Supreme Court dismisses appeal against securities court decision regarding breach of duty claims and inadmissible evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting claims of contractual and tortious misconduct by the defendants' management. The appellant argued that the lower court erred in assessing evidence, specifically a phonogram recording, and failed to acknowledge the regulatory bodies' inaction. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant did not raise the specific grounds for excluding the phonogram evidence during the trial on the merits, violating procedural rules requiring arguments to be presented at the first instance.
Legislator headnote
AI generatedArt. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 11 ed. a' of the Code of Civil Procedure: An appeal argument based on inadmissible evidence raised for the first time in the appellate court is inadmissible unless it concerns a public order violation or an error inherent in the decision itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 446 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη(κωλυομένου του προέδρου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαχαρία Παπαδόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (πρώην "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε"), που εδρεύει στην ...
και εκπροσωπείται νόμιμα, μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσής της με απορρόφηση από την εταιρία "ΜΕΓΑΤΡΑΣΤ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αννα Αποστολάκη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2. της Εταιρίας με την επωνυμία "EUROBANK EFG ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (πρώην "EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ"), που εδρεύει στην ...
και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο, 3. της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" (ως καθολικής διαδόχου της "ΩΜΕΓΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ"), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 4.
της "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, (μετονομασθείσα από "ΣΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ" ΣΕ "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΙΓΜΑ ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" εν συνεχεία σε "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ" και τέλος σε "ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ"), ως καθολική διάδοχος των " Ν.
Δ. ΔΕΒΕΤΟΓΛΟΥ ΑΧΕΠΕΥ " και "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ - ΘΡΑΚΗΣ ΑΧΕ" λόγω συγχωνεύσεως, δι' απορροφήσεως αυτών, η οποία η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Ανδροβικ, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Ιουλίου 2000 αγωγή της ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων ως και την από 7 Νοεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4976/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4254/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Μαρτίου 2006 αίτησή του ως και του από 18 Δεκεμβρίου 2007 δικογράφου προσθέτου λόγου αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 21 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21-3-2006 αίτησης αναίρεσης και του από 18-12-2007 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο παραστάς πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Aπό τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθ. ... και .../19-12-2007 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Λεν. Παπαδάκου προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικη αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμό του ορίσθηκε αρχικά της 21-1-2008 και του δικογράφου προσθέτων λόγων επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία με την επωνυμία "ΩΜΕΓΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" στη συνέχεια δε η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε διαδοχικά και η υπόθεση μεταφέρθηκε στα πινάκια της δικασίμου της 26-1-2009 και εκείνης που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όμως, η τρίτη αναιρεσίβλητη όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της τρίτης αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 41 3/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).
Περαιτέρω, με τις πρώτη δεύτερη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ'αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν.2396/1896 ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή:
Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς."
Δεύτερη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τόσο τους πόρους όσο και τις διαδικασίες και μεθόδους που είναι απαραίτητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους" Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." 'Εβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: Την 17.9.1999 μεταξύ της χρηματιστηριακής εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." (εφεξής ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ) και του ήδη εκκαλούντος Χ συνήφθη σύμβασις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ως αυτές ορίζονται εις το στοιχείο Ι των επισυναπτομένων Γενικών Όρων, οι οποίοι υπεγράφησαν από αυτούς και αποτελούν αναπόσπαστον μέρος αυτής και αφορούσαν α) την λήψιν, αποδοχήν και εκτέλεσιν ή περαιτέρω διαβίβασιν προς εκτέλεσιν εντολών (παραγγελιών ) του εκκαλούντος - πελάτου α) δια την κατάρτισιν συναλλαγών δια λογαριασμόν του εις εν ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, κατά την έννοιαν του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχ.
Α (1) Ν 2396/96, ως είναι οι μετοχές εισηγμένων εις το χρηματιστήριον εταιρειών, δι' απόκτησιν και διάθεσιν (εξαγοράν) δια λογαριασμόν του μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και εν γένει οργανισμών συλλογικών επενδύσεων εις κινητές αξίες, δια κτήσιν μετοχών και ομολογιών δια λογαριασμόν του εις δημοσίαν εγγραφήν ή με συμμετοχήν εις την αύξησιν κεφαλαίων ανωνύμων εταιρειών και δια τη διάθεσιν του δικαιώματος προτιμήσεως μετοχών, β) την αγοράν και πώλησιν εξωχρηματιστηριακών ομολόγων και εντόκων γραμματίων του δημοσίου ως και ομολογιών εισηγμένων εις το χρηματιστήριον, δια την παροχήν άλλων επενδυτικών υπηρεσιών, ως υπηρεσιών διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου, θεματοφυλακής τίτλων παροχής επενδυτικών συμβουλών, συνεφωνήθη διότι πρέπει να καταρτισθή άλλη έγγραφος ειδική σύμβασις, ενδεικτικώς με την μορφήν ειδικών όρων, η οποία θα ίσχυε συμπληρωματικώς προς την άνω σύμβασιν (όρος 2 της συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών).
Ειδικώτερον εξειδικεύθη συμφώνως προς τον όρον 8 της συμβάσεως ότι η ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ δεν υποχρεούται να ενημερώνη τον ήδη εκκαλούντα - πελάτην δια την προοπτικήν των εταιρειών εις τις κινητές αξίες των οποίων επενδύει ή έχει επενδύσει, ούτε να τον πληροφόρηση δια ζημίες, τις οποίες αυτός είναι δυνατόν να υποστή από μεταβολές των τιμών των παντός είδους χρεογράφων και τίτλων τους οποίους φυλάττει η ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ δια λογαριασμό του πελάτου της αυτού ή αποκτά αυτός μέσω της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ, ή δια τις συνθήκες η συνδρομή των οποίων επιδρά θετικώς ή αρνητικώς εις τις τιμές αυτών των περιουσιακών στοιχείων.
Η δε τυχόν ενημέρωσις ή παροχή τοιούτων πληροφοριών προς τον πελάτη επ' ευκαιρία χρηματιστηριακής συναλλαγής συνεφωνήθη ότι δεν συνιστά εις ουδεμίαν περίπτωσιν εκπλήρωσιν συμβατικής υποχρεώσεως, μη εφαρμοζομένων κατά συνέπεια των διατάξεων των άρθρων 332 επ. ΑΚ και αποκλειόμενης πάσης ευθύνης της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" από τις διατάξεις αυτές ή από άλλες διατάξεις νόμου.
Συνεφωνήθη δε ότι πάσα τοιαύτη ενημέρωσις ή παροχή πληροφοριών γίνεται άνευ ευθύνης της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ. Επί πλέον συνεφωνήθη, περαιτέρω, ότι δια τις μεταξύ των συναλλαγές (αγορές και πωλήσεις) θα ετηρείτο από την ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ επ' ονόματι του εκκαλούντος, άτοκος χρεωστικός λογαριασμός εις τον οποίον θα κατεχωρούντο οι μεταξύ των απαιτήσεις, δηλαδή εις τον άνω λογαριασμόν θα επιστούντο εις τον Χ α) τα χρηματικά ποσά το οποία θα κατέβαλεν εις την εταιρείαν "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" και τα χρηματικά ποσά τα οποία θα καταβάλλονται δια λογαριασμό του από τρίτους, β) τα χρηματικά ποσά τα οποία εδικαιούτο να λάβη από την ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ ως αντίτιμον της απευθείας πωλήσεως από αυτόν εις την εταιρείαν "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" κινητών αξιών ή χρηματοπιστωτικών μέσων γ) τα χρηματικά ποσά τα οποία καταβάλλονται εις την εταιρείαν "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" μέσω του ισχύοντος εκάστοτε συστήματος εκκαθαρίσεως των χρηματιστηριακών συναλλαγών εν σχέσει με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές τις οποίες συνάπτει η χρηματιστηριακή εταιρεία δια λογαριασμόν του.
Συνεφωνήθη περαιτέρω ότι θα εχρεώνετο εις τον λογαριασμόν του παν χρηματικόν ποσόν το οποίον οφείλει εις την εταιρείαν "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" οιαδήποτε και αν είναι η αιτία της εν λόγω οφειλής, όπως α) το αντίτιμο των κινητών αξιών ή χρηματοπιστωτικών μέσων εν γένει τα οποία αγόραζε απ' ευθείας από την εταιρείαν ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ, β) το οφειλόμενον εις την εταιρείαν "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" τίμημα από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, οι οποίες διενεργούνται μέσω της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" δια λογαριασμόν του, γ) οι παντός είδους αμοιβές και προμήθειες της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" ως και δ) τα παντός είδους έξοδα, τα οποία τον εβάρυνον.
Συνεφωνήθη δ'ότι ο χρηματιστηριακός λογαριασμός καθίσταται έντοκος όταν δημιουργούνται ληξιπρόθεσμες οφειλές του πελάτου έναντι της εταιρείας ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ, συμφώνως προς όσα ορίζονται ανωτέρω, οπότε και οφείλεται δια το κατάλοιπον του λογαριασμού ο νόμιμος τόκος υπερημερίας (όρος Π της συμβάσεως).
Εξ άλλου συμφώνως προς τον όρον (V) 1 και 2 των γενικών όρων συναλλαγών, ο Χ υπεχρεούτο να προκαταβάλλη το αντίτιμον των μετοχών και εν γένει τίτλων των οποίων παραγγέλλει την αγοράν μέσω της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" ως και την προμήθειαν της και τα εν γένει έξοδα της συναλλαγής εις περίπτωσιν εκτελέσεως των εντολών εκ μέρους της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" και ότι υποχρεούται ο Χ εις κατάθεσιν της αξίας των τίτλων (επί αγοράς) και εις καταβολήν της προμηθείας το βραδύτερον μέχρι και την 12ην μεσημβρινήν της δευτέρας εργασίμου ημέρας, μετά την κατάρτισιν της συναλλαγής, ότι ο πελάτης καθίσταται την δευτέραν εργάσιμον ημέραν από της ημέρας καταρτίσεως της συναλλαγής υπερήμερος αυτοδικαίως και χωρίς να απαιτήται όχλησις του και ότι παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας δι'εκπλήρωσιν των υποχρεώσεων του πελάτου έναντι της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", συμφώνως προς τα ανωτέρω δύναται η τελευταία να προβή εις πάσαν νόμιμον ενέργειαν δια την υποχρεωτικήν εκκαθάρισιν της χρηματιστηριακής συναλλαγής, συμφώνως προς το άρθρον 26 παρ. 1 του Ν. 3632/1928, ως ετροποποιήθη δια του άρθρου 92 Ν. 2533/1997.
Ότι δηλαδή η ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ δικαιούται (χωρίς όμως και να υποχρεούται προς τούτο) να εκποίηση χρηματιστηριακώς τις κινητές αξίες, τις οποίες ο πελάτης έχει δώσει εντολήν να αγορασθούν ή ηγοράσθησαν δια λογαριασμόν του, χωρίς αυτός να έχει καταβάλη το τίμημα αγοράς τους ή, αντιστρόφως, να αγοράση κινητές αξίες του ιδίου είδους και αριθμού με αυτές, τις οποίες ο πελάτης είχε δώσει εντολή να πωληθούν και επωλήθησαν δια λογαριασμόν του, χωρίς αυτός να τις έχη παραδώσει εις την ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ.
Εις τα άνω πλαίσια με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές οι οποίες κατηρτίσθησαν από την ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ κατ' εντολήν και δια λογαριασμόν του Χ από 17.9.1999 μέχρι 10.1.2000, ο χρηματιστηριακός λογαριασμός, το οποίον τηρούσε επ'ονόματι του τελευταίου, ήτο την 10.1.2000 πιστωτικός και είχε διαμορφωθή εις το ποσόν των 22.173 δρχ.
Την 12.1.2000 επρόκειτο να αρχίση εις το Χρηματιστήριον Αξιών Αθηνών η διαπραγμάτευσις των νεοεισαχθεισών μετοχών των εταιρειών "ΡΑΔΙΟ Α. ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ ΤΕΛΕΚΟΜ Α.Ε." και "ΕΤΒΑ Α.Ε." Κατά τη χρονικήν εκείνην περίοδον οι εισαγωγές μετοχών νέων εταιρειών ήσαν ελκυστικές από πλευράς αποδόσεως και προετιμώντο από τους επενδυτές, διότι προσέφερον εξαιρετικώς μεγάλην απόδοσιν εις σύντομον χρόνον.
Η συνήθης τακτική των επενδυτών ήτο να αγοράζουν μετοχές κατά την δημοσίαν εγγραφήν ή κατά την πρώτην ημέραν της ενάρξεως διαπραγματεύσεως, οπότε η τιμή των μετοχών δεν είχε διαμορφωθή ακόμη εις τα υψηλότερα επίπεδα του τριημέρου και εν συνεχεία να τις πωλούν εντός των τριών πρώτων ημερών της διαπραγματεύσεως, οπότε κατά κανόνα ανέβαιναν οι τιμές.
Δια τον λόγον αυτόν υπήρχε μεγάλη ζήτησις αγοράς μετοχών τόσον κατά την δημοσίαν εγγραφήν, όσον και κατά την πρώτην ημέραν της διαπραγματεύσεως μίας νέας μετοχής εις το Χρηματιστήριον, δεδομένου ότι η απόδοσις των μετοχών ήτο εξαιρετικώς μεγάλη, αφού δεν υφίστατο όριον διακυμάνσεως της τιμής της νεοεισαγομένης μετοχής κατά τις τρεις πρώτες ημέρες της διαπραγματεύσεώς της.
Είναι χαρακτηριστικόν του κλίματος της εποχής αλλά και των κινήτρων των επενδυτών το ότι τιμή δημοσίας εγγραφής της "ΡΑΔΙΟ Α. ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ ΤΕΛΕΚΟΜ Α.Ε." η οποία διενηργήθη από 9.12 μέχρι 13.12.99, προκειμένου να εισαχθή εις την παράλληλον αγοράν του Χρηματιστηρίου, ωρίσθη εις το ποσόν των 6.500 δρχ., ανά μετοχήν επί συνόλου αριθμού εκδόσεως δημοσίας εγγραφής 550.000 μετοχών.
Κατά τη διάρκειαν της δημοσίας εγγραφής υπήρξεν μεγάλη συμμετοχή και ηντλήθησαν μέσω της εγγραφής, κεφάλαια ύψους 3.575.000.000 δρχ., έγινε δε υπερκάλυψις από τους ιδιώτες επενδυτές κατά 188 φορές, αφού προσέφεραν εν τρισεκατομμύριον δρχ. και κατά ενενήκοντα φορές από τους θεσμικούς επενδυτές, οι οποίοι προσέφεραν 688.000.000.000 δρχ.
Η διαπραγμάτευσις της νεοεισαγομένης μετοχής της ΤΕΛΚΟ θα εγένετο με το ανωτέρω σύστημα ΟΑΣΕΩΣ (Ολοκληρωμένο Αυτόματο Ηλεκτρονικό Σύστημα Συναλλαγών), και οι χρηματιστηριακές συναλλαγές συνήπτοντο με την διασταύρωσιν (matching) αντιθέτων αγορών αγοράς και πωλήσεως, και εγένετο εις δύο φάσεις, ήτοι η μία ήτο η προσυνεδριακή φάσις η οποία διαρκούσε από 10:15' πμ έως 10:45' πμ και ηκολούθει η κυρία φάσις διαπραγματεύσεως η οποία διαρκούσε από 10:45':01' πμ έως 13:30' μμ.
Συμφώνως προς την μέθοδον 2 της υπ' αριθ. 18/99 αποφάσεως Δ.Σ. του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών "Μέθοδοι και Διαδικασίες διαπραγμάτευσης μετοχών και ρύθμιση τεχνικής φύσεως θεμάτων για τη σύναψη χρηματιστηριακών συναλλαγών μέσω του Αυτομάτου Συστήματος Ηλεκτρονικών Συναλλαγών" κατά την προσυνεδριακήν φάσιν διαβιβάζονται εντολές εις το σύστημα συναλλαγών οι οποίες απαιτούν σήμανσιν χρόνου.
Οι συναλλαγές οι οποίες διαβιβάζονται κατά την προσυνεδριακήν φάσιν συνάπτονται αυτομάτως από το σύστημα εις συγκεκριμένην χρονικήν στιγμήν εις το τέλος της προσυνεδριακής φάσεως συμφώνως προς το κριτηριον ταυτίσεως των εντολών εις την υπολογιζόμενην "τιμήν ανοίγματος". Κριτήρια κατατάξεως των εντολών, οι οποίες κατατάσσονται εις ξεχωριστήν σειράν αναλόγως αν πρόκειται δι' αγορές και πωλήσεις είναι α) η τιμή τους και β) ο χρόνος εισαγωγής τους αν η τιμή τους είναι ιδία.
Ως προς την τιμήν δια μεν τις εντολές αγοράς η κατάταξις είναι φθίνουσα, δηλαδή προηγούνται οι εντολές με την μεγαλυτέραν τιμήν, δια δε τις εντολές πωλήσεως η κατάταξις είναι αύξουσα, δηλαδή προηγούνται οι εντολές με την μικρότερη τιμή. Οι ελεύθερες (market) εντολές και οι εντολές ανοίγματος κατατάσσονται εις την υψηλοτέραν θέσιν πάσης σειράς και οι μεταξύ τους προτεραιότης καθορίζεται από τον χρόνον εισαγωγής τους.
Ως "τιμή ανοίγματος" επιλέγεται εκ των "υποψηφίων τιμών ανοίγματος" αυτή με το μεγαλύτερον "υποψήφιον όγκον συναλλαγής". Δια πάσαν "υποψηφίαν τιμήν ανοίγματος" υπολογίζεται από το σύστημα α) το άθροισμα των προσφερομένων τεμαχίων των εντολών πωλήσεως με τιμήν μικροτέραν από ή ίσην προς την συγκεκριμένην "υποψηφίαν τιμήν", β) το άθροισμα των ζητουμένων τεμαχίων μετοχών των εντολών αγοράς με τιμή μεγαλυτέραν από ή ίσην προς την συγκεκριμένην "υποψηφίαν τιμήν αγοράς", γ) ο "υποψήφιος όγκος συναλλαγής" ο οποίος αντιστοιχεί εις το μικρότερον από τα άνω (α) και (β) αθροίσματα.
Το κριτήριον ταυτίσεως των εντολών της προσυνεδριακής περιόδου είναι δια τις εντολές αγοράς να έχουν τιμήν μεγαλυτέραν ή ίσην της τιμής ανοίγματος και να έχουν ήδη ταυτισθή οι εντολές αγοράς οι οποίες ικανοποιούν το κριτήριον και προηγούνται εις την κατάταξιν. Δια τις υφιστάμενες εντολές πωλήσεως να έχουν τιμή μικροτέραν ή ίσην με την τιμήν ανοίγματος και να έχουν ήδη ταυτισθή οι εντολές πωλήσεως οι οποίες ικανοποιούν το κριτηριον και προηγούνται εις την κατάταξιν.
Συνεπώς εις τις εντολές αγοράς προηγούντο οι ελεύθερες (market) εντολές και οι εντολές ανοίγματος οι οποίες κατατάσσονται εις την υψηλοτέραν θέσιν πάσης σειράς και η μεταξύ των προτεραιότης καθορίζεται από τον χρόνον εισαγωγής των. Κατά το χρονικόν διάστημα διαβιβάσεως εντολών εις το σύστημα συναλλαγών, είναι ορατές από τις χρηματιστηριακές εταιρείες, μόνον η εκάστοτε υψηλοτέρα τιμή αγοράς, και η χαμηλοτέρα τιμή πωλήσεως αντιστοίχως, αντιθέτως δεν είναι γνωστές οι τιμές, ούτε η ποσότης των τεμαχίων οι οποίες αφορούν τις υπόλοιπες εντολές και ιδίως ο αριθμός και ο όγκος μετοχών των λεγομένων "ανοικτών" τιμών αγοράς και εκάστη χρηματιστηριακή εταιρεία με τον εκπρόσωπόν της, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζη το βάθος της αγοράς και τις κυρίαρχες τάσεις οι οποίες έχουν διαμορφωθή εις την προσυνεδριακήν φάσιν.
Ο εκκαλών Χ, ως συνάγεται από το σύνολον της συναλλακτικής δραστηριότητός του με την ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ και του χαρτοφυλακίου των μετοχών το οποίον είχε διαμορφώσει την 12.1.2000, ήτο ήδη γνώστης της χρηματιστηριακής αγοράς και έμπειρος επενδυτής, πλήρως γνώστης των λειτουργιών και διαδικασιών του άνω συστήματος συναλλαγής, ο οποίος, επιθυμών ριψοκινδύνως να κερδοσκοπήση εις βάρος ετέρων, ολιγώτερον τυχερών, παικτών (δι' εκμεταλλεύσεως των ιδιαιτεροτήτων του συστήματος) με το να απόκτηση μετοχές της ΤΕΛΚΟ τις οποίες θα επώλει εντός του τριημέρου, ότε δεν υφίστατο όριον διακυμάνσεως της τιμής των, με αποτέλεσμα λόγω της μεγάλης ζητήσεως η απόδοσίς των να είναι μεγάλη προέβη εις την επίμαχον συναλλαγήν.
Προς τούτο έδωσε εντός των πλαισίων της άνω από 17.9.1999 συμβάσεως, την 12.1.2000 τηλεφωνικήν χωρίς όριον τιμής ανοιχτήν εντολήν (market) εις τον αντικρυστήν της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΑΕ ..., προκειμένου να αγοράση δια λογαριασμόν του 1.000 κοινές ονομαστικές μετοχές της ΕΤΒΑ Α.Ε. και 1.000 κοινές ανώνυμες μετοχές της ΤΕΑΚΟ.
Η εντολή αυτή εξετελέσθη αυτομάτως, λόγω καλύψεως των αντιθέτων κριτηρίων τα οποία στιγμιαίως κατά τον προεκτεθέντα νομίμως προβλεπόμενον μηχανισμόν συναλλαγών υφίστανται εις το ΟΑΣΕΩΣ κατά την προσυνεδριακήν φάσιν και οι μεν μετοχές της ΕΤΒΑ Α.Ε. ηγοράσθησαν δια λογαριασμόν του εις το ποσόν των 3.500 δρχ.
εκάστη, οι δε μετοχές της ΤΕΛΚΟ εις το όντως υπερβολικόν και μη αναμενόμενον υπ' αυτού ποσόν των 129..0ΟΟ δρχ. εκάστη, εκδοθέντος του σχετικού υπ' αριθμ. .../12.1.2000 πινακιδίου εκτελέσεως εντολής της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ. Συνολικώς η αξία των άνω αγορών ανήλθε εις το ποσόν των 123.500.000 δρχ. το οποίον η ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ κατέβαλε στους αντισυμβαλλομένους πωλητάς (3.500 Χ 1.000 + 120.000 Χ 1.000) και μαζί με την προμήθειαν της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" ποσού 123.500 δρχ., τις επιβαρύνσεις υπέρ Χ.Α.Α και Α.Ε.Α.Τ. (Ανώνυμη Εταιρεία Αποθετηρίων Τίτλων) ποσού 56.545 δρχ.
και τα μεταβιβαστικά ποσού 2.100 δρχ., το οφειλόμενον από τον Χ εις την εταιρείαν "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" ποσόν ανήλθεν στα 123.682.145 δρχ. και το υπόλοιπον του χρηματιστηριακού λογαριασμού του εκκαλούντος Χ από πιστωτικόν εξ 22.173 δρχ., διεμορφώθη εις χρεωστικόν εξ 123.659.972 δρχ. Ο εκκαλών Χ ο οποίος αμέσως αντελήφθη το γενόμενον δεν διεμαρτυρήθη δι'αντισυμβατικήν ή άλλης μορφής επίμεμπτον συμπεριφοράν του αντικρυστού ή της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΑΕ", τουναντίον μάλιστα απεδέχθη άνευ παραπόνου τινός προς την "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" την συναλλαγήν, θεωρήσας αυτήν ως ατυχή του ενέργειαν, πλην αντί να εξοφλήση τοις μετρητοίς το άνω ποσόν, κατά την άνω συμβατικήν πρόβλεψιν, έδωσεν εις την εταιρείαν "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" την εντολήν να προβή εις την πώλησιν των μετοχών του χαρτοφυλακίου του και το προϊόν των πωλήσεων να πιστωθή εις τον χρηματιστηριακόν λογαριασμόν του προκειμένου να εξοφλήση την οφειλήν του.
Ούτως κατά το χρονικόν διάστημα από 12.1.2000 μέχρι 28.1.2000 δια των κατ' εντολήν του πωλήσεων των μετοχών τις οποίες ηγόρασε την 12.1.2000 ως και όλων των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, τις οποίες ερευστοποίησεν και το προϊόν της ρευστοποιήσεως επιστώθη εις τον ως άνω τηρούμενον χρηματιστηριακόν λογαριασμόν του, με αποτέλεσμα να απομείνη χρεωστικόν υπόλοιπον προς την εταιρείαν "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", ποσόν 47.792.535 δρχ.
Την 15.5.2000 η "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" με εξώδικον δήλωσίν της προς τον Χ εζήτησεν, από αυτόν να της καταβάλη εντός 3 εργασίμων ημερών το άνω ποσόν, δια το οποίον όμως, λόγω της άνω συμβατικώς καθορισθείσης δήλης ημέρας, ήτο ήδη υπερήμερος.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι μετά διήμερον από την αγοράν των 1.000 μετοχών της ΤΕΛΚΟ προς 120.000 δρχ. εκάστη, ήτοι την 14.1.2000, ο Χ χωρίς και πάλιν να διατυπώση αιτίασίν τίνα εναντίον της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΑΕ", απέστειλε εις την διοίκησιν του Χρηματιστηρίου, επιστολήν δια της οποίας ισχυρίσθη ότι οι άνω τιμές πωλήσεως εις το ποσόν των 120.000 δρχ.
εισήχθησαν δολίως δια να γίνουν αντικείμενον εκμεταλλεύσεως των ατελειών του συστήματος ΟΑΣΕΩΣ και ότι είναι προϊόν απάτης η οποία πλήττει τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού και αυτού, εκάλεσεν δε την διοίκησιν του Χρηματιστηρίου να εφαρμόση την παρ. 1 του άρθρου 29 του Ν 2579/1998 συμφώνως προς το οποίον το Δ.Σ.
του Χρηματιστηρίου δύναται να ακύρωση συναλλαγές οι οποίες είναι προϊόντα απάτης ή παραπλανήσεως. Εις την άνω επιστολή ο Χ ομολογεί ότι όντως έδωσεν ανοικτήν εντολήν (market) εις την ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ, χωρίς να προσάπτη εις την τελευταίαν ουδεμίαν αντισυμβατικήν ή αδικοπρακτικήν συμπεριφοράν των προστηθέντων ή των οργάνων της.
Το Χρηματιστήριον και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εις την οποίαν εκοινοποιήθη η άνω επιστολή, δεν ηκύρωσαν την άνω συναλλαγήν. Από τα άνω αποδεικτικά μέσα δεν απεδείχθη επιλήψιμος συμπεριφορά τόσον των οργάνων της ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΑΕ, όσον και των υπολοίπων αντισυμβαλλομένων χρηματιστηριακών εταιρειών, καθ' όσον η εντολή market καθ' αυτήν είναι καθ' όλα επιτρεπτή ανεξαρτήτως χρόνου κατά τον οποίον διαβιβάζεται (προσυνεδριακή φάσις ή κυρία φάσις διαπραγματεύσεως) και ο συγκεκριμένος τρόπος διαπραγματεύσεως εις το άνω πρώτον τριήμερον αντιστοιχεί εις τα δεδομένα μιας ελευθέρας οικονομίας της αγοράς, όπου οι αντίθετες δηλώσεις βουλήσεως των επενδυτών ταυτίζονται, χωρίς νομοθετικούς περιορισμούς, δίδεται δε προτεραιότης εις τους τελευταίους να πωλήσουν εις την χαμηλοτέραν τιμήν και να αγοράσουν, εφ' όσον είναι διατεθειμένοι, εις την υψηλοτέραν τιμήν.
Ο Χ όταν έδωσε εις την εταιρείαν ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ την ελευθέραν εντολήν επίστευεν από την μέχρι τότε εμπειρίαν του εις τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ότι η τιμή της ΤΕΛΚΟ δεν θα ήτο αυξημένη άνω του 400% εν σχέσει με την τιμήν της δημοσίας εγγραφής, εγνώριζεν όμως την έννοιαν της εντολής αυτής, αφού δεν διετύπωσεν εις τον αντικρυστήν της εταιρείας ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ ούτε απορίαν, ούτε καν επιφύλαξιν.
Απεδείχθη μάλιστα ότι ο τελευταίος εν όψει του ριψοκίνδυνου της άνω συμπεριφοράς του εκκαλούντος προσεπάθησε να τον αποτρέψη και του συνέστησε να περιμένη το άνοιγμα της κυρίας φάσεως, ώστε κατά την διάρκειάν της να αγοράση τις 1.000 μετοχές. Όμως ο εκκαλών Χ επέμεινε εις την κινδυνώδη επιλογήν του, δηλαδή της ελευθέρας εντολής, προσδοκών ότι από την αγοράν των 1.000 μετοχών της ΤΕΛΚΟ εντός του τριημέρου, οπότε δεν ίσχυον οι ανωτέρω περιορισμοί τιμών, θα επετύγχανεν την εξαιρετικώς μεγάλην απόδοσιν του κεφαλαίου το οποίον θα διέθετεν.
Δεν απεδείχθη ο ισχυρισμός ότι ο αντικρυστής της εταιρείας ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ συνεβούλευσεν τον Χ ότι δια να είναι δυνατή η πραγματοποίησις της εντολής αυτής και δια να έχη πιθανότητα αγοράς των ζητουμένων τεμαχίων, ο μόνος τρόπος ήτο να εισαχθή αμέσως εις το σύστημα συναλλαγών ως ελευθέρα εντολή, αλλ' αντιθέτως απεδείχθη ότι ο Χ εν πλήρει γνώσει των αναλαμβανομένων κινδύνων προχώρησε εις την άνω επιλογήν του, εμμένων εις την σφοδρήν επιθυμίαν του να αγοράση τις εν λόγω μετοχές, αναλαμβάνων, όμως, εν ταυτώ και τον εντεύθεν κίνδυνον.
Η "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ" δεν υπεχρεούτο από την σύμβασιν παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, να παράσχη εις αυτόν οιασδήποτε φύσεως επενδυτικές συμβουλές, ούτε και είχε καταρτισθή μεταξύ των διαδίκων ειδική σύμβασις προς παροχήν τοιούτων συμβουλών και η μόνη υποχρέωσις, την οποίαν είχεν αναλάβει έναντι του πελάτου της αυτού, ήτο η λήψις, αποδοχή και εκτέλεσις ή περαιτέρω διαβίβασις εκτελέσεως παραγγελιών από αυτόν.
Εξ άλλου ο άνω αντικρυστής της εταιρείας ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ καθ' όλην την διάρκειαν της προσυνεδριακής φάσεως είχεν μεν την δυνατότητα να βλέπη εις το σύστημα ΟΑΣΕΩΣ την μεγίστην τιμήν της αγοράς και την χαμηλοτέραν τιμήν πωλήσεως, δεν εγνώριζε όμως πόσα τεμάχια αφορούσαν τις μετοχές της ΤΕΛΚΟ, δεν είχε δηλαδή εικόνα των κυρίων τάσεων της αγοράς οι οποίες είχον διαμορφωθή κατά την προσυνεδριακήν φάσιν, ούτε ημπορούσε να προβλέψη την εξέλιξιν και την τιμήν ανοίγματος η οποία επηκολούθησε, ήτοι την τιμήν των 120.000 δρχ. και συνεπώς δεν ηδύνατο ακινδύνως δια τα συμφέροντα της πρώτης εφεσίβλητου να προβή εις την μη εκτέλεσιν της ρητής εντολής, αφού υπήρχε δυνατότης επί αρνήσεως εκτελέσεως της εντολής να υποστή ο Χ ζημίαν, με εντεύθεν κίνδυνον, εξ αιτίας της ευθείας παραβιάσεως των συμβατικών της υποχρεώσεων, προς αποζημίωσίν του.
Συνεπώς προς τα άνω αποδειχθέντα η ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ εξετέλεσεν επακριβώς και προσηκόντως την δοθείσαν εις αυτήν εντολήν και εξεπλήρωσεν τις υποχρεώσεις της πλήρως έναντι του Χ, τα δε όργανα αυτής δεν ετέλεσαν παράνομον και υπαίτιον πράξιν ή τοιαύτην αντίθετον προς τα χρηστά ήθη, ούτε παρεβίασαν υπαιτίως αρχήν τίνα του κώδικος δεοντολογίας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) κατά τα εκτεθησόμενα.
Αλλά και οι υπόλοιπες εναγόμενες χρηματιστηριακές εταιρίες δεν απεδείχθη ότι συμπεριφέρθησαν υπαιτίως, παρανόμως, ανηθίκως ή αδίκως, ούτε ότι εχρησιμοποίησαν παραπλανητικές ή απατηλές μεθόδους κατά τον χρόνον της επιδίκου συναλλαγής. Η δευτέρα και τρίτη εφεσίβλητοι χωρίς να έχουν σχέσιν μεταξύ των ούτε με την "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", ενεργούσες δια λογαριασμόν πελατών των, εισήγαγον την 12.1.2000 εις το σύστημα ΟΑΣΕΙΣ εντολές πωλήσεως 990 μετοχών η δευτέρα και 10 μετοχών η τρίτη, με αποτέλεσμα να συναφθή αυτομάτως η επίδικος χρηματιστηριακή συναλλαγή με την άνω αντίθετον εντολήν αγοράς της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΑΕ", η οποία αφορούσε τον ήδη εκκαλούντα πελάτην της Χ και ούτω επωλήθησαν εις τον τελευταίον οι άνω 1.000 μετοχές της ΤΕΛΚΟ αντί 120.000 δρχ.
εκάστη. Περαιτέρω η τετάρτη και πέμπτη εφεσίβλητοι την 12.1.2000 ενεργούσες και αυτές κατ' εντολήν και δια λογαριασμόν πελατών των (οι οποίοι και αυτοί επεδίωκον μεγιστοποίησιν του ιδικού των κέρδους εις τα πλαίσια της δυνατότητος της άνευ ορίων κερδοσκοπίας των τριών πρώτων ως άνω ημερών) εισήγαγον εις το σύστημα εντολές αγοράς με υψηλήν τιμή μετοχών της ΤΕΛΚΟ και χωρίς να έχουν σχέσιν με την επίδικον αγοράν των 1.000 μετοχών, ούτε με εμπλεκόμενες χρηματιστηριακές εταιρείες, αγόρασαν ως και ο Χ εις τιμήν πολύ υψηλήν με αποτέλεσμα να έχουν οι πελάτες τους τα ίδια προβλήματα το οποίον αντιμετωπίζει ο τελευταίος, το δε υψηλόν όριον τιμής επήλθεν από την εκτέλεσιν της εντολής των πελατών των δι' εξασφάλισιν προτεραιότητος εις την αγοράν των συγκεκριμένων μετοχών, οι οποίες, ως προεξετέθη, προοιώνιζον υψηλές αποδόσεις, πωλούμενες εντός του τριημέρου.
Δεν απεδείχθη ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενες χρηματιστηριακές εταιρείες κατεχράσθησαν την αδυναμίαν του ηλεκτρονικού συστήματος, ούτε ότι υπήρξεν προσυνεννόησις αγοραστών και πωλητών δι'υψηλήν τιμήν, διότι οι εντολές αγοράς και πωλήσεως προήλθον εκτός από τις εναγόμενες και από άλλες χρηματιστηριακές εταιρείες και δεν απεδείχθη ότι υπήρξεν ταύτισις αγοραστών και πωλητών.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω δεν απεδείχθη ούτε ότι οι άνω εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητοι χρηματιστηριακές εταιρείες ετέλεσαν υπαίτιον και παράνομον πράξιν ή τοιαύτην αντίθετον προς τα χρηστά ήθη ούτε και ότι παρεβίασαν υπαιτίως αρχήν τινά του κώδικος δεοντολογίας των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ανεξαρτήτως από το γεγονός ότι οι άνω εναγόμενες χρηματιστηριακές εκτός της πρώτης δεν είχον συμβατικήν σχέσιν με τον Χ.
Ειδικώτερον δεν απεδείχθη ότι οι εφεσίβλητοι παρεβίασαν την πρώτην, δευτέραν, τρίτην, τετάρτην και εβδόμην αρχήν του Κώδικος Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ ο οποίος εκυρώθη δια του άρθρου μόνου της υπ' αριθ. 12263/β 500/11.4.1997 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β 340/24.4.1997) κατ' εξουσιοδότησιν του αρθρ. 7 παρ. 1 Ν 2396/1996 και δη κατά την διαβίβασιν, εισαγωγήν και διασταύρωσιν των εντολών της επιδίκου χρηματιστηριακής συναλλαγής.
Ειδικώτερον, ως ανωτέρω εσημειώθη, δεν απεδείχθη ότι οι εφεσίβλητοι δεν έλαβον τα ενδεικνυόμενα μέτρα δια να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών των και να διασφαλίζεται η εύρυθμος λειτουργία της αγοράς. Τουναντίον απεδείχθη ότι ο εκκαλών ηγνόησεν την σώφρονα συμβουλήν του άνω αντικρυστού της πρώτης εφεσίβλητου να μη προβή εις την επίμαχον ριψοκίνδυνον ενέργειαν.
Δεν απεδείχθη περαιτέρω ότι οι εφεσίβλητοι δεν έχουν ορθολογικήν οργάνωσιν και επαρκή τεχνικά και οικονομικά μέσα και ικανά στελέχη δια την παροχήν των αναλαμβανομένων υπ'αυτών υπηρεσιών. Η πρώτη εφεσίβλητος, ως εσημειώθη, δεν είχεν αναλάβει συμβατικώς την παροχήν των επενδυτικών συμβουλών και συνεπώς δεν ώφειλεν να παράσχη εις τον εκκαλούντα πέραν των άνω απαιτουμένων και χρησίμων πληροφοριών περί των κινδύνων, οι οποίες ως άνω και του παρεσχέθησαν υπό του άνω αντικρυστού, επί πλέον και επενδυτικές συμβουλές.
Άλλωστε εις την σύμβασιν σαφώς και αναλυτικώς παρέσχεν εις αυτόν τις απαραίτητες και αναγκαίες πληροφορίες δια το πλαίσιον των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Τέλος οι εφεσίβλητοι δεν παρεβίασαν διατάξεις, ώστε δια της παραβιάσεως των να τεθούν εν κινδύνω τα συμφέροντα των πελατών των και η ομαλή λειτουργία της αγοράς.
Περαιτέρω απεδείχθη κατά τα προδιαληφθέντα ότι ο εκκαλών υπήρξεν πλήρως γνώστης της εντολής market και έμπειρος πλην ριψοκίνδυνος εις το χρηματιστήριον παίκτης, ο οποίος με καθαρώς ιδικήν του απόφασιν και εν γνώσει τουαναλαμβανομένου κινδύνου και των συνεπειών της ενεργείας του διεκύβευσεν με την ελπίδα της κατά το κρίσιμον ως άνω τριήμερον ελευθέρας δεσμεύσεων εκ της χρηματιστηριακής νομοθεσίας μεγάλης κερδοσκοπίας την απώλειαν του κεφαλαίου του, πλην διεψεύσθησαν οι προσδοκίες του εν όψει του ότι άλλοι παίκτες χρησιμοποιούντες και αυτοί προς το ίδιον αυτών συμφέρον τους αυτούς νόμους της ελευθέρας αγοράς έδωσαν την κατάλληλον εντολήν να γίνουν πωλήσεις της άνω μετοχής με αποτέλεσμα να γίνη καθ' όλα νόμιμος αυτόματος συναλλαγή επί ζημία του.
Μάλιστα απεδείχθη ότι υπήρξεν τόσον έμπειρος και ριψοκίνδυνος ώστε, ως εσημειώθη, ηγνόησεν την παρότρυνσιν και συμβουλήν του αντικρυστού της πρώτης εφεσιβλήτου, ο οποίος εν όψει του ριψοκίνδυνου της άνω συμπεριφοράς του εκκαλούντος προσεπάθησε να τον αποτρέψη και του συνέστησε να αναμείνη το άνοιγμα της κυρίας φάσεως, ώστε κατά την διάρκειάν της να αγοράση τις 1.000 μετοχές.
Όμως, ως εσημειώθη, απεδείχθη ότι ο εκκαλών ηρνήθη την χάριν προστασίας του προταθείσαν εις αυτόν εντός ορίων τιμής διαπραγμάτευσιν, επέμεινε δε εις την κινδυνώδη επιλογήν της ελευθέρας εντολής, προσδοκών ότι από την ούτως γενομένην αγοράν των 1.000 μετοχών της ΤΕΛΚΟ θα επετύγχανεν εντός του τριημέρου, οπότε δεν ίσχυον οι ανωτέρω περιορισμοί τιμών, την εξαιρετικώς μεγάλην απόδοσιν του κεφαλαίου, το οποίον θα διέθετεν.
Αυτά εδέχθη ως αποδειχθέντα και η εκκαλουμένη, η οποία ούτως ορθώς εξετίμησεν τας αποδείξεις και συνεπώς πρέπει να απορριφθή ο άνω δεύτερος λόγος εφέσεως, περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων αλλά και ο τρίτος λόγος εφέσεως, κατά τον οποίον η εκκαλουμένη δεν αξιολόγησεν προσηκόντως τα ασαφή σημεία, αλλά και τα υπέρ του ενάγοντος σημεία της καταθέσεως του μάρτυρος αποδείξεως της πρώτης εφεσίβλητου, καθ' όσον από την συνεκτίμησιν της καταθέσεώς του εν συνδυασμώ προς όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα (μεταξύ των οποίων και οι απομαγνητοφωνημένες μαγνητοταινίες φωνοληψίας δια την επίμαχον συναλλαγήν), τα οποία προσκομίζονται μετ' επικλήσεως, λαμβανομένων υπ'όψιν και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και το Δικαστήριον τούτο άγεται εις την αυτήν ως και το πρωτοβάθμιον Δικαστήριον κατ' ουσίαν κρίσιν επί των αγωγικών ισχυρισμών αμφοτέρων των αγωγών.
Περαιτέρω εν όψει των ανωτέρω αποδειχθέντων δεν έσφαλεν η εκκαλουμένη και ως προς τις παραδοχές της ότι ο εκκαλών υπήρξεν έμπειρος επενδυτής και γνώστης της χρηματιστηριακής αγοράς και πρέπει να απορριφθή ο ταναντία υποστηρίζουν πέμπτος λόγος εφέσεως και ο έβδομος λόγος εφέσεως ως προς το πρώτον σκέλος του κατά το μέρος κατά το οποίον πλήττεται η εκκαλουμένη δι' εσφαλμένην εκτίμησιν των αποδείξεων συνεπεία της οποίας απέρριψεν κατ' ουσίαν την αγωγήν του εκκαλούντος.
Περαιτέρω εν όψει των άνω αποδειχθέντων πρέπει να απορριφθή ο τέταρτος λόγος εφέσεως και τα δεύτερον και τρίτον σκέλη του εβδόμου λόγου εφέσεως (ως εκτιμάται) δια των οποίον πλήττεται η εκκαλουμένη, διότι κατ' εσφαλμένην εκτίμησιν των αποδείξουν δεν εδέχθη ότι οι εφεσίβλητοι παρεβίασαν την πρώτην, δευτέραν, τρίτην, τετάρτην καΓ εβδόμην αρχήν του Κωδικός Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι έτι και η παραβίασις των άνω κανόνων δεν αποτελεί βάσιν αποζημιώσεως κατ' αρθρ. 914 ΑΚ".
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία παρατίθεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων, εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 299, 288, 330, 713, 714, 914, 919 του ΑΚ και των προαναφερθεισών πέντε αρχών του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικά δε καθ'όσον αφορά την επί μέρους αποσπασματική παραδοχή της προσβαλλόμενης που στηρίζει τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης. Εξάλλου ο άνω αντικρυστής της εταιρείας ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ καθ' όλην την διάρκειαν την προσυνεδριακής φάσεως είχεν μεν την δυνατότητα να βλέπη εις το σύστημα ΟΑΣΕΩΣ την μεγίστην τιμήν της αγοράς και την χαμηλοτέραν τιμήν πωλήσεως, δεν εγνώριζε όμως πόσα τεμάχια αφορούσαν τις μετοχές της ΤΕΛΚΟ, δεν είχε δηλαδή εικόνα των κυρίων τάσεων της αγοράς οι οποίες είχαν διαμορφωθή κατά την προσυνεδριακήν φάσιν, ούτε ημπορούσε να προβλέψη την εξέλιξιν και την τιμήν ανοίγματος η οποία επηκολούθησε, ήτοι την τιμήν των 120.000 δρχ.
και συνεπώς δεν ηδύνατο ακινδύνως δια τα συμφέροντα της πρώτης εφεσιβλήτου να προβή εις την μη εκτέλεσιν της ρητής εντολής", δεν ήταν αναγκαίο το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται ειδικά σε κανονισμούς ή διαδικασίες που θεσπίζουν τα ελάχιστα στοιχεία του ηλεκτρονικού συστήματος ΟΑΣΗΣ στα οποία είχε πρόσβαση ο αντικρυστής και τα οποία οδηγούν τελικώς στην αξιολόγηση του εάν αυτός μπορούσε ή όχι να έχει συγκεκριμένη εικόνα της στρέβλωσης της αγοράς στο στάδιο της προσυνεδρίασης, ούτε περιστατικά διαφορετικά που να στοιχειοθετούν το βαθμό και την έκταση της πρόσβασης του αντικρυστή στο ηλεκτρονικό σύστημα, εν όψει και των παραδοχών της προσβαλλόμενης ότι ο αναιρεσείων αγνόησε την παρότρυνση και συμβουλή του αντικρυστή της πρώτης αναιρεσίβλητης να αναμείνει το άνοιγμα της κύριας φάσης και επομένως αξίωσε την εκτέλεση της χωρίς όριο τιμής ανοικτής εντολής του (market).
Εξάλλου, στο πλαίσιο όλων των πιο πάνω παραδοχών δεν ήταν αναγκαίο το ίδιο αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται ειδικά στη δυνατότητα ή μη υπαναχώρησης του αντικρυστή από την εκτέλεση της εντολής, στην οργάνωση των διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου, για το εάν η εντολή αυτή έπρεπε να τεθεί υπ'όψιν προϊσταμένου οργάνου και για το εάν η εκτέλεση της εντολής θεωρείται προσήκουσα σε σχέση με τις οικονομικές δυνατότητες του αναιρεσείοντος, ώστε να δικαιολογηθεί το αποδεικτικό πόρισμα της μη παραβίασης των πιο πάνω Αρχών του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, εν όψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης ότι ο αναιρεσείων εν πλήρη γνώσει των αναλαμβανομένων κινδύνων προχώρησε εις την ως άνω επιλογή, εμμένων εις τη σφοδρή επιθυμία του να αγοράσει τις μετοχές αναλαμβάνοντας τον εντεύθεν κίνδυνο.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ'αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων των αναιρεσιβλήτων εταιρειών, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση όπου εκτίθεται και ότι ο αναιρεσείων επέμεινε στην κινδυνώδη επιλογή της ελεύθερης εντολής προσδοκώντας στην επίτευξη μεγάλης απόδοσης του κεφαλαίου του, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του : 1) την υπ'αριθμ. 10ΣΤ/189/25-4-2000 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που αφορά επιβολή κυρώσεων στην αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή Μακεδονίας-Θράκης ΕΠΕΥ για παραβίαση της παρ.4.2 (Β) του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, σε συνδυασμό με την παρ. 10.2 (α) του ίδιου Κώδικα, 2) την υπ'αριθμ. 10 Α/189/25-4-2000 απόφαση της ίδιας Επιτροπής για την επιβολή κυρώσεων στην αναιρεσίβλητη (Ν.Δ.
ΔΕΒΛΕΤΟΓΛΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και 3) την υπ'αριθμ. 179/21-12-1999 απόφασή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που ίσχυε από 28-12-1999 και απελευθέρωσε τα όρια διακύμανσης των νεοεισαγομένων μετοχών, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίζει νομίμως οι διάδίκοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για την αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων των αναιρεσιβλήτων, με την ειδική παραδοχή και "ότι η Διοίκηση του Χρηματιστηρίου και η Επιτροπή της Κεφαλαιαγοράς δεν ακύρωσε την ένδικη συναλλαγή, παρά την αποστολή στις Αρχές αυτές επιστολής του αναιρεσείοντος" αλλά και ότι "η παραβίαση των κανόνων του Κώδικα Δεοντολογίας του Ε.Π.Ε.Υ δεν αποτελεί βάση αποζημιώσεως κατ' αρθ. 914 Α.Κ" καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα (των οποίων το περιεχόμενο όπως καθορίζεται στο αναιρετήριο, ρητά αποκρούεται από το Εφετείο με την συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων), ως προς τη θεμελίωση της ένδικης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
IV. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π. 1055/2005). Με το μοναδικό λόγο του προσθέτου δικογράφου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την προσκομισθείσα αποτύπωση φωνοληψίας, καίτοι ήταν απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, γιατί ούτε στις προτάσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζονται η ημερομηνία της ακρόασης, ο εκδότης ή ο αποτυπώσας τη φωνοληψία, ή εκείνος που ακροάστηκε και επιβεβαιώνει την ακρίβεια της έγγραφης αποτύπωσης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, γιατί δεν επικαλείται ο αναιρεσείων παράλληλα ότι τον ισχυρισμό αυτό απαραδέκτου που στηρίζει τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης προέβαλε στο Εφετείο, όταν προσκομίστηκε η πιο πάνω αποτύπωση της φωνοληψίας έστω και με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών του.
Πρέπει επομένως να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρασταμένων, (πλην της τρίτης) αναιρεσιβλήτων, όσες είχαν ενιαία ή χωριστές παραστάσεις κατά τα εις το διατακτικό (αρθ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-3-2006 αίτηση αναίρεσης και το 18-12-2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4254/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ χωριστά για κάθε μία των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και ενιαία για τις τετάρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ