446/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated446/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένσταση αυτή δεν συνιστά δόλια συμπεριφορά του εργοδότη ούτε αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης, σε περίπτωση δε ευδοκίμησής της, επιφέρει απλώς τη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράλειψης της προαγωγής του ενάγοντα και της προαγωγής των προτεινομένων από αυτόν, προς σύγκριση, με την αγωγή του (Ολ.Α.Π. 14/1998).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 446 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., που παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Ρήγου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της Ανώνυμης Τραπεζιτικής εταιρίας που φέρει την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" (πρώην επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.), που εδρεύει στην ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μακρυνιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.11.1996 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2871/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8745/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-10-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 10.1.2008 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με την δικαιοπραξία, τα αποτελέσματα αυτής εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), αυτά επέρχονται όταν θα συμβεί το γεγονός, κατά δε το άρθρο 207 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση λογίζεται ότι πληρώθηκε, αν η πλήρωση παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης από εκείνον, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια δικαιοπραξία, υπό αναβλητική αίρεση, επί της οποίας έχει εφαρμογή το άρθρο 207 Α.Κ., είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνείται μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή του τελευταίου ή η χορήγηση μισθολογικών ή άλλων παροχών, που βελτιώνουν τη θέση του στην επιχείρηση, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων θα διαπιστώνεται από τον εργοδότη ή όργανό του, γεγονός που συμβαίνει, όταν η υπό προϋπόθεση βαθμολογική ή μισθολογική εξέλιξη του υπαλλήλου προβλέπεται από Κανονισμό της επιχείρησης, που έχει συμβατική ισχύ.
Στην περίπτωση αυτή, παρακώλυση της πλήρωσης της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστης υφίσταται και όταν κρίνεται από τον εργοδότη ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις προαγωγής ή μισθολογικής εξέλιξης, πλην όμως η κρίση του αυτή, κατ' αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων, είναι ολοφάνερα άδικη. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 297 και 298 Α.Κ., προκύπτει ότι ο εργοδότης, εναγόμενος από μισθωτό του, για, κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ., παράλειψη της προαγωγής του, έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση, προς άμυνα κατά της αγωγής, διακωλυτικής, κατά της αξίωσης του μισθωτού, προς προαγωγή, ένστασης, που θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής ενός ή περισσοτέρων συναδέλφων του ενάγοντα, οι οποίοι θα είχαν προαχθεί, αντ' αυτού, αν δεν είχαν προαχθεί, κατά παράλειψη του ενάγοντα, αυτοί που αναφέρονται στην αγωγή.
Η ένσταση αυτή δεν συνιστά δόλια συμπεριφορά του εργοδότη ούτε αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης, σε περίπτωση δε ευδοκίμησής της, επιφέρει απλώς τη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράλειψης της προαγωγής του ενάγοντα και της προαγωγής των προτεινομένων από αυτόν, προς σύγκριση, με την αγωγή του (Ολ.Α.Π. 14/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Ότι ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από τη εναγόμενη Τράπεζα ως δόκιμος υπάλληλος, την 11-1-1971, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι για ένα εξάμηνο, μετά τη λήξη του οποίου εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό του Λογιστικού Κλάδου, με τον βαθμό του βοηθού λογιστή, η εργασιακή του δε αυτή σχέση διέπεται και από τον Οργανισμό Προσωπικού της Τράπεζας, ο οποίος έχει συμβατική ισχύ και τον οποίο αποδέχθηκε ο ενάγων.
Ότι, περαιτέρω, εξελίχθηκε υπηρεσιακά μέχρι και τον βαθμό του Τμηματάρχη Α', στον οποίο προήχθη κατ' εκλογή την 1-1-1992. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και έχει φοιτήσει στη μονοετή σχολή λογιστών της "ΠΑΛΜΕΡ". Αρχικά τοποθετήθηκε και ασχολήθηκε στο τμήμα πληροφοριών και τον Μάιο του 1974 μετατέθηκε στην τότε Περιφερειακή Δ/νση Καταστημάτων Επαρχιών, όπου ασχολήθηκε μέχρι τον Ιούνιο του 1990, στο τμήμα 2 της οποίας τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος, με δικαίωμα Β' υπογραφής από 1-6-1986.
Ότι η εργασία, που ως προϊστάμενος του τμήματος αυτός εκτελούσε ο ενάγων, συνίστατο στον έλεγχο και την επεξεργασία προτάσεων καθορισμού ορίων πιστούχων των καταστημάτων επαρχιών της ως άνω Δ/νσης, που υπάγονταν στο τμήμα 2, καθώς και τον έλεγχο λοιπών στοιχείων δραστηριότητας των καταστημάτων, τα δε τμήματα της Δ/νσης αυτής ήταν τέσσερα (4), με αντίστοιχους προϊσταμένους.
Ότι το έτος 1990 η Δ/νση αυτή χωρίσθηκε σε 4 περιφερειακές διευθύνσεις, ο δε ενάγων τοποθετήθηκε στη Δ/νση Καταστημάτων Νήσων ..., ... και ..., όπου άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος, με δικαίωμα Β' υπογραφής από 1-6-1990. Στη συνέχεια ο ενάγων, με την υπ' αριθμ. 75Β/18-7-1991 πράξη της Γενικής Δ/νσης τοποθετήθηκε Προϊστάμενος Τμήματος Δ/νσης Καταστημάτων Ι και IV, όπου και υπηρέτησε συνεχώς, ως προϊστάμενος τμήματος μέχρι την 31-3-1994, οπότε και μετατέθηκε στη Δ/νση Καθυστερήσεων και τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος του τμήματος ΙΙ αυτής, με δικαίωμα Β' υπογραφής από 1-4-1994.
Η μετάθεσή του έγινε κατόπιν αιτήσεώς του. Αντικείμενο της εργασίας του, ως προϊσταμένου του άνω τμήματος, ήταν η επεξεργασία υποθέσεων, που βρίσκονταν σε καθυστέρηση, η επικοινωνία, στα πλαίσια της επεξεργασίας αυτής, με τα καταστήματα, που ανήκαν στο Τμήμα του καθώς και η εισήγηση στη Δ/νση επί υποβαλλομένων αιτημάτων πελατών ή καταστημάτων, για τις ανάγκες δε της εργασίας του χρησιμοποιούσε προσωπικό υπολογιστή (PC), ενώ ίδια εργασία εκτελούσαν και οι λοιποί προϊστάμενοι, ο καθένας για το τμήμα του.
Ότι στη Δ/νση αυτή υπήρχαν πέντε προϊστάμενοι τμημάτων, μαζί με τον ενάγοντα, χωρίς να έχουν υφισταμένους. Ότι, από τα δελτία αξιολόγησης των ετών 1990-1996, για τα αξιολογικά κριτήρια: ευφυϊα, κρίση, ενδιαφέρον, ζήλος, ποιοτική και ποσοτική απόδοση, χαρακτήρας, υπηρεσιακή κατάρτιση, κοινωνική παράσταση και κοινωνικές σχέσεις, πρωτοβουλία και διοικητική ικανότητα και με άριστα το "10", έλαβε μέσο όρο βαθμολογίας 8,4 - 8,4 - 8,2 - 8,2 - 8,1 - 8,6, αντίστοιχα.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι, σύμφωνα και με τον Κανονισμό της εναγομένης, στο άρθρο 10 παρ. 2 του οποίου ορίζεται ότι η προαγωγή των υπαλλήλων, από τον βαθμό του Υποτμηματάρχη και άνω, γίνεται άπαξ του έτους, προτάσει του Συμβουλίου Δ/ντών, από το Διοικητικό Συμβούλιο, μόνο κατ' εκλογήν και εφόσον έχει συμπληρωθεί τουλάχιστον τριετία ευδόκιμης υπηρεσίας σε κάθε βαθμό, το έτος 1996 και αφού προηγήθηκε σχετική ανακοίνωση προς το προσωπικό, έγιναν από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας οι κρίσεις, για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων, Λογιστικού κλάδου, στον βαθμό του Εντεταλμένου Δ/νσεως.
Έτσι, κατά την συνεδρίασή του, της 25-4-1996 το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης προήγαγε κατ' εκλογή στον ως άνω βαθμό, με αρχαιότητα από 1-1-1996, 22 τμηματάρχες, μεταξύ των οποίων και τους από τον ενάγοντα προτεινόμενους προς σύγκριση: ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ, ενώ δεν προήγαγε στον βαθμό αυτόν τον ενάγοντα, για τον οποίο το Συμβούλιο των Δ/ντών δεν είχε κάνει πρόταση.
Με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτό ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς μόνο έναντι του προαχθέντος ΑΑ. Στη συνέχεια, το Εφετείο έκρινε, ότι από τα στοιχεία, τα οποία αναλυτικά, για κάθε συγκρινόμενο αναφέρει, σχετικά με τα υπηρεσιακά προσόντα τους, ότι δεν υπήρξε υπεροχή και δη ολοφάνερη του ενάγοντα, κατά τα ειδικότερα στην απόφαση εκτιθέμενα, έναντι των τριών, ως άνω, υπολοίπων συναδέλφων του, τους οποίους αυτός πρότεινε προς σύγκριση και, συνεπώς, σε σχέση με αυτούς, δεν εμπόδισε, καθόσον αφορά τον ενάγοντα, την πλήρωση της συμβατικής αναβλητικής αίρεσης εναντίον της καλής πίστης.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι: α) Ο ΒΒ προσελήφθη την 2-11-1967, αρχικά ως κλητήρας και στη συνέχεια μετετάγη στον Λογιστικό Κλάδο, ότι προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-1992, είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής και γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα. Υπηρέτησε στη Δ/νση Καταστημάτων Αττικής, την οποία άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος από το 1989 μέχρι και την ως άνω προαγωγή του, με δικαίωμα β' υπογραφής.
Κατά τα έτη 1990-1996 είχε Μ.Ο.Β 8 - 8,2 - 8,2 - 8,2 - 8,3 - 8,5 και 8,5, ο δε προϊστάμενος της Δ/νσης, στην οποία υπηρετούσε εισηγήθηκε την κατ' εκλογή προαγωγή του, β) Η ΓΓ, προσελήφθη το 1982, ως υπάλληλος του Κέντρου Μηχανογραφίας, έχοντας σχετικό τίτλο σπουδών, με τον βαθμό του Λογιστή Α' (ήτοι με τον 7ο βαθμό του Λογιστικού Κλάδου, εισαγωγικός βαθμός του οποίου είναι 0 11ος, ήτοι του δοκίμου) και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη κατ' εξαίρεση από 1-1-1992.
Είναι πτυχιούχος της Μαθηματικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πατρών και κάτοχος Master στην επιστήμη της Πληροφορικής, γνωρίζει δε πολύ καλά την αγγλική γλώσσα. Υπηρέτησε στη Δ/νση Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, ως αναλύτρια εφαρμογών, ως προϊσταμένη του Τμήματος Οργανώσεως, της Δ\νσης Οργανώσεως, με δικαίωμα β' υπογραφής καθώς και στη Δ/νση Μηχανογραφικών Εφαρμογών, στην οποία τοποθετήθηκε ως υποδιευθύντρια, με δικαίωμα Α' υπογραφής από 2-5-1995.
Κατά τα έτη 1990-1996 είχε Μ.Ο.Β, τα μεν έτη 1990-91 με 8,7 και 9,2, για τα ως άνω εννέα αξιολογικά κριτήρια (δεν υπήρχε στα δελτία αξιολόγησης το κριτήριο: διοικητική ικανότητα), τα δε έτη 92-96, 9 - 9,1 - 9,2 - 9,4. Προτάθηκε για κατ' εκλογή προαγωγή, γ) Ο ΔΔ προσελήφθη στις 22-10-1973, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' το έτος 1993, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ενώ ο ενάγων αναφέρει ως χρόνο προαγωγής του ΔΔ την 1-1-1992) και είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου.
Στα δελτία αξιολόγησης δεν υπάρχει σχετική σημείωση, για γνώση ξένης γλώσσας. Υπηρέτησε ως Υποδ/ντής στο Κατάστημα ... μέχρι το 1982, στη συνέχεια ως υποδ/ντής του καταστήματος της ... και στη συνέχεια τοποθετήθηκε ως δ/ντής στο Κατάστημα ..., με δικαίωμα Α' υπογραφής από 5-6-1991. Η βαθμολογική αξιολόγησή του ήταν κατά μέσο όρο 8,3 - 8,5 - 8,8 - 8,9 - 9,0.
Στη συνέχεια, το Εφετείο προχώρησε στην εξέταση της διακωλυτικής της προαγωγής ενστάσεως της εναγομένης, σύμφωνα με την οποία και αν ακόμη δεν προαγόταν ο ως άνω ΑΑ, έναντι του οποίου κρίθηκε ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς, θα προάγονταν άλλοι συνάδελφοι του ενάγοντα, οι οποίοι υπερείχαν έναντι αυτού και συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκε η εναγομένη (ότι) θα προαγόταν ένας από τους ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ.
Σχετικά, με την ένσταση αυτή της εναγομένης, το Εφετείο δέχθηκε ειδικότερα τα εξής: α) Για τον ΕΕ: Ότι δεν προσφέρεται προς σύγκριση, γιατί δεν είχε συμπληρώσει τριετή υπηρεσία στον βαθμό του Τμηματάρχη Α', όπως απαιτεί το άρθρο 10 παρ. 2 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης, δοθέντος ότι είχε προαχθεί στο βαθμό αυτόν την 1-1-1994., β) Για τον ΣΤ:
Ότι προσλήφθηκε στις 28-3-1969 (από, προφανή, γραφική παραδρομή αναφέρεται, ως έτος πρόσληψης το 1989) και είχε προαχθεί στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-1992, ότι είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα. Υπηρέτης στη Δ/νση Κεντρικού Καταστήματος, ως προϊστάμενος, με δικαίωμα Β' υπογραφής του Τμήματος Καταθέσεων Τραπεζών και μετατρέψιμων δραχμών από το έτος 1989 και Α' υπογραφής από το 1992.
Ότι από τα δελτία αξιολόγησης των χρονικών περιόδων 1989/1990, 1990/1991, 1991/1992, 1992/1993, 1993/1994 και 1994/1995, προκύπτει ότι είχε βαθμολογηθεί κατ' αυτές, με μέσο όρο βαθμολογίας, 8,3 - 8,3 - 8,3 - 8,4 και 8,5, αντίστοιχα, γ) Για τον ΖΖ: Προσλήφθηκε στις 20-5-1964, προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-1993, είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει την Αγγλική καλά, χωρίς τίτλο σπουδών.
Υπηρέτησε στη Δ/νση Προσωπικού- Τμήμα Εκπαίδευσης, με αντικείμενο εργασίας εισηγητής εκπαιδευτικών προγραμμάτων από το 1989, στην Υποδιεύθυνση Εκπαιδεύσεως, ως προϊστάμενος του Τμήματος εκπαιδεύσεως, με δικαίωμα Β' υπογραφής από τον Μάιο του 1990 και, τέλος, ότι, κατά τα έτη 1990-1995 είχε βαθμολογηθεί με μέσο όρο 8,8 - 8,7 - 8,7 - 9,1 - 8,6 - 8,3 - 8,2, αντίστοιχα, δ) Για τον ΗΗ:
Προσλήφθηκε την 1-8-1979 στο Λογιστικό Κλάδο και εντάχθηκε στον βαθμό του Λογιστή Α', κατ' εξαίρεση, ως πτυχιούχος Ανωτάτης Σχολής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 του Οργανισμού Προσωπικού, την 1-1-1989 προήχθη στον βαθμό του Υποτμηματάρχη, την 1-1-1989 στον βαθμό του Τμηματάρχη Β' και την 1-1-1992 στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' .
Είναι πτυχιούχος του Μαθηματικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει κάνει σπουδές στην Πληροφορική στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων και γνωρίζει πολύ καλά τη Γαλλική και καλά την Αγγλική γλώσσα. Υπηρέτησε στη Δ/νση Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, ως προϊστάμενος τμήματος προγραμματισμού τερματικών, με δικαίωμα Β' υπογραφής από το 1989 και στη Δ/νση Μηχανογραφικών Εφαρμογών, ως προϊστάμενος υπηρεσίας υποστηρίξεως από το 1994, με δικαίωμα Β' υπογραφής.
Κατά τα έτη 1990 έως 1996 είχε βαθμολογηθεί με Μ.Ο.Β. 8,5 - 8,7 - 8,9 - 8,6 - 8,7 και 8, 8, αντίστοιχα. Από τη συγκεκριμένη αντιπαράθεση των, κατά τα άνω, προσόντων του αναιρεσείοντος με αυτά των επίσης παραληφθέντων συναδέλφων του ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, προκύπτει ότι ο ενάγων υπερείχε του ΣΤ στην ποιοτική αξιολόγηση (βαθμολογία), ενώ ήταν ισοδύναμος με αυτόν στις σπουδές, την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων και την αρχαιότητα στο βαθμό του Τμηματάρχη Α, υστερούσε δε μόνο ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα έναντι του συναδέλφου του, πλην, όμως, η υπεροχή του ΣΤ μόνο στο τυπικό αυτό προσόν (κατά 21 μήνες) δεν μπορεί να προσδώσει σ' αυτόν και υπεροχή έναντι του ενάγοντος.
Αντιθέτως, δέχεται το Εφετείο, ο ΖΖ υπερτερούσε του ενάγοντος ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, στη γνώση ξένης γλώσσας και στην ποιοτική αξιολόγηση των ετών 1990-1995, ήταν δε και οι δύο απόφοιτοι Γυμνασίου, είχαν ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα, ενώ ο ενάγων υπερείχε ως προς την αρχαιότητα, στο βαθμό του Τμηματάρχη, κατά ένα χρόνο.
Ο ΗΗ υπερτερούσε του ενάγοντος στην κατοχή πτυχίου Ανωτάτης Σχολής και στις σπουδές, στην επιστήμη της πληροφορικής, σε Πανεπιστήμιο των Παρισίων, στη γνώση ξένων γλωσσών και στη βαθμολογία των ετών 1990- 1996, ήταν δε ισοδύναμοι στην αρχαιότητα, στον κατεχόμενο βαθμό, ενώ άσκησαν και οι δύο υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος.
Τέλος, ενόψει της κατ' εξαίρεση πρόσληψης του ΗΗ και της ένταξής του απευθείας στον 7ο βαθμό της ιεραρχίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος, για υπεροχή του ενάγοντος έναντι του συναδέλφου του, ως προς τη Γ.Υ.Α.. Επομένως, δέχθηκε το Εφετείο, και αν ακόμη δεν είχε προαχθεί ο ΑΑ, κατά τις ως άνω κρίσεις, έναντι του οποίου δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς και πάλι δεν θα προαγόταν ο ενάγων, γιατί θα έπρεπε να προαχθεί, κατά τις αρχές της καλής πίστης, στον βαθμό του Εντεταλμένου Δ/νσεως, αντί γ' αυτόν, ένας από τους άνω δύο συναδέλφους του, ήτοι ο ΖΖ ή ο ΗΗ, οι οποίοι υπερτερούσαν εκείνου ως προς τα εν γένει υπηρεσιακά προσόντα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η διακωλυτική ένσταση, που πρότεινε η εναγομένη είναι νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του ενάγοντα κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του, αφενός μεν διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό αυτής και αφετέρου ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201, 207 και 281 Α.Κ.
Επίσης, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που προσκόμισε ο ενάγων, καθώς και τους προβληθέντες ισχυρισμούς του, σχετικά με τα εν γένει υπηρεσιακά προσόντα τόσον αυτού, όσο και των λοιπών συναδέλφων του, με τους οποίους συγκρίθηκε, κατά τα ανωτέρω, τα οποία (έγγραφα-ισχυρισμούς) συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να οδηγηθεί στο ως άνω δικανικό συμπέρασμά του.
Μετά από αυτά ο τέταρτος, εκ του άρθρου δε 559 περ. 1, 8, 11 και 19 λόγος της ένδικης αιτήσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 περ. 8 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση, κατάργηση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 περ. 14 προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση νόμου δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό, λόγω αοριστίας, αλλά θεώρησε ή δεν θεώρησε ως επαρκή τα εκτιθέμενα, για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα. Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται:
α) για παράβαση, που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους Α και Β' λόγους της αιτήσεώς του, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, αντίστοιχα: α)ότι η, κατά τα άνω, διακωλυτική ένσταση της εναγομένης έπρεπε να απορριφθεί, ως αόριστη, γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι οι προς σύγκριση προτεινόμενοι συνάδελφοι του ενάγοντα παραλείφθηκαν, κατά τις ως άνω προαγωγές, β) ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθησαν υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν από την εναγομένη, ήτοι ότι οι εν λόγω, προς σύγκριση προταθέντες, παραλείφθηκαν, κατά τις ως άνω προαγωγικές κρίσεις, ενώ κάτι τέτοιο δεν είχε ισχυρισθεί η εναγομένη.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι α) δεν προτάθηκαν, ως λόγοι εφέσεως από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της εφέσεώς του ούτε ο ίδιος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, β) διότι, σε κάθε περίπτωση, τα ανωτέρω δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, αφού ο ισχυρισμός της εναγομένης, που αποτελεί, εν προκειμένω το "πράγμα", εναντίον του οποίου βάλλει ο αναιρεσείων, ήταν η προβολή της ως άνω διακωλυτικής ένστασης, με την αναφορά σ' αυτή των υπαλλήλων της, οι οποίοι, κατ' αυτήν, θα προάγονταν, αν δεν προαγόταν ο ως άνω ΑΑ, ως υπερτερούντες, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα του ενάγοντα, τα δε λοιπά στοιχεία, για την αξιολόγησή του, ήταν ζήτημα αποδείξεως.
Αυτά δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, η εναγομένη, εμμέσως πλην σαφώς, περιλαμβάνει και αυτό στον ισχυρισμό της, στον οποίο αναφέρει ότι, αν δεν προαγόταν ο εν λόγω ΑΑ, θα προάγονταν οι ως άνω, από αυτήν προταθέντες. Τέλος, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι και ο υπό στοιχ. Γ', εκ του άρθρου δε 559 περ. 8 Κ.Πολ.Δικ.
λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν από την εναγομένη, ήτοι -έλαβε υπόψη του- ότι οι ένδικες προαγωγές έγιναν, προς κάλυψη οργανικών θέσεων, γεγονός το οποίο δεν προτάθηκε ούτε ίσχυε, αφού, στην πραγματικότητα αυτές (προαγωγές) σκοπούσαν στην "ελεύθερη επιλογή συγκεκριμένων προσώπων, προς προαγωγή".
Και είναι απαράδεκτος ο ισχυρισμός αυτός, διότι: α) δεν εκθέτει ο ενάγων, σε περίπτωση αληθείας του ισχυρισμού του, ποια διαφοροποίηση θα επερχόταν στην ουσία της υποθέσεως και, συνεπώς, ποιο είναι το έννομο συμφέρον του, στο οποίο στηρίζει τον ισχυρισμό αυτό, αφού, μολονότι έμμεσα αμφισβητεί την νομιμότητα των εν λόγω προαγωγών, για την ανωτέρω αιτία, εντούτοις ζητεί να συμπεριληφθεί και αυτός στις προαγωγές αυτές, β) δεν αποτελεί ο ισχυρισμός αυτός "πράγμα", κατά την ανωτέρω έννοια ούτε η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να προτείνει κάτι τέτοιο, αλλά αποτελούσε αντικείμενο αποδείξεως, όπως και έγινε, αφού το ότι οι εν λόγω προαγωγές έγιναν προς κάλυψη οργανικών θέσεων, περιλαμβάνεται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης, συμπέρασμα, στο οποίο οδηγήθηκε το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων.
Τέλος, να σημειωθεί, ότι, αντικείμενο της δίκης, σε περίπτωση παράλειψης προαγωγής υπαλλήλου, συνδεομένου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, είναι η διερεύνηση, αν η παράλειψη αυτή έγινε κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη, ήτοι εάν, μολονότι ο προσφεύγων είχε τα κατά νόμο προσόντα και υπερείχε καταφανώς άλλων, προαχθέντων συναδέλφων του, ο εργοδότης ή το αρμόδιο προς τούτο όργανό του, παρέλειψε την προαγωγή του και όχι οι ενδεχόμενες τυπικές παραλείψεις, κατά την διαδικασία των προσαγωγικών κρίσεων, οι οποίες, όμως, δεν σχετίζονται άμεσα με ττην ουσία της υποθέσεως, ήτοι με το εάν οι κρίσεις είναι ή όχι κατάφορα άδικες.
Επειδή, μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά τα διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8745/2003 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ