Legislator Case Law & Legislation
445/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding defendant properly summoned despite pandemic delays.

Case Number 445/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a First Instance Court decision. The appellant argued the lower court ignored specific documents and criminal judgments proving misappropriation of funds, but the court found these documents were already considered in the original ruling. The appeal was rejected because the defendant was properly summoned, and the case was validly heard in person despite pandemic-related procedural suspensions.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 C.P.D.; Art. 495 para. 3 C.P.D.; If the defendant is properly summoned, the court proceeds with the hearing even if the defendant is absent due to force majeure, and the cassation appeal is dismissed if the lower court correctly considered the evidence.

Keywords

AI generated
cassation appeal dismissal proper summons requirement force majeure suspension misappropriation evidence procedural due process

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 C.P.D.
Art. 495 para. 3 C.P.D.
Art. 191 para. 2 C.P.D.
Art. 555 C.P.D.
Art. 367 C.P.D.
Art. 74 para. 2 of Law 4690/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 445 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 445/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Χ. του Α., συζύγου Γ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 416/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 417/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/2/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό 362 Β'/3-4-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ναυπλίου Ε. Μ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επέσπευσε τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 8-2-2019 και με αριθμό κατάθεσης 4/2019 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού αρχικής δικασίμου την 23-3-2020, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με κλήση να παραστεί στην συζήτηση.

Κατά την παραπάνω δικάσιμο η υπόθεση ματαιώθηκε δυνάμει της με αριθμό Δ1α/ΓΠοι.1733 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 838/12-3-2020) για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας έναντι του Covid 19 και προσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (7-12-2020) εγγράφηκε δε στο πινάκιο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, της εγγραφής αυτής επέχουσας ισχύ κλήτευσης όλων των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του ν.4690/2020 (ΦΕΚ Α' 104/30-5-2020).

Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία του.

ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 417/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε στην ουσία της η από 4-1-2016 και με αριθμό κατάθεσης 81/2016 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό 416/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 25-5-2006 και με αριθμό κατάθεσης 218/2006 αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεώσει την αναιρεσείουσα, ως ευθυνόμενη κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα το ποσό των 8.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και την μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού).

Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντας, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.

ΑΠ 812/1980, ΑΠ 712/2016, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:

α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο.

Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή, μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Ο παράνομος χαρακτήρας της κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 914 και 920 ΑΚ αδικοπραξίας κατά της προσωπικότητας, που τελείται με την προσβολή της τιμής και υπόληψης άλλου με εξύβριση ή δυσφήμηση, αίρεται κατά το άρθρο 367 ΠΚ και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Τέτοιο δε ενδιαφέρον έχει και κάθε πρόσωπο κατά την υπεράσπιση των έννομων συμφερόντων του επί δικαστηρίου, καθώς και κάθε δικηγόρος κατά την επί δικαστηρίου υπεράσπιση των πελατών του. Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η εκδήλωση αυτή αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση ή όταν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει τη τιμή άλλου (ΑΠ 712/2016, ΑΠ 967/2011, 179/2011, ΑΠ 1231/2004).

Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 1017/2020, ΑΠ 712/2016, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 354/2012). IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια οι πραγματικές διαπιστώσεις, δηλαδή οι παραδοχές της ελάσσονος πρότασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ.

ΑΠ 18/2005, Ολ. ΑΠ 57/2000, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 29/2019, ΑΠ 1326/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκώς ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται τις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή να εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Ο ενάγων ασκεί από το έτος 2001 καθήκοντα διαχειριστή πολυκατοικίας, κειμένης στην …, επί της οδού ..., στην οποία διαμένει με την οικογένειά του από το έτος 1982, η δε εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια από το έτος 2000, του με αριθμό 2 διαμερίσματος του Α' υπέρ το ισόγειο ορόφου.

Ειδικότερα, ο ενάγων εξελέγη δεύτερος διαχειριστής από τους συνιδιοκτήτες της ως άνω πολυκατοικίας την 31.07.1999, καθόσον ήταν ήδη διαχειριστής της πολυκατοικίας ο Γ. Μ., ο οποίος και επανεξελέγη ως πρώτος διαχειριστής στην ως άνω συνέλευση. Ωστόσο, την 27.11.2000, ο ως άνω πρώτος διαχειριστής Γ. Μ. παραιτήθηκε της άσκησης των ως άνω καθηκόντων του, λόγω της ανάρμοστης συμπεριφοράς της εναγομένης, όπως ο ίδιος ανέφερε στο έγγραφο της παραίτησής του και έτσι, ο ενάγων παρέλαβε το ταμείο της διαχείρισης και τα σχετικά έγγραφα από αυτόν και συνέχισε ως μόνος διαχειριστής της πολυκατοικίας.

Η εναγομένη όμως συνέχιζε να παρακωλύει το έργο του ενάγοντος ως διαχειριστή της πολυκατοικίας, όπως έπραττε και στην περίπτωση του προκατόχου του, χαρακτηριστικό δε του ως άνω γεγονότος είναι και ότι, τη 25.04.2001, η εναγομένη προέβη σε καταγγελία σε βάρος του ενάγοντος, ενώπιον της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, ζητώντας από του αρμοδίους υπαλλήλους να προβούν σε έλεγχο των βιβλίων διαχείρισης και των εκδοθέντων τιμολογίων και αποδείξεων, στη οποία η ως άνω Δ.Ο.Υ απήντησε ότι, ο διαχειριστής της πολυκατοικίας, με την ιδιότητα του συνιδιοκτήτη και όχι του κατ' επάγγελμα διαχειριστή, δεν υποχρεούται στην τήρηση και έκδοση στοιχείων, σύμφωνα με τον ΚΒΣ.

Παράλληλα, η εναγομένη τη 3.08.2001 υπέβαλε μήνυση σε βάρος του ενάγοντος στο Αστυνομικό Τμήμα Κορίνθου, κατηγορώντας τον ότι, αποκρύπτει και αρνείται την παράδοση και την επίδειξη των βιβλίων διαχείρισης και ως εκ τούτου, είναι υπαίτιος της αξιόποινης πράξης της υπεξαγωγής εγγράφων, πράξη για την οποία ο ενάγων παραπέμφθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και για την οποία αθωώθηκε με την υπ' αριθ. 6541/2005 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.

Κατά το διάστημα, το οποίο μεσολάβησε μέχρι την εκδίκαση της ως άνω μήνυσης της εναγομένης σε βάρος του ενάγοντος και ειδικότερα, στο πρώτο δεκαήμερο του μηνός Αυγούστου 2001, περί ώρα 13.00, η εναγομένη, στην είσοδο της ως άνω πολυκατοικίας, της οποίας ως ανωτέρω αναφέρθηκε διαχειριστής ήταν ο ενάγων, άρχισε να εξυβρίζει τον τελευταίο, φωνάζοντας, παρουσία και άλλων συνοίκων της πολυκατοικίας και της συζύγου του ενάγοντος με τις φράσεις: "είσαι σχιζοφρενής", "ψυχοπαθής", "καραγκιόζης" "καταχραστής" και "απατεώνας", φράσεις οι οποίες περιέχουν αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του ενάγοντος, γνωρίζοντας ότι, τα γεγονότα αυτά είναι ψευδή και συκοφαντικά, ενώ το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, η εναγομένη απείλησε τον ενάγοντα, διατυπώνοντας προφορικά τις φράσεις: "θα κάψω το σπίτι σου βάζοντας γκαζάκια", προκαλώντας του τρόμο και ανησυχία.

Τα ως άνω γεγονότα επιβεβαίωσε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου η μάρτυρας απόδειξης, Μ. Λ., η κατάθεση της οποίας περιέχεται στα με ημερομηνία 20.03.2013 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά επιρρωνύεται και από την κατάθεση του Γ. Μ., που περιέχεται στην προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα υπ' αριθ. 3960/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.

Επιπλέον, η εναγομένη από το τέλος Αυγούστου 2001 έως την 27 Οκτωβρίου 2001, ισχυρίστηκε ενώπιον των συνοίκωντης ως άνω πολυκατοικίας, ψευδή γεγονότα που έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή του ενάγοντος και συγκεκριμένα διέδιδε, εν γνώσει της αναλήθειας, σε έτερους ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών στην ως άνω πολυκατοικία ότι ο ενάγων έχει καταχραστεί χρήματα της πολυκατοικίας και είναι απατεώνας και καραγκιόζης.

Για τις ως άνω πράξεις της εναγομένης, ο ενάγων υπέβαλε στον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου την από 27.10.2001 και με ΑΒΜ Α01/7186 έγκλησή του, η εναγομένη δε παραπέμφθηκε για τις πράξεις της εξύβρισης, της απειλής και της συκοφαντικής δυσφήμησης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, για τις οποίες κρίθηκε ένοχη, δυνάμει της υπ' αριθ. 3690/2005 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου, καθώς και δυνάμει της υπ' αριθ. 154/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, δικάσαντος κατ' έφεση την ως άνω υπόθεση.

Ωστόσο, η ως άνω υπ' αριθ. 154/2009 απόφαση αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1607/2009 απόφαση του Α' Ποινικού Τμήματος Διακοπών του Αρείου Πάγου, όταν δε επαναλήφθηκε συζήτηση της υπόθεσης στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, οι ως άνω πράξεις της εναγομένης είχαν πλέον υποπέσει σε παραγραφή. Περαιτέρω, η εναγόμενη την 1.04.2006 και περί ώρα 6:00 μ.μ., οπότε και συνεκλήθη στην είσοδο της ως άνω πολυκατοικίας, γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της, για την εκλογή νέου διαχειριστή, όπου έθεσε υποψηφιότητα και η εναγομένη, η οποία όμως δεν εξελέγη και εξελέγη εκ νέου ο ενάγων διαχειριστής αυτής (της πολυκατοικίας), κατά τη διάρκεια της ως άνω συνέλευσης αμφισβήτησε τις εξουσιοδοτήσεις των συνιδιοκτητών, Ε.

Κ., ιδιοκτήτριας του υπ' αριθ. Κ2 καταστήματος, Σ. Π., ιδιοκτήτριας του υπ' αριθ. 2 διαμερίσματος του ισογείου, Β. Χ., ιδιοκτήτριας του υπ' αριθ. Β2 διαμερίσματος του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου, Ι. Ν., ιδιοκτήτριας του υπ' αριθ. Δ3 διαμερίσματος του τέταρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, Μ. Β., ιδιοκτήτριας του υπ' αριθ.

Κ3 καταστήματος, Γ. Γ., ιδιοκτήτη των υπ' αριθ. Δ1 και Δ2 διαμερισμάτων του τέταρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, Α. Α., ιδιοκτήτη του υπ' αριθ. Κ1 καταστήματος και Γ. Κ., ιδιοκτήτη του υπ' αριθ. Δ4 διαμερίσματος του τέταρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, που είχε λάβει ο ενάγων, με τις οποίες οι ως άνω του έδιναν ρητή εντολή να τους εκπροσωπήσει κατά την ως άνω συνέλευση, ισχυριζόμενη ότι, ήταν πλαστές, κάλεσε δε την αστυνομία και ενώπιον των αστυνομικών οργάνων του Αστυνομικού Τμήματός Κορίνθου, τον κατηγόρησε ως "πλαστογράφο", λέγοντας: "οι εξουσιοδοτήσεις δεν ισχύουν γιατί είναι πλαστές" και ότι, "προεισπράττει παράνομα τα κοινόχρηστα".

Το γεγονός ότι, η εναγόμενη αμφισβήτησε τη γνησιότητα των εξουσιοδοτήσεων, επιβεβαιώνεται και από τα πρακτικά της προσκομιζόμενης και επικαλούμενης από την εναγόμενη υπ' αριθ. 2760/2011 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, καθώς και από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, Μ. Λ.. Για τις ως άνω πράξεις της εναγομένης, ήτοι της συκοφαντικής δυσφήμησης και της εξύβρισης, ο ενάγων υπέβαλε την από 10.04.2006 και με ΑΒΜ Δ06/112 έγκλησή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου, η εναγόμενη δε, παραπέμφθηκε για τις ως άνω πράξεις ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, για τις οποίες κρίθηκε ένοχη, δυνάμει της υπ' αριθ. 2760/2011 απόφασης του ως άνω Δικαστηρίου.

Οι ως πράξεις της εναγομένης κατά του ενάγοντας, ήτοι η εξύβριση και η απειλή σε βάρος του τελευταίου, καθώς και η συκοφαντική δυσφήμηση συνιστούν προσβολή προσωπικότητας, καθώς με αυτές προσβάλλονται τα έννομα αγαθά της τιμής, της υπόληψής της και της προσωπικής του ελευθερίας, ως ειδικότερων εκφάνσεων της προσωπικότητάς του, ενέχουν απαξία και είναι ποινικώς κολάσιμες πράξεις (άρθρα 361, 362, 363 και 333 ΠΚ), ο δε άδικος χαρακτήρας των ως άνω εξυβριστικών και δυσφημιστικών εκδηλώσεων της εναγομένης δεν αίρεται και συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, καθόσον εν προκειμένω οι ως άνω αναφερόμενες εκδηλώσεις συνιστούν συκοφαντική δυσφήμιση, έγιναν δε με σκοπό να προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και με σκοπό αμφισβήτησης της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, ο τρόπος δε εκδήλωσης της ως άνω προσβλητικής συμπεριφοράς της εναγομένης, δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεώς της, που ισχυριζόταν ότι, ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και η οποία μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει τη τιμή του ενάγοντος, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβάσιμων των σχετικών λόγων έφεσης περί εφαρμογής του άρθρ. 367 Π.Κ.

και περί μη ύπαρξης δόλου εκ μέρους της εναγομένης. Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι, οι εξυβριστικές και συκοφαντικές φράσεις της εναγομένης και οι απειλές εναντίον του ενάγοντος προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του τελευταίου και ότι, η προσβολή αυτή καλύπτεται κατά το υποκειμενικό στοιχείο από την υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις, κατά τα προεκτεθέντα, ώστε να επιδικαστεί στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Λαμβάνοντας δε υπόψη, το είδος και τη βαρύτητά της προσβολής, τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε αυτή χώρα, όπως αυτές ανωτέρω εκτέθηκαν, την ένταση του δόλου της εναγομένης, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα, για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, χρηματική ικανοποίηση ποσού 8.000,00 ευρώ, η οποία κρίνεται εύλογη, ενόψει όλων των προαναφερόμενων στοιχείων, καθώς δεν υποβαθμίζει την απαξία της πράξης της εναγομένης, αλλά ούτε και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, καταλήγοντας σε οικονομική του εξουθένωση, με αντίστοιχο, υπέρμετρο πλουτισμό του ενάγοντος απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου σχετικού λόγου έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που έχει καθορισθεί από την εκκαλούμενη είναι υπέρογκο.

Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος ο λόγος έφεσης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής εκ μέρους του ενάγοντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 281 Α.Κ. Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή στο σύνολό της ως και ουσιαστικά βάσιμη, καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και κατά συνέπεια αβάσιμα παραπονείται η εναγόμενη με τους λόγους της κρινόμενης έφεσής της.

Πρέπει επομένως, να απορριφθεί η έφεση, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα....". Με όλα τα παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), διέλαβε λεπτομερή αναφορά στους εξυβριστικούς χαρακτηρισμούς που μετήλθε η αναιρεσείουσα, καθώς και στους δυσφημιστικούς ισχυρισμούς της, ενώπιον τρίτων, για το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου.

Επίσης διαλαμβάνονται ειδικότερες παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι δυσφημιστικοί ισχυρισμοί της εναγομένης - αναιρεσείουσας συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση, έγιναν δε με σκοπό να προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και με σκοπό την αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του, ο δε τρόπος εκδήλωσης της ως άνω προσβλητικής συμπεριφοράς της εναγομένης, δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεως της, που ισχυριζόταν ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και η οποία μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του ενάγοντος, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβάσιμων των σχετικών λόγων έφεσης περί εφαρμογής του άρθρ.367 ΠΚ και περί μη ύπαρξης δόλου εκ μέρους της εναγομένης.

Ακόμη, εκτός από την ως άνω γενική παραδοχή ότι η εναγομένη εγνώριζε πως δεν ενεργούσε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αλλά με τρόπο για να προσβάλει την τιμή του ενάγοντος, η απόφαση του Εφετείου ρητώς αναφέρει ότι οι ενώπιον τρίτων ισχυρισμοί της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά τα περιγραφόμενα γεγονότα του πρώτου δεκαήμερου του μηνός Αυγούστου 2001 και της περιόδου από το τέλος Αυγούστου 2001 έως 27 Οκτωβρίου 2001, ήταν ψευδή, σε γνώση της εναγομένης και για τα περιστατικά της 1-4-2006, οπότε ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων είναι πλαστογράφος και προεισπράττει παράνομα τα κοινόχρηστα, αναφέρει ότι, κατόπιν έγκλησής του, η εναγομένη καταδικάστηκε, πρωτοδίκως, για το αδίκημα της εξύβρισης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, αιτιολογία που ενέχει παραδοχή για ψευδείς ισχυρισμούς, σε γνώση της εναγομένης.

Με όσα πιο πάνω δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του πλήρεις, εμπεριστατωμένες και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 59, 914 ΑΚ και 333,361,362,363 του ΠΚ, τις οποίες και εφάρμοσε ορθά, μη υποπίπτοντας έτσι σε υπαγωγικό σφάλμα , ενώ δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, την οποία σωστά δεν εφάρμοσε, με το να απορρίψει τη σχετική ένσταση του εναγομένου-αναιρεσείοντος περί άρσης του αδίκου των πράξεων του ένεκα δικαιολογημένου ενδιαφέροντος.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, δια της εσφαλμένης εφαρμογής τους, καθώς και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, δια της αναιτιολόγητης μη εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ, είναι αβάσιμοι.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθ.8 του ίδιου άρθρου, νοούνται, δηλαδή, ως πράγματα οι ουσιώδεις και γι' αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ (ΑΠ 1046/2013, ΑΠ 247/202, ΑΠ 1209/2010).

Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 76/2013, ΑΠ 1115/2012, ΑΠ 1/2008, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 1339/2007, ΑΠ 1238/2007). Για τη βασιμότητα του παρόντος λόγου δηλαδή, θα πρέπει το δικαστήριο να δεχθεί πράγματα χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 2040/2013, ΑΠ 1179/2013, ΑΠ 1072/2012, ΑΠ 273/2011).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 23/2009, ΑΠ 38/2019). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου του αυτού είδους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015).

Απαιτείται, όμως να μνημονεύονται στην απόφαση ειδικά τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, όπως ορίζονται κατά το είδος τους στο άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 197/2013, ΑΠ 1660/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου, για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διατεινόμενη ότι η απόφαση αυτή δέχθηκε ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς, ως αληθινούς, χωρίς απόδειξη. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση τις προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα στην επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της κατονομαζόμενης μάρτυρα, καθώς και σε όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι.

Συνεπώς, ο παρών αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 555 Κ.Πολ.Δ, ξ αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιώμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, που παραδεκτά προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις έγγραφες προτάσεις τξης και τα οποία θεμελίωναν την από το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ ένστασή της, καθόσον από τα έγγραφα αυτά αποδεικνυόταν ότι ο ενάγων, ως διαχειριστής, είχε καταχραστεί χρήματα των συνιδιοκτητών, τα οποία είχε εισπράξει για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., για τις απασχολούμενες καθαρίστριες, χωρίς όμως να αποδώσει αυτά στο Ι.Κ.Α.

Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ποινικές αποφάσεις, με αριθμούς: α) 154/2009 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, β) 1607/2009 του Α' Ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου και γ) 974/3-9-2009 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Επιπλέον, ότι δεν έλαβε υπόψη του και τα εξής έγγραφα:

α) την 473/2008 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής ΙΚΑ Κορίνθου, β) τα με αριθ πρωτ. 3844/20-3-2007, 6688/25-4-2007, 12346/6-9-2007, 12510/1-10-2007, από 23/10/2007 και 13851/18-11-2008 έγγραφα του ΙΚΑ Κορίνθου, γ) την από 29/1/2009 διάταξη της Ανακρίτριας Κορίνθου περί επιβολής περιοριστικών όρων στον ενάγοντα, δ) την από 29/1/2009 εξέταση της συνιδιοκτήτριας Φ.

Α., ως μάρτυρα στην παραπάνω ανακρίτρια και ε) το αριθ.23021/18-10-2007 τριπλότυπο του ΙΚΑ Κορίνθου, περί εισπράξεως ασφαλιστικών εισφορών μετά πράξεων επιβολής προστίμου. Στις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, ρητά αναφέρει τις παραπάνω αριθ. 154/2009 και 1607/2009 ποινικές αποφάσεις και, άρα τις έλαβε υπόψη της, η δε συνεκτίμηση και των ποινικών εγγράφων δεν καταλείπει αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και την με αριθ. 974/2009 απόφαση, καθώς και τα ως άνω έγγραφα της δικογραφίας που περαίωσε η Ανακρίτρια Κορίνθου.

Εξάλλου, από τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ότι ήταν σε γνώση της ψευδείς οι ισχυρισμοί της εναγομένης-αναιρεσείουσας, πως ο αναιρεσίβλητος-ενάγων είχε καταχραστεί χρήματα των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, αδίστακτα συνάγεται, ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα πιο πάνω έγγραφα του ΙΚΑ Κορίνθου.

Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παράβολου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, ελλείψει σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου, ο οποίος δεν παραστάθηκε στη συζήτηση (άρθρο 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-2-2019 αίτηση της Π. Χ., για αναίρεση της με αριθμό 417/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ