Legislator Case Law & Legislation
445/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling due to procedural default and lack of legal basis.

Case Number 445/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance property ownership ruling. The appellants failed to appear at the hearing, while the State proceeded with the appeal based on valid service of process. The court rejected the State's arguments regarding procedural errors and the lack of legal basis for the appellants' standing, ruling that these issues did not affect the substantive legal relationship.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lack of legal standing of a party is inadmissible if the error stems from a substantive law issue rather than a procedural defect affecting the legal relationship.

Keywords

AI generated
appeal dismissal lack of legal standing procedural default substantive law error service of process property ownership Greek Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 266/2021
Supreme Court Case 260/2020
Supreme Court Case 59/2019
Supreme Court Case 1420/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 445 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 445/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Α. - Α. Β., το γένος Α. και Ζ. Φ., κατοίκου ... Δήμου Μεσσήνης, 2) Γ. Β. του Α. - Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2014 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-11-2015 (με αρ. εκθ. κατ. ...) αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευαγγελία Στεργίου ανέγνωσε την από 11-11-2024 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση, αιτήσεως αναίρεσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, δεν εμφανίστηκαν αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι, ενώ αντίθετα εμφανίστηκε το αναιρεσείον. Από την προσκομιζόμενη από το εμφανισθέν ως άνω αναιρεσείον, υπ'αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας Γ. Κ. - Μ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσιβλήτους. Επομένως, εφόσον αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, όπως προαναφέρθηκε, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ..

Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική δίκη, η υπ'αρ. 61/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Το Εφετείο επελήφθη εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αρ. 55/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αρχικά εναγομένου Α.-Α. Β., συζύγου και πατέρα των αναιρεσιβλήτων ο οποίος απεβίωσε το έτος 2012, για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου Στη συνέχεια το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων. Η κυριότητα του ακινήτου που περιλαμβάνεται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, μετά την αποδοχή της κληρονομιάς από αυτόν (κληρονόμο) με δημόσιο συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού.

Επί δημοσίων κτημάτων ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον, πριν από την έναρξη ισχύος του Α.Κ., χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανό. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανό. (41.4), ν.6 Πανό. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν άσκησης νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν 3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μίας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο ειδικός διάδοχος αυτού, που επερχόταν μόνο με έγκυρη δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη σε συμβολαιογραφικό τύπο, σύμφωνα με το ν.

της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." (ΑΠ 1296/2020, ΑΠ 1289/2016) ή καθολικός διάδοχος, που επερχόταν σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11./) και ν.63 Πανδ. (29.2) του προισχύσαντος του ΑΚ βυζαντίνορωμαϊκου δικαίου, προκειμένου περί εκούσιων ή εξωτικών κληρονόμων, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομούμενου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή της κληρονομιάς, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομιά), είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομιά για ανάμειξη σ' αυτήν και απόκτησή της.

Το δικαίωμα τους να δηλώσουν αποδοχή της κληρονομιάς, με τους ανωτέρω τρόπους, δεν υπέκειτο σε προθεσμία - επειδή ήταν προσωπικό - χάνονταν με το θάνατο του κληρονόμου, επί ακινήτου δε υποβαλλόταν σε μεταγραφή και η κτήση της κληρονομιάς είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου.

Το ζήτημα αν πράξη ή συμπεριφορά του καλούμενου στην κληρονομιά αποτελεί ή όχι ανάμιξη και, συνεπώς, εμφαίνει σιωπηρή δήλωση για την υπεισέλευση σ' αυτήν η άσκηση του δικαιώματος ή ευεργετήματος αποχής (jus ή potestas abstinendi, beneficium abstinendi, "δίκαιον αποστάσεως"), είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την εκτίμηση των περιστάσεων και η ως προς αυτό κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου (ΑΠ 374/2022, ΑΠ 1357/2014).

Κατά τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 πανδ. (38.16), τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομιά του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή τη βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από τον νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη (ΑΠ 374/2022, ΑΠ 1781/2022, ΑΠ 1591/2021).

Περαιτέρω, η κρίση ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, ενέχουσα καθ' εαυτήν και χωρίς άλλη επεξήγηση την, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, έννοια της (ΑΠ 953/2023, ΑΠ 1133/2020, ΑΠ 1018/2018, ΑΠ 1182/2012). Οι παραπάνω διατάξεις δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νομού της 21 -6/3-7-183/ "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών κατά τις διατάξεις των ν 8 παρ 1 Κωδ (7 39) Βασ.9παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά.

Όταν όμως δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά την 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της χρησικτησίας (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1411/2023, ΑΠ 1187/2022).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι Λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα σχετικές με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1897/2009). Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή η αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Δυνάμει της με αριθμ. ... πράξεως αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Οιχαλίας Ι. Μ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Οιχαλίας στον τόμο ..., ο ενάγων απεδέχθη την κληρονομία του αποβιώσαντος την 23-7-1985 πατέρα του Γ.

Κ., με την υπ' αριθμόν ... δημόσια διαθήκη του τελευταίου ενώπιον του Συμβολαιογράφου Οιχαλίας Π. Τ., που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Καλαμάτας με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό του. Κατέστη δε κύριος ενός ακινήτου, εμβαδού 7000 τμ, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δ.δ ... του δήμου Ιθώμης, το οποίο συνορεύει ανατολικά και βόρεια με ιδιοκτησία Γ.

Φ., δυτικά με ιδιοκτησία Η. Λ. και νότια με ιδιοκτησία αγνώστου. Στον άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, το ακίνητο αυτό περιήλθε από κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1900 πατέρα του Κ. Β. και κατόπιν διανομής μεταξύ αυτού και των υπολοίπων εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων. Ακολούθως με το με αριθμό 3400/2919-7-1998 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, το ενάγον απέβαλε τον εναγόμενο από το τμήμα του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 2000 τμ, συνορεύει βόρεια με αγρό Α.

Β., ανατολικά και νότια με δασική έκταση και δυτικά με αγροτική οδό και δασική έκταση, ισχυριζόμενο ότι πρόκειται περί δασικής εκτάσεως. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως την από 10-12-1998 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Π. Κ., των φωτογραφιών λήψεως των ετών 1945, 1962 και 1988, τις καταθέσεις των μαρτύρων στη δίκη επί της ανακοπής κατά του ως άνω πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, τις από 19-7-2007 απόψεις της διοίκησης και την προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο, από τον Φεβρουάριο του 2008 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Η., προκύπτει ότι η επίδικη έκταση των 2000 τμ ήταν ανέκαθεν αγροτική, εντός της οποίας είχαν διαμορφωθεί τρεις αναβαθμίδες, καλλιεργουμένη με συκιές. Από δε τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν ιδιωτικό έκταση. Ειδικότερα, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Ψ. Μ., δασοφύλακα, που περιέχεται στα υπ'αριθμ. ...

πρακτικά του Ειρηνοδικείου Οιχαλίας, το επίδικο ακίνητο είχε χρησιμεύσει ως σταθμός, το έτος 1992, στη μεγάλη φωτιά. Τότε είχε ίχνη καλλιέργειας, είχε ξεροσυκιές και κυπαρίσσια στην άκρη και αυτή τη στιγμή έχουν φυτρώσει συκιές, ότι το επίδικο χωρίζεται από την επίδικη έκταση με χαντάκι, το οποίο προστάτευε το κτήμα αυτό από το νερό και ότι έφερε, σύμφωνα πάντοτε με την κατάθεση του άνω μάρτυρα ίχνη καλλιέργειας, ενώ εκεί υπήρχαν συκιές 100 χρόνων και κυπαρίσσια, τα οποία δεν είναι δασικά προϊόντα.

Ο μάρτυρας του ενάγοντος, Κ. Φ. στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ανέφερε ότι από το 1998 διαπιστώθηκε από υπολείμματα βλάστησης ότι είχε βλάστηση θαμνώδη αείφυλλα πλατύφυλλα, ότι δεν διαπιστώνεται να έχει καλλιεργηθεί ποτέ, σύμφωνα πάντοτε με την κατάθεση του άνω μάρτυρα, ενώ αναφορικά με την απόφαση του Νομάρχη ανέφερε ότι η παράθεση των τοπωνυμίων είναι ενδεικτική και ότι υπάρχουν και άλλα και θεωρεί ότι αναδασωτέα δεν είναι μόνο η καμένη περιοχή, αλλά ολόκληρη η περιοχή.

Ο μάρτυρας του εναγομένου, Κ. Κ. στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ανέφερε μεταξύ άλλων ότι γνωρίζει την περιουσία του εναγομένου, από το έτος 1368, διότι έβοσκε εκεί πρόβατα και ότι παλαιά υπήρχε καλλιέργεια με συκιές, από το έτος 1967 και όταν αυτές πάλιωσαν τις έβγαλε και έβαλε ελιές, ότι όπως ήξερε στο ακίνητο αυτό υπήρχαν βαθμίδες και υπήρχαν 40-50 συκιές, ενώ παλιά υπήρχαν 40-50 συκιές.

Στη συνέχεια ο μάρτυρας ανέφερε ότι το ακίνητο αυτό παλιά σπερνόταν, ενώ από τον πεθερό του γνώριζε ότι το κτήμα ήταν ... από το 1800, ότι μετά πήγε στον παππού του Α., μετά στον Σ. και μετά στον Γ. Β. και ότι συνορεύει με δασική έκταση στο νότιο και δυτικό τμήμα του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο δεν συμπεριλαμβάνεται μέσα στην αναδασωτέα έκταση στην οποία αναφέρεται η υπ' αριθμ. ...

απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας, αφού αφού στην τελευταία αναφέρονται ονομαστικά οι κτηματικές θέσεις που συμπεριλαμβάνονται σε αυτήν μέσα στην οποία δεν περιλαμβάνεται και η θέση "...", όπου βρίσκεται το επίδικο, ενώ ούτε το επισυναπτόμενο σε αυτήν (απόφαση) απόσπασμα χάρτου δεν εντοπίζεται η εν λόγω θέση ή έστω το επίδικο.

Στη συνεχεία εκδόθηκε η υπ' αριθμόν ... απόφαση του Ειρηνοδικείου Οιχαλίας, η οποία δέχθηκε την ανακοπή του εναγομένου κατά του υπ' αριθμ. ... πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του δασάρχη Καλαμάτας και εξαφάνισε το άνω πρωτόκολλο Από δε την απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας αποδείχθηκε ότι με την άνω απόφαση κηρύχθηκε αναδασωτέα, με σκοπό την προστασία για την επαναδημιουργία της δασικής βλάστησης που καταστράφηκε από την πυρκαγιά στις 6-8-1332.

Έτσι από την ανάλυση της ίδιας της απόφασης προκύπτει ότι η αναφορά των περιοχών στην άνω απόφαση είναι όχι ενδεικτική, αλλά περιοριστική, διότι αναφέρει μόνο τις κατεστραμμένες περιοχές .. Σύμφωνα με την έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Π. Κ., το έτος 1945 η έκταση αυτή το έτος 1945 έφερε δασική βλάστηση σε ποσοστό 50% περίπου, ενώ διακρίνεται προς βορρά ασκεπής βαθμιδομένος αγρός.

Το έτος 1962 η έκταση έφερε θάμνους δασικής βλάστησης σε ποσοστό 40% περίπου, ενώ διακρίνεται ο προς βορρά βαθμιδομένος αγρός, καθώς και το προς βορρά ελαιόκτημα. Το έτος 1988 η έκταση, σύμφωνα πάντοτε με την άνω έκθεση, η άνω έκταση έφερε θάμνους δασικής βλάστησης σε ποσοστό 70% περίπου, ότι ίχνη καλλιέργειας δεν διακρίνονται, ενώ διακρίνεται το προς βορρά κτήμα.

Από την τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας που έχει συντάξει ο τοπογράφος μηχανικός Γ. Η., ο οποίος είχε προσληφθεί ως τεχνικός σύμβουλος από τον εναγόμενο προκύπτει ότι η έκταση εμβαδού 2000 τμ, η οποία βρίσκεται στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου Ιθώμης και η οποία εμφανίζεται στο από 30-61998 τοπογραφικό διάγραμμα της Δασοπόνου του Δασαρχείου Καλαμάτας Κ.

Π., με στοιχεία Α, Β, κλίμακος 1: 1000 και για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. ... Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής με το οποίο αποβλήθηκε από την έκταση αυτή ο Α. Β., κάτοικος ... είχε ανέκαθεν γεωργική μορφή. Μαζί δε με την όμορη έκταση βόρεια, όπου στο ανωτέρω τοπογραφικό αναφέρεται ως χέρσος αγρός Α. Β.υ εμφανίζονται διαχρονικά ως μία ενιαία καλλιεργούμενη έκταση με μορφή αγρού με δενδρώδη καλλιέργεια (συκιές) τα έτη 1945, 1960 και 1988 και ότι πρεμνοβλαστήματα των συκιών αυτών εμφανίζονται και σήμερα εντός της εξεταζόμενης έκτασης.

Το ότι η έκταση είναι αγροτική και όχι δασική προκύπτει αβίαστα, από το γεγονός ότι δεν κάηκε κατά την πυρκαγιά του έτους 1998 και για αυτό δεν κηρύχθηκε αναδασωτέα, με την απόφαση του Νομάρχη και για αυτό είχαν σταθμεύσει στην έκταση αυτή τα πυροσβεστικά οχήματα, κατά την πυρκαγιά του έτους 1992, ενώ η εκχέρσωση, σύμφωνα με το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής φέρεται να έλαβε χώρα στις 28-6-1998 και στο οποίο πρωτόκολλο μάλιστα αναφέρεται ότι η έκταση αυτή έχει κηρυχθεί αναδασωτέα μετά την καταστροφή της από πυρκαγιά με την υπ' αριθμ. ...

απόφαση της Νομαρχίας Μεσσηνίας και ότι η βλάστηση είχε αποκατασταθεί, πράγμα το οποίο δεν ευσταθεί.". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βρδ, οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέες διότι, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του, το επίδικο δεν υπήρξε ποτέ δημόσια δασική έκταση, αλλά ήταν ανέκαθεν ιδιωτική αγροτική έκταση, καλλιεργούμενη με συκιές και ελαιόδεντρα.

Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και δεν υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, των οποίων η έννοια αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με τις σαφείς παραδοχές ότι το επίδικο δεν υπήρξε ποτέ δασική έκταση αλλά ιδιωτική αγροτική καλλιεργούμενη.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθώς διέλαβε σε αυτή επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και η· από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια περί έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επί της επίδικης έκτασης λόγω του ότι αυτή ουδέποτε υπήρξε δασική αλλά ανέκαθεν ήταν αγροτική καλλιεργούμενη έκταση, είναι αβάσιμα.

Κατ' άρθρ. 559 αρ. 1 β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1β ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που ο κανόνας αυτός περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ.4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 8/2005), ούτε αποτελούν κανόνες δικαίου, γιαυτό και η παραβίασή τους κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) ποια είναι τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται η παραβίασή τους, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε η δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 976/2020 ΑΠ 109/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τέταρτο λόγο αναίρεσής του μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έκανε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας άλλως τα χρησιμοποίησε εσφαλμένα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και δη κατά την εκτίμηση της ...

απόφασης του Νομάρχη Μεσσηνίας περί κήρυξης αναδασωτέας έκτασης 8.300 στρεμμάτων στην περιοχή της Μεσσηνίας καταλήγοντας στην κρίση ότι στην έκταση αυτή δεν περιλαμβάνεται η επίδικη, διότι στα περιοριστικά αναφερόμενα σε αυτή την νομαρχιακή απόφαση αναδασωτέα τοπωνύμια δεν περιλαμβάνεται και το επίδικο "...", αλλά αν χρησιμοποιούσε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την δικανική του κρίση, το Εφετείο, θα κατέληγε σε διαφορετικό από αυτό συμπέρασμα και θα έκανε δεκτή την αγωγή του.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, εκτιμώμενος ως λόγος του άρθρου 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι α) τα φερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Εφετείο, κατά το αναιρεσείον, εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, δεν αποτελούν τέτοια διδάγματα, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη.

Οι δε επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) και β) λόγω αοριστίας, επειδή δεν αναφέρεται ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται η παραβίασή τους.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι Η αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε είχε καεί, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε από τον εναγόμενο αντιθέτως εκείνος στα πλαίσια άλλης δίκης και δη αυτής της ακύρωσης του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, ανέφερε ότι το 1992 που κάηκαν οι συκιές στο ακίνητο του τις εκρίζωσε και στη θέση τους φύτεψε ελαιόδεντρα.

Πλην όμως τα νομικά επιχειρήματα του εναγομένου στα πλαίσια άλλης δίκης δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επιπλέον με τον λόγο αυτό αναίρεσης το αναιρεσείον, βάλλει κατά της ανέλεγκτης αναιρετικά, κρίσης του Εφετείου περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Όπως απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο αναιρετικός λόγος που περιλαμβάνεται στο δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αρ. δ του ίδιου ως άνω άρθρου και αναφέρεται στον τρόπο κτήσης του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο από τον εναγόμενο με κληρονομική διαδοχή (αποδοχή και μεταγραφή αυτής).

Τα γεγονότα αυτά δεν αποτελούν πράγματα και επιπλέον ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως αναπόδεικτη, επειδή δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του στο επίδικο και όχι επειδή έκανε δεκτή ένταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ1443/2015, ΑΠ 78/2015).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ115/2022, ΑΠ31/2019).

Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ255/2020, ΑΠ 1078/2019, ΑΠ232/2017, ΑΠ309/2015). Στην προκείμενη περίπτωση με τον ίδιο δεύτερο, κατά ένα, επίσης, μέρος αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της απόδειξης της κυριότητας του αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητο, χωρίς απόδειξη.

Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δασική αλλά ότι υπήρξε ανέκαθεν αγροτική ιδιωτική καλλιεργούμενη, ανεξάρτητα από την ορθότητα του ή μη έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όλα τα αποδεικτικά μέσα, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων η από 10-12-2998 έκθεση φωτοερμηνείας, η από 30-6-1998 έκθεση αυτοψίας του Δασοπόνου Κ.

Δ. καθώς και η αρ. 2731/5- 11-1992 απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ειδική αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών. 'Ετσι, στην παραδοχή του περί του μη δασικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και οι παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διαλαμβανόμενες αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες.

Σε κάθε δε περίπτωση οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, αφού, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, πλήττουν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ, 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δε του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 616/2023, ΑΠ 348/2021).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 303/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019).

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439, 440 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 617/2023, ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.

Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το έγγραφο για πλαστότητα όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που συνέταξε το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιον του (ΑΠ 617/2023, ΑΠ 653/2023, ΑΠ 348/2021).

Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως μάρτυρες, ιδιωτικά έγγραφα, αλλά και δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 361/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο και πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι το Εφετείο παραβίασε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των εξής δημοσίων εγγράφων : 1) της με αριθμ. ...

απόφασης του Νομάρχη Μεσσηνίας με την οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα έκταση 8.300 στρεμμάτων που είχε καεί τον Αύγουστο του 1992, 2) της από 10-12-1998 έκθεσης φωτοερμηνείας του Δασολόγου Π. Κ. και 3) της από 30-6-1998 έκθεσης αυτοψίας του Δασοπόνου Κ. Δ. με την οποία βεβαιώνεται ότι έκταση 8300 στρεμμάτων, κηρύχθηκε αναδασωτέα με την ως άνω απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας, και προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη, με αποτέλεσμα να απορρίψει την διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος επί του επιδίκου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι τα παραπάνω αποτελούν μεν γενικώς δημόσια έγγραφα, υπό την έννοια ότι έχουν εκδοθεί, κατά τους νόμιμους τύπους από δημοσίους υπαλλήλους και πρόσωπα που ασκούν δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, συνιστούν όμως πλήρη απόδειξη μόνο ως προς τα όσα βεβαιώνονται ότι προέρχονται από τα πρόσωπα που εκδίδουν ή υπογράφουν αυτά, τα οποία ήταν καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδια να κάνουν αυτή τη βεβαίωση, για τα όσα όμως βεβαιώνονται σχετικά με το διαφιλονικούμενο ζήτημα της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, την αλήθεια των οποίων όφειλαν να διαπιστώσουν εκείνοι που τα συνέταξαν, εφόσον τα βεβαιούμενα σε αυτά εκφράζουν κατά κύριο λόγο απλώς τη γνώμη τους περί του γεγονότος αυτού, επιτρέπεται ανταπόδειξη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα έγγραφα ισοδύναμα με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, έκρινε ότι αυτά δεν ήσαν ικανά να προσπορίσουν κυριότητα στον αναιρεσείοντα, δεν υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Τέλος ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω της μη αναφοράς σε αυτή του τρόπου νομιμοποίησης των αναιρεσιβλήτων, ως διαδίκων στην εφετειακή δίκη, την οποία προσπαθεί να θεμελιώσει στον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον το γεγονός που το αναιρεσείον επικαλείται δεν ασκεί έννομη επιρροή στην διαγνωστέα έννομη σχέση, ούτε έχει κάποια έννομη συνέπεια, ούτε μπορεί να υπαχθεί στον αρ. 19 του ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο η έλλειψη νόμιμης βάσης σημαίνει την αδυναμία του αναιρετικού ελέγχου της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, ιδίως λόγω έλλειψης ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1420/2007), που δεν ισχύει εν προκειμένω.

Επιπλέον το γεγονός του θανάτου του αρχικά εναγομένου Α.-Α. Β. και η βιαία διακοπή της δίκης εξ αυτού του λόγου, δηλώθηκε νομότυπα στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας, προ της συζητήσεως της υποθέσεως, από τους εφεσίβλητους - ήδη αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δήλωσαν νομότυπα ότι συνεχίζουν οι ίδιοι την δίκη.

Επομένως και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν κατέθεσαν προτάσεις και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.11.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 61/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ