση της αρχιτέκτονος μηχανικού Σ. Κ. ως και το προσηρτημένο σ' αυτήν σχεδιάγραμμα με τις συναφείς φωτογραφίες εκ των οποίων απεδεικνύετο η θέση του άνευ τοιχείου και η από το έτος 1991 επιχωμάτωση του δενδροπεριβόλου η οποία και απεκάλυψε το υπάρχον από το 1900 παλαιό πλίνθινο τοιχείο. β) την με επίκληση προσαχθείσα υπ' αριθμ. 262/1995 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, γ) την υπ' αριθμ. 1994/1997 εκδοθείσα κατ' έφεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, από τα οποία προκύπτει ότι ηνέχθη ο αναιρεσίβλητος την παραχώρηση στην κοινή χρήση του επιδίκου χωρίς να προβάλει ίδια δίκαια, τουθ' όπερ περιστατικό συνάγεται και από το περιεχόμενο της από 8.9.1986 εξωδίκου δηλώσεώς του, με την οποία αξίωνε την συγκατάθεσή της -αναιρεσείουσας- για τη διάνοιξη του δρόμου δια μέσου του επιδίκου τμήματος του ακινήτου τούτου, δ) την από 27.7.1981 έκθεση ελέγχου δωρεάς σε σχέση με την υπ' αριθμ. 3343/1981 συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή της συμβολαιο-γράφου Ειρήνης Μπορνόβα, την υποβληθείσα δήλωση ακίνητης περιουσίας του έτους 1997 από την οποία προκύπτει ότι εδηλώθη το επίδικο, ε) την από 9.9.1981 εξώδικη δήλωση του αναιρεσιβλήτου από την οποία προκύπτει ότι επιγενομένως της φερόμενης μεταβιβάσεως και συγκεκριμένως κατά το Δεκέμβριο του έτους 1980 είχε προβεί σε εργασίες συντήρησης του επ' αυτού κτίσματος, την από 1989 μελέτη ανάπλασης της πόλης ... στην οποία φαίνεται ότι το επίδικο εξηρείτο της ρυμοτόμησης, στ) την από του έτους 1992 αεροφωτογραφία της περιοχής στην οποία φαίνεται ευκρινέστατα ο δρόμος που διανοίχθηκε καθώς και ο κοινόχρηστος χώρος. Καθώς και την από 4.6.1990 εγχειρισθείσα κατά του κοινοτάρχου μήνυση της αναιρεσείουσας για τη διάνοιξη του δρόμου. Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" και από όλο το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, ότι τούτο, για το σχηματισμό της κρίσης του, στην οποία τελικώς κατέληξε, κατά τα προεκτιθέμενα, έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα. Επομένως ο ήδη εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διάδικων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγματα, επομένως, κατά την έννοια αυτή, είναι και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194, και 1998 του ΑΚ, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή, ενώ όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, και 1045 του ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μια δεκαετία, (τακτική χρησικτησία) ή ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μια εικοσαετία (έκτακτη χρησικτησία).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 976 παρ. 1 ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Η συμφωνία αυτή, μη απαιτούσα την ύπαρξη νόμιμης αιτίας, αποτελεί αφηρημένη δικαιοπραξία και είναι αδιάφορο, εάν γι' αυτήν τηρείται ο τύπος συμβολαιογραφικού εγγράφου ή ατύπως γίνεται (Ολ. ΑΠ 1593/1979). Από το συνδυασμό, επίσης των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση μεν, αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον, όμως, τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνονται την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτή είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη 263/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου αυτό δέχτηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: "Ο εναγόμενος με τις νομίμως κι εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του αρνείται την αγωγή και προβάλλει περαιτέρω τον ισχυρισμό ότι αυτός απέκτησε το επίδικο τμήμα των 75 τ.μ. από τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας δυνάμει του από 2-12-1980 ιδιωτικού συμφωνητικού κι ότι έκτοτε και μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής ο ίδιος νέμεται και κατέχει το επίδικο τμήμα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας ασκώντας σε αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, κι ειδικότερα καλλιέργεια κηπευτικών, φύλαξη, περίφραξη κι εποπτεία, και, συνεπώς, έχει καταστεί κύριος αυτού. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου συνιστά ένσταση κατά το μέρος που η αγωγή στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας της ενάγουσας στηριζόμενη στο άρθρο 1045 ΑΚ και θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ' ουσίαν, ενώ κατά το μέρος που η αγωγή στηρίζεται στο πρωτότυπο τρόπο απόκτησης κυριότητας της ενάγουσας συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής". Με αυτά που δέχτηκε το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε, αφού ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, ενώ όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής σ' αυτήν περιείχετο παράγωγος και πρωτότυπος τρόπος κτήσης της κυριότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, αφού, ειδικότερα σ' αυτήν εξέθετε ο ενάγων, ότι η ίδια είναι κυρία του περιγραφομένου πλήρως στην αγωγή της κατά θέση, έκταση και όρια οικοπέδου εντός της κωμόπολης του ... στο σχέδιο πόλεως της ομώνυμης κοινότητας και νυν Δήμου ..., το οποίο απέκτησε από της μητέρα της δυνάμει του υπ' αριθμ. 3343/1981 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Μπορόβα, νομίμως μεταγεγραμμένου. Ότι στη δικαιοπάροχο μητέρα της είχε περιέλθει κατά κυριότητα δυνάμει του υπ' αριθμ. 6054/1927 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Γεωργίου Μελισσαρόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου. Ότι τόσο αυτή (ενάγουσα) όσο και η δικαιοπάροχος μητέρα της νέμονται και κατέχουν το ακίνητο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας ασκώντας σε αυτό όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στον προορισμό του και ειδικότερα φυτεύουν στον κήπο καλλωπιστικά φυτά και δέντρα, καρπώνονται τους καρπούς τους, περιποιούνται και εποπτεύουν το ακίνητο, και, συνεπώς, έχει καταστεί αυτή (ενάγουσα) κυρία με παράγωγο τρόπο και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας. Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας με τον οποίο αυτή παραπονούνταν για σφάλμα της εκκαλουμένης απόφασης με το να χαρακτηρισθεί ως ένσταση στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας και ως άρνηση στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης και κυριότητας του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, ότι αυτός έχει γίνει κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, ότι έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση, διότι αυτή χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων του άρθρου 1033 ΑΚ εδέχθη ότι ο προβληθείς ισχυρισμός επεστηρίζετο στον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητος, όταν μάλιστα έλειπε για την παράγωγο κτήση τόσο της ενοχικής όσο και της εμπραγμάτου συμβάσεως πωλήσεως του επιδίκου ακινήτου ο συμβολαιογραφικός τύπος και η μεταγραφή αυτού. Έτσι με τον τρόπο αυτό που σκέφτηκε έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση δεχθείσα ότι ο ισχυρισμός αυτός κατά το πρώτο σκέλος του συνιστούσε ένσταση κτήσεως της κυριότητος με παράγωγο τρόπο, εφόσον ο τίτλος κτήσεως του επιδίκου ήταν το από 2.12.1980 ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο αναντιλέκτως δεν αποτελεί νόμιμο τύπο ενώ εξάλλου και κατά το άλλο σκέλος κατά τις αυτές παραδοχές της αποφάσεως περί κτήσεως της κυριότητος πρωτοτύπως, ο προβληθείς ισχυρισμός συνιστούσε αδιακρίτως δήθεν ητιολογημένη άρνηση της αγωγής ήταν προδήλως ενδεής, διότι δεν διευκρινίζει ποιας μορφής πρωτότυπο τρόπο αποτελούσε, ώστε να απολήξει στην κρίση ότι είναι αιτιολογημένη άρνηση. Σε κάθε δε περίπτωση ότι η νομή του ακινήτου που αποκτήθη με άκυρη μεταβιβαστική σύμβαση, δεν μπορεί να αποτελέσει αφετηρία νομής προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, γι' αυτό και αν διεκδικηθεί το ατύπως μεταβιβασθέν ακίνητο, η διεκδίκηση αυτή αποκρούεται όχι με την προβολή της ενστάσεως (ισχυρισμού) κτήσεως της κυριότητος επιγενομένως με έκτακτη χρησικτησία, αλλά μόνο με την επίκληση και την ειδικότερα συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων εκ του άρθρου 281 ΑΚ". Ο λόγος αυτός της έφεσης ήταν προεχόντως αβάσιμος εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, προέβη στον ορθό χαρακτηρισμό του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί κτήσης ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία ως ένσταση μεν, κατά το μέρος που η ένδικη αγωγή στηρίζεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας της αναιρεσείουσας στο ίδιο ακίνητο και ως αιτιολογημένη άρνηση, κατά το μέρος που οι εν λόγω αγωγή στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας της τελευταίας. Η περιλαμβανόμενη, εξάλλου, στον ίδιο λόγο έφεσης αιτίαση, ότι η νομή ακινήτου που αποκτήθηκε με άκυρη μεταβιβαστική σύμβαση δεν μπορεί να αποτελέσει αφετηρία νομής προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία αναφέρεται σε μη νόμιμο ισχυρισμό ο οποίος έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, το Εφετείο έλαβε μεν υπόψη τον ως άνω λόγο έφεσης, αλλά τον απέρριψε εκ του πράγματος, γιατί οι περιεχόμενοι σ' αυτόν ισχυρισμοί ήταν ο πρώτος μεν αβάσιμος, ο δεύτερος δε μη αυτοτελής, με την έννοια του άρθρου 8 περίπτ. β' ΚΠολΔ, δεν υπέπεσε στην εδώ εξεταζομένη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και κατ' ακολουθία ο εξεταζόμενος έκτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.9.2007 αίτηση της Α. Π. για αναίρεση της 281/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ