446/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 446 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2007
Legislator headnote
AI generated446/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 446 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2007
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 446 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 446/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α.Ε. "Κ. και Μ. Επανωμεριτάκης", που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πέππα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 537/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 593/2004 και 591/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-9-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 8-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ. ΑΠ 33/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάσθηκε ερήμην κατά την πρώτη συζήτηση η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της εφέσεως κατά αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος κατά την πρώτη συζήτηση, εάν πρόκειται για ερήμην απόφαση που έχει εκδοθεί σε ειδική διαδικασία που η απουσία του εναγομένου δεν συνεπάγεται τεκμήριο ομολογίας ή παραιτήσεώς του αλλά αυτός δικάζεται σαν να ήταν παρών, μετά την εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δικαιούται να προβάλει αυτός στο Εφετείο όλους τους ισχυρισμούς που θα μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως χωρίς να υπόκειται σε κανένα περιορισμό (ΑΠ 218/2000).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 678 έως 681 ΚΠολΔ), επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης, που πρωτοδίκως είχε δικασθεί ερήμην μεν αλλά σαν να ήταν παρούσα, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία προκειμένου να ανεγείρει ξενοδοχειακή μονάδα Α΄Α΄ τάξεως σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της, εκτάσεως 71 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση ..... της περιφέρειας ..... , ανέθεσε την εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης στην αρχιτέκτονα μηχανικό ..... και τη μελέτη του φέροντος οργανισμού στην παραπάνω και τον πολιτικό μηχανικό ...... . Οι μελέτες αυτές καθώς και οι σχετικές με τις εγκαταστάσεις (υδραυλικές, ηλεκτρομηχανικές και άλλες), που αφορούσαν την κατασκευή κτιριακού συγκροτήματος 47 κτιρίων συνολικού εμβαδού 13.257 τετραγωνικών μέτρων, εκπονήθηκαν και ακολούθως εκδόθηκε η με αριθμ. .... άδεια οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Ηρακλείου και το μήνα Ιανουάριο του έτους 1991 άρχισε η κατασκευή του συγκροτήματος υπό τη γενική επίβλεψη της παραπάνω μηχανικού - αρχιτέκτονος. Κατά την πρόοδο των εργασιών και αφού είχε εκτελεστεί μεγάλο μέρος των χωματουργικών έργων αλλά και θεμελιώσεις και κατασκευές σκελετών κτιρίων από οπλισμένο σκυρόδεμα και κεντρικές ηλεκτρικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις, προέκυψαν δυσχέρειες στην εφαρμογή των μελετών, λόγω των απότομων και ανώμαλων κλίσεων του εδάφους και της συνεκτικότητας του αλλά και προβλήματα στη συνεργασία των εκπροσώπων της εκκαλούσας με την έχουσα τη γενική επίβλεψη παραπάνω αρχιτέκτονα που οδήγησαν την αναιρεσίβλητη στην απόφαση αντικαταστάσεώς της. Ο αναιρεσείων αρχιτέκτονας μηχανικός και μέλος του ΤΕΕ προσφέρθηκε να εκπονήσει νέα μελέτη με έκπτωση επί των τιμών της αρχικής του προσφοράς 10% και κατόπιν τούτου υπογράφηκε από τα διάδικα μέρη το από 1-11-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ανατέθηκε στον αναιρεσείοντα η εκπόνηση νέας αρχιτεκτονικής μελέτης, με διερεύνηση της χωροθέτησης και μορφολογίας του συγκροτήματος, έναντι αμοιβής ποσού 15.000.000 δραχμών, και παράλληλα ανατέθηκε σε άλλους η εκπόνηση των απαιτουμένων συμπληρωματικών μελετών των φερόντων οργανισμών και των εγκαταστάσεων. Με την από 12-4-1992 επιστολή του ο αναιρεσείων ζήτησε να ανατεθεί σ'αυτόν η γενική επίβλεψη εκτέλεσης του έργου, από το στάδιο στο οποίο βρισκόταν, με αμοιβή 600.000 δραχμών ανά μήνα και επί πλέον 600.000 δραχμών ανά τρίμηνο για την απασχόλησή του τις πρωϊνές και απογευματινές ώρες τεσσάρων ημερών ανά μήνα για την παρακολούθηση και το συντονισμό των εργασιών και την επιλογή των υλικών και για δύο έκτακτες επισκέψεις ανά μήνα στο εργοτάξιο, εν τέλει όμως οι διάδικοι συμφώνησαν και ανατέθηκε στον εφεσίβλητο η επίβλεψη αντί αμοιβής ποσού 14.300.000 δραχμών που θα καταβαλλόταν σε μηνιαίες δόσεις των 300.000 δραχμών. Μετά την εκπόνηση των σχετικών μελετών, αναθεωρήθηκε την 17-2-1994 η 607/1990 άδεια οικοδομής ως προς την αλλαγή της θέσης και της μορφής των κτισμάτων και την αύξηση του συντελεστή δόμησης κατά 1077 τετρ. μέτρα και παράλληλα υποβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη σχετική δήλωση περί αναθέσεως της γενικής επίβλεψης του έργου και των εργασιών του περιβάλλοντος χώρου στον αναιρεσείοντα, ενώ η επίβλεψη των στατικών και των εγκαταστάσεων ανατέθηκε σε τρίτους. Με βάση τα δεδομένα του από 12-2-1994 προϋπολογισμού, που κατάρτισε ο αναιρεσείων σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 515/1989, και εγκρίθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Ηρακλείου για την αναθεώρηση της άδειας οικοδομής, το συνολικό κόστος του έργου ανερχόταν σε 357.822.985 δραχμές και βάσει του ποσού της προϋπολογισθείσης αυτής δαπάνης προέβη στον προσδιορισμό του ύψους των αμοιβών για τις μελέτες και επιβλέψεις. Η αμοιβή επίβλεψης των αρχιτεκτονικών προσδιορίστηκε σε 15.378.023 δραχμές και η αμοιβή επίβλεψης για τις διαμορφώσεις του περιβάλλοντος χώρου προσδιορίστηκε σε 1.178.267 δραχμές. Στην από 16-8-1994 επιστολή του προς το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης ο αναιρεσείων προσδιόριζε την αμοιβή του για την επίβλεψη των αρχιτεκτονικών κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1992 έως 30-7-1994 σε 5.100.000 δραχμές (17 μήνες Χ 300.000 δραχμές) - μετά την αφαίρεση του ποσού που αντιστοιχούσε στην αμοιβή τεσσάρων μηνών, λόγω απουσίας του - και το υπόλοιπο της αμοιβής για την ίδια αιτία μέχρι την ολοκλήρωση του έργου σε 8.000.000 δραχμές. Τον Ιανουάριο του έτους 1997 συνετάγη νέος προϋπολογισμός βάσει των συντελεστών του πρώτου τριμήνου του 1997 και με βάση τον προϋπολογισμό αυτό οι αμοιβές επίβλεψης των μηχανικών για τα κτίσματα, τον περιβάλλοντα χώρο, τις πισίνες και τις εγκαταστάσεις βιολογικού ανήλθαν σε 45.496.323 δραχμές, από τις οποίες ποσό 24.004.000 δραχμών αφορούσε τον αναιρεσείοντα, στον οποίο κατά την πορεία των έργων η αναιρεσίβλητη κατέβαλε διάφορα ποσά έναντι της αμοιβής επίβλεψης και εκδίδονταν σχετικές αποδείξεις ή επιταγές. Επειδή, κατά το στάδιο της ηλεκτροδότησης των εγκαταστάσεων, έπρεπε να αποδεικνύεται η καταβολή των αμοιβών αυτών, την 12-4-1997 η αναιρεσίβλητη κατέθεσε στην Εθνική Τράπεζα σε λογαριασμό του ΤΕΕ υπέρ του αναιρεσείοντος και της συνεργάτιδας συζύγου του, για λογαριασμό του, το συνολικό ποσό των 24.004.000 δραχμών και τον ανάλογο ΦΠΑ ως συνολική αμοιβή επίβλεψης, όπως είχε υπολογιστεί από τον αναιρεσείοντα. Επακολούθησαν η άσκηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της από της από 16-1-1998 αγωγής, με την οποία αναζητούσε ποσό 17.305.508 δραχμών ως αχρεωστήτως καταβληθέν και η εκ μέρους του αναιρεσείοντος άσκηση της από 1-10-1998 αγωγής, με την οποία, εκτός από τις αμοιβές για τη σύνταξη μελετών και προμελετών, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 75.038.000 δραχμών ως αμοιβή επίβλεψης, με βάση την πραγματοποιηθείσα δαπάνη του έργου, η οποία, κατά την αγωγή εκείνη, ανήλθε κατ' ελάχιστο στο ποσό των 2.755.000.000 δραχμών καθώς το ποσό των 13.480.000 δραχμών για την επίβλεψη πρόσθετων εργασιών. Επί πλέον ζητούσε να του καταβληθεί ως ειθισμένη αμοιβή ποσό 4.000.000 δραχμών, για τη μελέτη των αρχιτεκτονικών λεπτομερειών, διακόσμηση και επιλογή υλικών. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε ερήμην της αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν παρούσα και έγινε εν μέρει δεκτή με την 375/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά της οποίας ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και εκδόθηκε σχετικά η 235/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με την οποία η αγωγή κρίθηκε αόριστη ως προς τα κονδύλια των αμοιβών για μελέτες και επιβλέψεις και μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης η αγωγή έγινε δεκτή ως προς τα κονδύλια για τα οποία είχε συμφωνηθεί κατ' αποκοπή αμοιβή (σύνταξη προμελέτης μαρίνας και μελέτη αρχιτεκτονικών λεπτομερειών, διακόσμησης και επιλογής υλικών). Μετά από αυτά ασκήθηκε η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, που αφορά την αμοιβή επίβλεψης που υπολογίζεται από τον αναιρεσείοντα σε ποσοστό επί της πραγματοποιηθείσης δαπάνης των εκτελεσθεισών εργασιών ποσού 4.900.000 δραχμών με βάση την κατηγορία (IV). Ανεξάρτητα όμως από το ότι ο αναιρεσείων δεν επέβλεψε εξ αρχής τη κατασκευή του έργου και ότι κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 1997 που φέρεται ότι παράδωσε το έργο, δεν είχαν ολοκληρωθεί οι κατασκευές, αφού κατά το έτος αυτό το ξενοδοχείο λειτούργησε με 259 δωμάτια και σύνολο κλινών 465, δεν υπήρξε συμφωνία των διαδίκων για υπολογισμό της αμοιβής επιβλέψεως του αναιρεσείοντος βάσει της πραγματοποιηθείσης δαπάνης, η οποία με βάση τα στοιχεία που υποβλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας για την υπαγωγή της ανέγερσης του ξενοδοχειακού συγκροτήματος σε καθεστώς επιδοτήσεως (ποσοστό επί της πραγματοποιηθείσης δαπάνης) ανήλθε σε 4.000.000.000 δραχμές, από τα οποία εγκρίθηκαν από την αρμόδια υπηρεσία 2.775.000 δραχμές, σημειωτέον δε ότι στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται και οι δαπάνες αγοράς ειδών μηχανολογικού και ξενοδοχειακού εξοπλισμού. Από τον αναιρεσείοντα δεν τέθηκαν υπόψη της αναιρεσίβλητης στοιχεία από τα οποία να προκύπτει μεγαλύτερη από την εγκριθείσα δαπάνη κατασκευής του έργου, από τα οποία αυτή εξαρτούσε το ύψος της επιδότησης. Ενόψει όλων των παραπάνω περιστάσεων, η εκ μέρους του αναιρεσείοντος διεκδίκηση αμοιβής με βάση την πραγματοποιηθείσα δαπάνη, για πρώτη φορά μετά την πάροδο σειράς ετών από την κατάρτιση της συμβάσεως και αφού είχε προηγηθεί συμφωνία για ανάληψη της επίβλεψης με βάση την παραπάνω συμφωνία και υπολογισμός της αμοιβής αυτής εκ μέρους του αναιρεσείοντος βάσει στοιχείων (τιμών μονάδος) που δεν τέθηκαν υπόψη του εργοδότη, στον οποίο κατά τη διάρκεια των ετών κατά τα οποία διήρκεσε η εκ μέρους του εφεσίβλητου επίβλεψη του έργου εύλογα δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ο αναιρεσείων μηχανικός είχε παραιτηθεί από το δικαίωμά του για διεκδίκηση αμοιβής βάσεις της πραγματοποιηθείσης δαπάνης ασκείται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που τάσσει ο νόμος στην άσκηση των δικαιωμάτων. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ, όπως κατ' ένσταση προέβαλλε η αναιρεσίβλητη, και απέρριψε την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 398.000 ευρώ ως αμοιβή για την επίβλεψη του προαναφερομένου έργου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες αναφορικώς με την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος. Επομένως, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Ως προς τις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις, περί απαραδέκτου προβολής της άνω ενστάσεως με την έφεση και περί αοριστίας αυτής (ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ) ο πρώτος λόγος, κατά μεν την πρώτη αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι η ανωτέρω ένσταση, ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη (εκκαλούσα) δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, μπορούσε να προβληθεί μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως και όχι με τις προτάσεις (άρθρο 528 εδαφ. β ΚΠολΔ), κατά δε τη δεύτερη αιτίαση είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η αοριστία, δηλαδή ποια στοιχεία λείπουν και ήταν αναγκαία για την επάρκεια του ισχυρισμού αυτού. Ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση περί λήψεως υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων μη προταθέντων και εχόντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα φερόμενα ως μη προταθέντα πραγματικά περιστατικά διαλαμβάνονται στο εφετήριο.
Με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο: α) ότι έλαβε υπόψη την 186/2004 ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ηρακλείου ένορκη βεβαίωση, την οποία η αναιρεσίβλητη ουδόλως επεκαλέσθη με τις προτάσεις της και β) ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο και ως αποδεικτικά μέσα προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα, ήτοι τις από 17.3.1999 έγγραφες προτάσεις που είχε υποβάλει η αναιρεσίβλητη επί προηγούμενης αγωγής του, το από 10.10.1991 συμφωνητικό, την περιεχόμενη στο 281/1998 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατάθεση του μάρτυρα ...., που δόθηκε στα πλαίσια προηγούμενης δίκης, την 235/2000 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και την 208/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Ως προς την πρώτη (υπό στοιχείο α) αιτίαση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του εφετηρίου και των κατατεθεισών την 21-9-2004 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης, η τελευταία επικαλείται με τα εν λόγω διαδικαστικά έγγραφα την ως άνω ένορκη βεβαίωση, η οποία είναι η μόνη προσκομισθείσα ενώπιον του Εφετείου και άρα, παρά την έλλειψη αναφοράς του αριθμού αυτής, δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για την 186/2004 ένορκη βεβαίωση, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι ο ενόρκως βεβαιών αναφέρεται με την ιδιότητά του ως μηχανικού. Ως προς τη δεύτερη (υπό στοιχείο β) αιτίαση ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη, πλην άλλων, "και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι" καθώς και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, για τη συνεκτίμηση από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών εγγράφων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.9.2005 αίτηση του ...., για αναίρεση της 591/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ