Legislator Case Law & Legislation
446/2006 AI generated

446/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 446/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Legislator headnote

AI generated

446/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και ακόμη ότι ο αιτών δεν βρισκόταν στις 24-12-1996 στα .... β) Η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος F. V. ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε, ότι ο αιτών στις 24-12-1996 ήταν μαζί του στην Αλβανία. γ) η ένορκη κατάθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου του μάρτυρος A. V., διευθυντή τηλεοπτικού σταθμού στην Αλβανία, ο οποίος κατέθεσε, ότι ο αιτών κατά το χρονικό διάστημα από 20-12-1996 μέχρις αρχές του έτους 1997 βρισκόταν στα Τίρανα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 446 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 446/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Aνδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Ελένη Παναγιωτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος S. ή S.i V. (Σ. Β.) του R. ή P., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 100/1997 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης.

Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιανουαρίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 664/2004.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μαγκλάρα με αριθμό 419/10-10-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 εδ. α' και 528 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 25-1-2004 αίτηση του S. ή S.i V. (Σ. Β.) του P. ή του P., Αλβανού υπηκόου, κατοίκου ..., που εγχειρίσθηκε στις 22-3-2004 από τον αντιπρόσωπό του δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ορέστη Γεωργιάδη, βάσει της από 24-1-2004 εξουσιοδοτήσεώς του, για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αριθμ. 100/1997 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, με την οποία έχει καταδικασθεί για παράνομη οπλοφορία, οπλοχρησία και παράνομη είσοδο στη χώρα σε συνολική ποινή φυλακίσεως 20 μηνών.

1. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 557/2002, 1170/2002 Π Λογ 2002, 651 και 1170 αντίστοιχα).

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθμ. 100/1997 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη, για το λόγο ότι από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, σε συνδυασμό με τις παλιές, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται) ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσίαν.

2. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με το υπ'αριθμ. 109/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης οι 1) R. X., 2) S. M., 3) αιτών (S.I V.) και 4) I. Y., Αλβανοί υπήκοοι, να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι:

Α) οι τρεις πρώτοι α) στα ... στις 24-12-1996 από κοινού με σωματική βία αφαίρεσαν από άλλον ξένα κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα, αφού εφοδιάσθηκαν ο πρώτος με σιδερένιο ρόπαλο και οι δεύτερος και τρίτος με ξύλινα ρόπαλα, εισήλθαν στην οικία του Κ. Μ. και, αφού τον κτύπησαν στο κεφάλι με τα ρόπαλα, αφαίρεσαν ενδύματα και το χρηματικό ποσό των 63.000 δραχμών, β) στον ίδιο τόπο και χρόνο από κοινού με πρόθεση σκότωσαν άλλον και συγκεκριμένα, ενώ ευρίσκονταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κτύπησαν με τα ρόπαλα τον προαναφερόμενο Κ.

Μ. στο κεφάλι και προκάλεσαν σ'αυτόν βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση με πολλαπλά κατάγματα, εξαιτίας των οποίων και επήλθε ο θάνατός του, γ) κατά τον ίδιο επίσης τόπο και χρόνο έφεραν μαζί τους χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής όπλα, δηλαδή τα προαναφερθέντα ρόπαλα, δ) με χρήση των όπλων αυτών διέπραξαν τα ανωτέρω κακουργήματα της ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση, και 3) κατά μήνα Οκτώβριο 1996 εισήλθαν από την Αλβανία στην Ελλάδα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις.

Και, Β) ο τέταρτος (I. Y.) κατά τον ίδιο, ως άνω, τόπο και χρόνο με πρόθεση παρέσχε στους συγκατηγορουμένους του απλή συνδρομή κατά την τέλεση από αυτούς των ανωτέρω κακουργημάτων της ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση. Εν συνεχεία ανεστάλη η διαδικασία στο ακροατήριο για τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους ως τα κακουργήματα και η υπόθεση εισήχθη στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο μόνο για τον τέταρτο κατηγορούμενο και επιπλέον για τις πλημμεληματικού χαρακτήρα συναφείς πράξεις της παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας και παράνομης εισόδου στη χώρα, για τις οποίες παραπέμφθηκαν ο αιτών και ο πρώτος και δεύτερος συγκατηγορούμενοί του.

Με την υπ'αριθμ. 100/1997 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (Μ.Ο.Δ. Θεσ/κης) καταδικάσθηκε, εκτός από άλλους, και ο αιτών για τα προαναφερθέντα πλημμελήματα σε συνολική ποινή 20 μηνών και χρηματική ποινή 200.000 δραχμών. Μετά τη σύλληψη του αιτούντος στις 1-2-2000, εκδικάσθηκε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου η κατ'αυτού κατηγορία και για τα κακουργήματα της ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού και με την υπ'αριθμ. 36-39/2000 απόφασή του καταδικάσθηκε σε ποινές ισόβιας καθείρξεως για την ανθρωποκτονία με πρόθεση και καθείρξεως 20 ετών για τη ληστεία.

Μετά την άσκηση εφέσεως όμως κατά της αποφάσεως αυτής, ο αιτών με την υπ'αριθμ. 20-21/2002 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε αθώος για τις προαναφερόμενες πράξεις. 'Ηδη με την υπό κρίση αίτησή του ο αιτών ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση, επικαλούμενος ως λόγο αυτής την μετά την οριστική καταδίκη του αποκάλυψη νέων, άγνωστων στους δικαστές που δίκασαν γεγονότων και αποδείξεων, οι οποίες σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάσθηκαν.

Προς απόδειξη αυτών επικαλείται και προσκομίζει τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν και ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης και οδήγησαν στην αθώωσή του με την υπ'αριθμ. 20-21/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού για τα κακουργήματα της ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού και είναι τα εξής:

α) η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος L. Z., Αλβανού υπηκόοου, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 18-1-2002, κατά την οποία εκδόθηκε η προαναφερόμενη αθωωτική απόφαση. Ο μάρτυρας αυτός, που είχε εξετασθεί κατά την προδικασία και η ένορκη κατάθεσή του αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω υπ'αριθμ. 36-39/2000 καταδικαστική απόφαση, κατέθεσε ότι ο αιτών δεν είναι εκείνος στον οποίο αναφέρεται στην προανακριτική του κατάθεση, αλλά άλλος με το όνομα V.

και ακόμη ότι ο αιτών δεν βρισκόταν στις 24-12-1996 στα .... β) Η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος F. V. ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε, ότι ο αιτών στις 24-12-1996 ήταν μαζί του στην Αλβανία. γ) η ένορκη κατάθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου του μάρτυρος A. V., διευθυντή τηλεοπτικού σταθμού στην Αλβανία, ο οποίος κατέθεσε, ότι ο αιτών κατά το χρονικό διάστημα από 20-12-1996 μέχρις αρχές του έτους 1997 βρισκόταν στα Τίρανα.

δ) Η από 1-12-2000 "υπεύθυνη δήλωση" του Ε. Β., κατοίκου ..., στην οποία αναφέρεται ότι "από τον Ιούνιο του έτους 1996 το είχε (τον αιτούντα) κοντά του στην οικογένεια, διότι ησχολείτο με την ανέγερση του σπιτιού μέχρι τον Απρίλιο του έτους 1997". ε) Η από 14-3-2000 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Pakugan IRI Fushe της Αλβανίας, στην οποία αναφέρεται επίσης ότι ο αιτών από μήνα Ιούνιο 1996 μέχρι το μήνα Απρίλιο 1997 "βρισκόταν κοντά στην οικογένειά του και ασχολούνταν με την επισκευή της οικίας του θείου του Ε.

V.". στ) Η από 1-12-2000 "υπεύθυνη δήλωση" του Χ. Τ., κατοίκου ..., στην οποία αναφέρεται ότι ο αιτών κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 1996 μέχρι Απρίλιο 1997 εργάσθηκε μαζί του στην επισκευή της οικίας του Ε. Β.. ζ) Η από 16-11-2000 βεβαίωση της Κοινότητας Σουρόϊ Αλβανίας, στην οποία αναφέρεται, ότι στην εν λόγω Κοινότητα υπάρχουν πολλά άτομα με το ονοματεπώνυμο του αιτούντος.

η) Η από 10-12-2000 βεβαίωση του δημογέροντα της Κοινότητας Πασκουκιάν της Αλβανίας, στην οποία αναφέρεται επίσης, ότι ο αιτών κατά το ίδιο χρονικό διάστημα βρισκόταν στο χωριό του στην Αλβανία. θ) Το από 14-3-2000 πιστοποιητικό γεννήσεως και οικογενειακής καταστάσεως, που έχει εκδοθεί από το Επαρχιακό Συμβούλιο Τιράνων και από το οποίο προκύπτει, ότι κατά το χρόνο τελέσεως των ανωτέρω πράξεων ο αιτών ήταν 19 ετών και όχι 23-24, όπως είχε κατατεθεί κατά την προανάκριση από το μάρτυρα I.

Y.. Και, ι) η από 17-1-2002 βεβαίωση του ΟΑΕΔ Καβάλας, στην οποία αναφέρεται ότι ο αιτών είναι από 9-2-1998 νόμιμος κάτοχος νομιμοποιητικού εγγράφου παραμονής του στην Ελλάδα. Τα προαναφερόμενα γεγονότα και στοιχεία, συνδυαζόμενα και με αυτά που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν πράγματι φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος των αξιόποινων πράξεων της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, που φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 24-12-1996 και για τις οποίες καταδικάσθηκε.

Τα ίδια όμως στοιχεία δεν καθιστούν καθόλου φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος και της αξιόποινης πράξεως της παράνομης εισόδου στη χώρα, που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά μήνα Οκτώβριο 1996 και για την οποία επίσης καταδικάσθηκε. Τούτο δε, διότι οι ανωτέρω υπό στοιχ. δ' και στ' "υπεύθυνες δηλώσεις" των αναφερόμενων ιδιωτών και οι υπό στοιχ.

ε' και η' "βεβαιώσεις", που υπογράφονται μετά πάροδο ικανού χρόνου από εκείνο της τελέσεως της πράξεως και συμπορεύονται με τους ισχυρισμούς του αιτούντος ότι εισήλθε παράνομα στην Ελλάδα κατά το έτος 1995, εργάσθηκε μέχρι το μήνα Μάϊο του έτους 1996 και εν συνεχεία μετέβη στην Αλβανία, όπου και παρέμεινε μέχρι το μήνα Απρίλιο του έτους 1997, δεν κρίνονται πειστικές σε σχέση με τον ακριβή χρόνο διαμονής του αιτούντος στην Αλβανία.

3. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση ως κατ ουσίαν βάσιμη και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την καταδίκη του αιτούντος για τις ανωτέρω πράξεις της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, που φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 24-12-1996. Δεν κρίνεται όμως αναγκαία η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο και πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη (άρθ. 370 περ. β' ΚΠΔ), διότι έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο των πράξεων αυτών, αφού φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος και από την τέλεσή τους (24-12-1996) μέχρι σήμερα συμπληρώθηκε ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 3, 112 και 113 παρ. 2, 3 ΠΚ).

Να ακυρωθεί εν μέρει η απόφαση αυτή κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Και, Να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του S. ή S.i V. (Σ. Β.) του R. ή P., Αλβανού υπηκόοου, κατοίκου ..., για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, πράξεις που φέρεται ότι τελέσθηκαν από αυτόν στα ... στις 24-12-1996, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Μαγκλάρας

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1- Κατά την παράγραφο 1 περ. 2 του άρθρου 525 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφτηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τα δίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Ως νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μπορούν να θεωρηθούν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων, που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις των μαρτύρων, νέα έγγραφα διευκρινιστικά αμφίβολων σημείων της υπόθεσης ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο, και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία καθιστούν πρόδηλο, [αγγίζουν τη βεβαιότητα] και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πράγματι διέπραξε.

Επομένως η υπό κρίση από 25.1.2004 αίτηση με την οποία ο αιτών S. ή S.I V. [], αλβανός υπήκοος, ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 100/1997 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, γιατί από τις επικαλούμενες νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γίνεται φανερό ότι ήταν αθώος, παραδεκτώς και αρμοδίως, σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου και πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσία. 2.- Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:

Με το 109/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης οι 1) R. Χ., 2) S.1 Μ.1, 3) S. V. [αιτών] και 4) Ι. Υ., Αλβανοί υπήκοοι, να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι: Α) οι τρεις πρώτοι α) στα ... στις 24-12-1996 από κοινού με σωματική βία αφαίρεσαν από άλλον ξένα κινητά πράγματα για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και συγκεκριμένα, αφού εφοδιάσθηκαν ο πρώτος με σιδερένιο ρόπαλο και οι δεύτερος και τρίτος με ξύλινα ρόπαλα, εισήλθαν στην οικία του Κ.

Μ. και, αφού τον χτύπησαν στο κεφάλι με τα ρόπαλα, αφαίρεσαν ενδύματα και χρηματικό ποσό 63.000 δραχμών, β) στον ίδιο τόπο και χρόνο από κοινού με πρόθεση σκότωσαν άλλον και συγκεκριμένα, ενώ ευρίσκονταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, χτύπησαν με τα ρόπαλα τον προαναφερόμενο Κ. Μ. στο κεφάλι και προκάλεσαν σ' αυτόν βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση με πολλαπλά κατάγματα, εξαιτίας των οποίων και επήλθε ο θάνατος του, γ) κατά τον ίδιο επίσης τόπο και χρόνο έφεραν μαζί τους χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής όπλα, δηλαδή τα προαναφερθέντα ρόπαλα, δ) με χρήση των όπλων αυτών διέπραξαν τα ανωτέρω κακουργήματα της ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση, και ε) κατά μήνα Οκτώβριο 1996 εισήλθαν από την Αλβανία στην Ελλάδα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις.

Και, Β) ο τέταρτος (Ι. Υ.) κατά τον ίδιο, ως άνω, τόπο και χρόνο με πρόθεση παρέσχε στους συγκατηγορουμένους του απλή συνδρομή κατά την τέλεση από αυτούς των ανωτέρω κακουργημάτων της ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση. Στη συνέχεια, ανεστάλη η διαδικασία στο ακροατήριο για τους τρεις πρώτους κατηγορουμένους ως προς τα κακουργήματα και η υπόθεση εισήχθη στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο μόνο για τον τέταρτο κατηγορούμενο, και επιπλέον για τις πλημμεληματικού χαρακτήρα συναφείς πράξεις της παράνομης οπλοφορίας, οπλοχρησίας και παράνομης εισόδου στη χώρα, για τις οποίες παραπέμφθηκαν ο αιτών και ο πρώτος και δεύτερος συγκατηγορούμενοί του.

Με την 100/1997 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (Μ.Ο.Δ. Θεσ/κης) καταδικάσθηκε, εκτός από άλλους, και ο αιτών για τα προαναφερθέντα πλημμελήματα σε συνολική ποινή φυλάκισης 20 μηνών και χρηματική ποινή 200.000 δραχμών. Μετά τη σύλληψη του αιτούντος την 1-2-2000, εκδικάσθηκε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου η εναντίον του κατηγορία και για τα κακουργήματα της ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού και με την 36-39/2000 απόφασή του καταδικάσθηκε σε ποινές ισόβιας κάθειρξης για την ανθρωποκτονία με πρόθεση και κάθειρξης 20 ετών για τη ληστεία.

Όμως, μετά την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής, ο αιτών με την 20-21/2002 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε αθώος για τις προαναφερόμενες πράξεις. Ήδη, με την υπό κρίση αίτηση του, ο αιτών ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση, επικαλούμενος ως λόγο αυτής την μετά την οριστική καταδίκη του αποκάλυψη νέων, άγνωστων στους δικαστές που δίκασαν γεγονότων και αποδείξεων, οι οποίες σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάσθηκε.

Προς απόδειξη αυτών επικαλείται και προσκομίζει τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν και ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης και οδήγησαν στην αθώωση του με την πιο πάνω 20-21/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού για τα κακουργήματα της ληστείας και ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού και είναι τα εξής:

α) η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα L. Z., Αλβανού υπηκόου, ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 18-1-2002, κατά την οποία εκδόθηκε η προαναφερόμενη αθωωτική απόφαση. Ο μάρτυρας αυτός, που είχε εξετασθεί κατά την προδικασία και η ένορκη κατάθεση του αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω 36-39/2000 καταδικαστική απόφαση, κατέθεσε ότι ο αιτών δεν είναι εκείνος στον οποίο αναφέρεται στην προανακριτική του κατάθεση, αλλά άλλος με το όνομα VΑΤΑ και ακόμη ότι ο αιτών δεν βρισκόταν στις 24-12-1996 στα ..., β) η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Fati V.

ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε, ότι ο αιτών στις 24-12-1996 ήταν μαζί του στην Αλβανία, γ) η ένορκη κατάθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου του μάρτυρα A. V., διευθυντή τηλεοπτικού σταθμού στην Αλβανία, ο οποίος κατέθεσε, ότι ο αιτών κατά το χρονικό διάστημα από 20-12-1996 μέχρις αρχές του έτους 1997 βρισκόταν στα Τίρανα, δ) η από 1-12-2000 "υπεύθυνη δήλωση" του Ε.

Β., κατοίκου ..., στην οποία αναφέρεται ότι "από τον Ιούνιο του έτους 1996 τον είχε (τον αιτούντα) κοντά του στην οικογένεια, διότι απασχολείτο με την ανέγερση του σπιτιού μέχρι τον Απρίλιο του έτους 1997". ε) η από 14-3-2000 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Paskuquan IRI Fushe της Αλβανίας, στην οποία αναφέρεται επίσης ότι ο αιτών από μήνα Ιούνιο 1996 μέχρι το μήνα Απρίλιο 1997 "βρισκόταν κοντά στην οικογένεια του και ασχολούνταν με την επισκευή της οικίας του θείου του Esat V.", στ) η από 1-12-2000 "υπεύθυνη δήλωση" του Χ.

Τ., κατοίκου ..., στην οποία αναφέρεται ότι ο αιτών κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 1996 μέχρι Απρίλιο 1997 εργάσθηκε μαζί του στην επισκευή της οικίας του Ε. Β., ζ) η από 16-11-20 00 βεβαίωση της Κοινότητας Σουρόϊ Αλβανίας, στην οποία αναφέρεται, ότι στην εν λόγω Κοινότητα υπάρχουν πολλά άτομα με το ονοματεπώνυμο του αιτούντος, η) η από 10-12-2000 βεβαίωση του δημογέροντα της Κοινότητας Πασκουκιάν της Αλβανίας, στην οποία αναφέρεται επίσης, ότι ο αιτών κατά το ίδιο χρονικό διάστημα βρισκόταν στο χωριό του στην Αλβανία, θ) το από 14-3-2000 πιστοποιητικό γεννήσεως και οικογενειακής καταστάσεως, που έχει εκδοθεί από το Επαρχιακό Συμβούλιο Τιράνων και από το οποίο προκύπτει, ότι κατά το χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων ο αιτών ήταν 19 ετών και όχι 23-24, όπως είχε κατατεθεί κατά την προανάκριση από το μάρτυρα I.

Y., και ι) η από 17-1-2002 βεβαίωση του ΟΑΕΔ Καβάλας, στην οποία αναφέρεται ότι ο αιτών είναι από 9-2-1998 νόμιμος κάτοχος νομιμοποιητικού εγγράφου παραμονής του στην Ελλάδα. Τα προαναφερόμενα γεγονότα και στοιχεία, συνδυαζόμενα και με αυτά που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν πράγματι φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος των αξιόποινων πράξεων της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, που φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 24-12-1996, καθώς και της παράνομης εισόδου στη χώρα που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά μήνα Οκτώβριο 1996, για τις οποίες καταδικάσθηκε. 3.

Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη και στην ουσία της και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την καταδίκη του αιτούντος για τις παραπάνω πράξεις. Δεν κρίνεται όμως αναγκαία η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο και πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη (άρθ. 370 περ.

β' ΚΠΔ), διότι έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο των πράξεων αυτών, αφού φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος και από το χρόνο που φέρονται ότι τελέστηκαν, στις 24-12-1996 [ παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία], Οκτώβριο 1996 [παράνομη είσοδος στη χώρα] μέχρι σήμερα, συμπληρώθηκε ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 3, 112 και 113 παρ. 2, 3 ΠΚ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 25-1-2004 αίτηση του S. ή S.I V. (Σ. Β.) του R. ή P., Αλβανού Υπηκόου, για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 100/1997 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης.

Ακυρώνει την παραπάνω απόφαση, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παύει οριστικά την κατά του αιτούντος S. ή S.I V. (Σ. Β.) του R. ή P., Αλβανού Υπηκόου, ποινική δίωξη για παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία, πράξεις που φέρεται ότι τελέσθηκαν από αυτόν στα ..., στις 24-12-1996, καθώς και για παράνομη είσοδο στη χώρα, πράξη που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτόν κατά μήνα Οκτώβριο 1996, όπως ειδικότερα οι πράξεις αυτές περιγράφονται στην ακυρούμενη απόφαση.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2006. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ