Legislator Case Law & Legislation
445/2020 AI generated

445/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 445/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 445 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

445/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 445 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 445 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 445/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του ΝΣΚ Αφεντία Ιωσηφίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης Κ. (Κ.) Δ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημητρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης στο Ειρηνοδικείο Πάρου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2013 του παραπάνω Δικαστηρίου και 63/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 12-10-2016 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική της δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 63/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 100/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πάρου, με την οποία είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830, με τα οποία κυρώθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου με τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίσθηκε, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα των κτημάτων των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και εκείνων, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, που είχαν αποχωρήσει και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.6/3.7.1837 "Περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 του νόμου αυτού, στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα. Με τις ρυθμίσεις αυτές, το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά, με τη δήμευση που έγινε, διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και τα οποία ή κατέλαβε κατά τη διάρκεια του πολέμου ή, ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατέχονταν πλέον από αυτούς. Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθ. 2) και στο προηγούμενο Πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", όπου διαλαμβάνεται, ότι "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους". Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε αφενός μεν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί στα, κατά το Οθωμανικό δίκαιο, ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, την κυριότητα των οποίων είχε αυτός που τα εξουσίαζε και ο οποίος μπορούσε να τα διαθέτει ελεύθερα με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης και αφετέρου τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί στις δημόσιες, κατά το παραπάνω δίκαιο, γαίες (μιριγιέ), όπως καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση, η κυριότητα των οποίων ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και στα οποία οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο το παραπάνω δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ). Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές και ανήκαν στην παραπάνω κατηγορία των μουλκίων, ήτοι των ακινήτων καθαράς ιδιοκτησίας, τα οποία εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε κυρίους τους και, μάλιστα, κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο, όμως, καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, αφού δεν εξουσιάζονταν πριν από την Επανάσταση από το σουλτάνο, ούτε κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου για την ανεξαρτησία της Ελλάδος και της από 7.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης. Τούτο, όμως, συμβαίνει μόνο εφόσον πρόκειται για γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Αντίπαρος, σύμφωνα με τα παραπάνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου για δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις, που, λόγω της μορφής τους, δεν εξουσιάζονταν από κάποιον και, γενικά, ακίνητα, που δεν ανήκαν στην κατηγορία των μουλκίων, μετά τον αγώνα της ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους, ενώ ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους με τα Πρωτόκολλα και τη Συνθήκη που προαναφέρθηκαν, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, κύριο των ακινήτων αυτών κατέστη το νέο Ελληνικό Κράτος χωρίς αποζημίωση. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται, ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (ΟλΑΠ 1/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πλην άλλων και ότι η επίδικη έκταση, που βρίσκεται στην Αντίπαρο Κυκλάδων και έχει εμβαδόν 4.010 τετ. μέτρα, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου αγροτεμαχίου 16.151,51 τετ. μέτρων, ότι τούτο, ως ακίνητο που χρησιμοποιούταν για γεωργική χρήση και για βοσκή ζώων, ανήκε στην κατηγορία των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας του Οθωμανικού Νόμου και περιήλθε στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης με παράγωγο τρόπο και, συγκεκριμένα, με το ...1959, νόμιμα μεταγραμμένο, συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάρου Δ. Κ., με το οποίο ο αληθινός κύριός του Ε. Κ. της το μεταβίβασε με αιτία την πώληση. Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι: "η επίδικη εδαφική έκταση...αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο πωλήθηκε στο σύνολό του ως αγροτική έκταση, η δε ενάγουσα - εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) κυριεύει αυτό, δυνάμει αλλεπαλλήλων τίτλων κτήσης, που ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο του έτους 1919, ενώ καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα τόσο η ενάγουσα - εφεσίβλητη όσο και οι δικαιοπάροχοί της, ασκούσαν σε αυτό, συνεχώς και αδιάλειπτα, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στο χαρακτήρα του, πράξεις νομής, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν. Συγκεκριμένα, εντός του επίμαχου εδαφικού κομματιού, το οποίο περιστοιχίζεται από αγρούς και ελαιώνες, εμφανίζει μικρές βραχώδεις εξάρσεις και ορίζεται, όπως και το υπόλοιπο ακίνητο, από ξερολιθιά, υπάρχει αλώνι, όπου αλώνιζαν τα δημητριακά, γεγονός που αποδεικνύει τη γεωργική του χρήση κατά το παρελθόν, ενώ κατά καιρούς μισθωνόταν σε τρίτους προκειμένου να βοσκήσουν τα ζώα τους. Άλλωστε, από την πλευρά του, το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον), ούτε επικαλείται, ούτε αποδεικνύει, ως όφειλε, προκειμένου για τις καθαρές γαίες των Κυκλάδων, όπως αποδείχθηκε ότι είναι και η επίδικη, κτήση κυριότητας με κάποιον άλλον, εκτός από τον ''δικαιώματι πολέμου'', νόμιμο τρόπο, όπως απαλλοτρίωση, αγορά, δωρεά, ανταλλαγή, κατάληψη αδεσπότου κλπ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, καθίσταται εμφανές ότι το επίδικο τμήμα δεν ανήκει στο Δημόσιο, ως δασικό ή χορτολιβαδικό, αλλά στην ενάγουσα - εφεσίβλητη, ως αναπόσπαστο κομμάτι του ευρύτερου αγροτεμαχίου, ιδιοκτησίας της". Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος για κυριότητά του στο επίδικο ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, λόγω του δασικού, άλλως του χορτολιβαδικού χαρακτήρα του, επικύρωσε την απόφαση του Ειρηνοδικείου Πάρου, που, εκφέροντας όμοια κρίση, είχε κάνει δεκτή την αναγνωριστική της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι με την παραδοχή της "ότι το Ελληνικό Δημόσιο ήταν το διάδικο μέρος που έπρεπε να αποδείξει ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του είτε δικαιώματι πολέμου, είτε ως αδέσποτο, είτε ως χορτολιβαδικό, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή" των διατάξεων των ανωτέρω Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, των άρθρων 16, 18 και 21 του νόμου της 21-6/3-7-1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 1 του βδ της 3/15-12-1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοιδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834", των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (43.3), παρ. 9 Εισ. (2.9), ν. 2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10)) του βρδ, του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και 16-5-1926, του άρθρου 21 του νδ της 22-4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", των άρθρων 1, 3 παρ. 3 και 5α και 62 παρ. 1 του νόμου 998/1979 και των άρθρων 2 και 4 του αν 1539/1938. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της παράβασης των ανωτέρω διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των παραπάνω γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), της φύσης, δηλαδή, του επιδίκου ως ιδιωτικής ιδιοκτησίας (ακινήτου καθαράς ιδιοκτησίας) και όχι ως δημόσιας γαίας και, συγκεκριμένα, ως αδέσποτο ή χορτολίβαδο. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, το μεν διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι η αγωγή έγινε δεκτή, επειδή το Δημόσιο δεν απέδειξε, ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του δικαιώματι πολέμου ή ως αδέσποτο ή ως χορτολιβαδικό, ενώ η εν λόγω αγωγή έγινε δεκτή, επειδή κρίθηκε ότι το επίδικο, ως γεωργικό, ανήκε στα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας και, συνεπώς, ως τέτοιο, περιήλθε νόμιμα στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης με τον παραπάνω παράγωγο τρόπο, το δε διότι οι ανωτέρω διατάξεις ορθά δεν εφαρμόστηκαν, αφού, ενόψει των παραπάνω παραδοχών, ήτοι του ότι το επίδικο συνιστούσε ιδιωτική ιδιοκτησία και όχι δημόσια γαία (δάσος, χορτολίβαδο, αδέσποτο), δεν ήταν εφαρμοστές στην συγκεκριμένη υπόθεση, καθόσον η εφαρμογή τους προϋποθέτει παραδοχή ότι το επίδικο αποτελούσε δημόσια γαία, την οποία, όμως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν εξέφερε.

2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναίρεσης, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016). Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 32/1996), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τους λόγους αναίρεσης, ώστε, όχι μόνο να εξάγεται σε ποιόν από τους αναιρετικούς λόγους, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ή στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα, υπάγονται, αλλά και να προκύπτουν από αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση.

Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 306/2018, ΑΠ 1418/2013). Αντιφάσκουν δε μεταξύ τους, με την ανωτέρω συνέπεια, οι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ για έλλειψη, άλλως για ανεπάρκεια αιτιολογιών, όπως και για αντιφατικές, άλλως για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 2178/2007).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, μέρος του, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση "διότι στερείται αιτιολογίας, άλλως έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς" ως προς τον αγροτικό χαρακτήρα του επιδίκου. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, λόγω αντιφατικότητας των προβαλλομένων πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω πρώτο, για έλλειψη αιτιολογιών, σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται, αλλά, αντίθετα, έχει τις ανωτέρω, στον πρώτο λόγο αναίρεσης, παρατιθέμενες πλήρεις αιτιολογίες. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του για ανεπάρκεια αιτιολογιών, είναι σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται ποιες είναι οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά το αναιρεσείον, θα έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να θεωρείται η αιτιολογία της επαρκής. 3. Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών. Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει, αλλά, αντίθετα, πρόκειται για ιδιωτική διαφορά, η οποία υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν αντικείμενο της διαφοράς αυτής είναι η κυριότητα ιδιώτη σε ακίνητο, για το οποίο το Δημόσιο ισχυρίζεται, ότι του ανήκει, λόγω του δασικού ή του χορτολιβαδικού του χαρακτήρα, αφού, στην περίπτωση αυτή, το ουσιώδες ζήτημα της διαφοράς, άρα και το αντικείμενο της σχετικής δίκης, είναι η αναγνώριση της κυριότητας του ιδιώτη στο επίδικο ακίνητο, στο πλαίσιο δε της δίκης αυτής το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ερευνήσει, έστω και παρεμπιπτόντως, κάθε ζήτημα, ακόμα και διοικητικής φύσης, που αποτελεί πρόκριμα και είναι αναγκαίο για την επίλυση της ενώπιόν του ιδιωτικής διαφοράς (άρθρα 1, 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 547/2016). Σύμφωνα με αυτά, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ήτοι ότι απεφάνθη για το μη χορτολιβαδικό χαρακτήρα του επιδίκου, κατά παράβαση του άρθρου 2 ΚΠολΔ, καθόσον πρόκειται για θέμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των διοικητικών αρχών και, συγκεκριμένα, των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας και των διοικητικών δικαστηρίων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, ενόψει των ανωτέρω, πρόκειται για ιδιωτική διαφορά και, συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας, εκδικάζοντάς τη, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

4. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό, ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τον παραπάνω παράγωγο τρόπο και όχι με χρησικτησία ή και με χρησικτησία.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διατάξεων για την χρησικτησία του βρδ που προαναφέρθηκαν, αλλά και του ΑΚ (άρθρων 1041, 1045), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην παραπάνω εσφαλμένη προϋπόθεση.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 63/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ