Legislator Case Law & Legislation
445/2017 AI generated

445/2017 · 445/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 445/2017
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 445 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 445/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, ΓεώÏ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 445/2017

Απόφαση 445 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 445/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2) Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κατηφόρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Θ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕΖ" (πρώην "... ΑΕ"), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 5-8-2008 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 22-10-2008 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης - αναγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 453/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 309/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ’ αριθμ. ... /27.9.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Αθανασίου Λαμπρόπουλου, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν την συζήτηση της υπό κρίση από 28.12.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2016 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 309/2015 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για την συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (16.12.2016), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη αναιρεσίβλητη, με κλήση προς αυτήν να παραστεί κατά την συζήτηση της αναιρέσεως κατά την ορισθείσα παραπάνω δικάσιμο. Κατ’ αυτήν, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Συνεπώς, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης, εφ’ όσον αυτή έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως.

Επειδή, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 4 εδ. α’ Ν. ΓΠΝ/4-5-1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" για κάθε ζημία που προξενείται από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου. Κατά δε την διάταξη του άρθρου 5 εδ. α’ του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ’ αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου. Κατά την διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου "ο δικαστής, κατά την επιδίκασιν της αποζημιώσεως, οφείλει να λαμβάνη υπ’ όψιν τας κατ’ ιδίαν περιστάσεις, οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακάς συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, προς δε και καταθέσεις μαρτύρων παρόντων κατά το ατύχημα και υποκειμένων, κατά τας διατάξεις της Πολ. Δικονομίας εις εξαίρεσιν, λόγω συγγενείας". Από τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω νόμου, ο οποίος καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση), σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο αυτοκίνητο με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός), προβλέπεται απαλλαγή του ενεχομένου προσώπου, πλην άλλων, και σε περίπτωση αποκλειστικής υπαιτιότητας του τρίτου προσώπου που δεν ανήκει στην υπηρεσία του αυτοκινήτου, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας του τελευταίου (ΑΚ 300) (ΑΠ 204/2016, ΑΠ1279/2015). Τρίτο πρόσωπο, υπό την προαναφερθείσα έννοια, είναι και ο οδηγός άλλου αυτοκινήτου, ο οποίος με την αντικανονική πορεία του, που οφείλεται σε αποκλειστική του υπαιτιότητα και την αιφνίδια παρεμβολή του στην πορεία του αυτοκινήτου των κατά νόμο ενεχομένων προσώπων, ανάγκασε τον οδηγό του αυτοκινήτου τούτων για να αποφύγει την σύγκρουση με το άλλο αυτοκίνητο να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό και να παρεμβληθεί με την σειρά του στην κανονική πορεία τρίτου αυτοκινήτου και να συγκρουστεί με το τελευταίο. Ο ισχυρισμός του εναγομένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, ως προς την βάση της αγωγής, που στηρίζεται στην αδικοπραξία (άρθρα 914 επ. του Α.Κ.), συνιστά άρνηση της υπαιτιότητας, ως προς δε την βάση, που στηρίζεται στις διατάξεις του Ν. ΓπΝ/ 1911, συνιστά ένσταση καταλυτική του με την αγωγή ασκούμενου δικαιώματος (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. ΓπΝ/1911) (ΑΠ 1179/2015). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β’ και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 1179/2015, ΑΠ 520/2011). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015). Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, 1266/2011). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τα ακόλουθα: "Στις 15-4-2007 και περί ώρα 08.20’ ο πρώτος των εναγόντων Δ. Κ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... υπεραστικό λεωφορείο, ενταγμένο στη δύναμη λεωφορείων της ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "...", συνιδιοκτησίας του ιδίου και του δεύτερου από αυτούς Κ. Σ., κατά ποσοστό 50% αδιαιρέτως και εκινείτο με αυτό επί της Παλαιάς Εθνικής Οδού Πατρών - Πύργου, με κατεύθυνση από Πάτρα προς Κάτω Αχαΐα. Κατά την ίδια χρονική στιγμή η ενάγουσα Α. Θ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της και εκινείτο με αυτό, με ταχύτητα 60 χιλιομέτρων ανά ώρα, επί της ιδίας ως άνω οδού, με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από Κάτω Αχαΐα προς Πάτρα. Η παραπάνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ κατά μήκος αυτής υφίσταται διπλή διαχωριστική γραμμή. Η οδός δε αυτή διέρχεται μέσω του δημοτικού διαμερίσματος ..., δηλαδή μέσω κατοικημένης περιοχής, όπου το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Όταν τα δύο παραπάνω οχήματα έφθασαν στη χιλιομετρική θέση 16.600 της άνω οδού, ο αρχικός εναγόμενος Σ. Ν. ηλικίας 84 ετών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο και κινούμενος με αυτό σε παρακείμενο της δεξιάς πλευράς της οδού πεζοδρόμιο, εντελώς ξαφνικά, και ενώ βρισκόταν σε απόσταση δέκα (10) μέτρων περίπου από το κινούμενο αυτοκίνητο της Α. Θ., εισήλθε κάθετα στο ρεύμα πορείας της τελευταίας, μπροστά από το κινούμενο αυτοκίνητό της, με κατεύθυνση προς το μέσον της οδού και με πρόθεση να κινηθεί προς Πάτρα. Με την κίνησή του όμως αυτή παρεμβλήθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου της ανωτέρω ενάγουσας - εναγομένης Α. Θ., η οποία προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με το δίκυκλο μοτοποδήλατο και την παράσυρση του οδηγού του, τροχοπέδησε και ταυτόχρονα ενήργησε αποφευκτικό προς τα αριστερά (ελιγμό) και έτσι απέφυγε μεν τη σύγκρουση με το δίκυκλο μοτοποδήλατο, αλλά με τον ελιγμό που ενήργησε εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου της στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αντιθέτως κινούμενου υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... λεωφορείου, και να υποστούν αμφότερα τα οχήματα φθορές και βλάβες. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά...... αποδεικνύεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος της συγκρούσεως των δύο παραπάνω οχημάτων είναι ο αρχικός εναγόμενος Σ. Ν., ο οποίος στην προκείμενη περίπτωση δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που ο μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός θα κατέβαλε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της οδήγησης, της κοινής πείρας και λογικής ...... Η αμελής αυτή οδήγηση του ανωτέρω οδηγού του μοτοποδηλάτου, ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη εμπειρία να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, προκάλεσε τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, το οποίο ευχερώς μπορούσε να αποφευχθεί, αν ο ανωτέρω οδηγός τηρούσε την απαιτούμενη επιμέλεια και τους προαναφερθέντες κανόνες οδικής κυκλοφορίας. Εξάλλου η ενάγουσα Α. Θ., κινούμενη στην παραπάνω οδό με καλές καιρικές συνθήκες και απεριόριστη ορατότητα, είχε στραμμένη την προσοχή της στην οδήγηση του αυτοκινήτου της, όπως τούτο προκύπτει και από την άμεση αντίληψη του εισελθόντος στο ρεύμα πορείας της μοτοποδηλάτου και την άμεση τροχοπέδηση του αυτοκινήτου, ως μέσος δε συνετός οδηγός δεν ήταν δυνατόν να αναμένει (προβλέψει) την, κατά τα προεκτεθέντα, αιφνίδια είσοδο του μοτοποδηλάτου στο ρεύμα πορείας της, σε κάθε δε περίπτωση η παράσυρση του αντικανονικώς και προ ελάχιστης αποστάσεως (δέκα (10) μέτρων περίπου) παρεμβληθέντος στην πορεία της δίκυκλου μοτοποδηλάτου θα οδηγούσε με βεβαιότητα στην ανατροπή και τον τραυματισμό του οδηγού του και αν αυτή (ενάγουσα - εναγομένη) δεν είχε υπερβεί το ανωτέρω όριο ταχύτητας των πενήντα (50) χιλιομέτρων ανά ώρα, αφού η προαναφερθείσα ελάχιστη απόσταση των 10 μέτρων περίπου που μεσολαβούσε μεταξύ των δύο οχημάτων (ΙΧΕ αυτοκινήτου και δίκυκλου μοτοποδηλάτου) δεν επέτρεπε την αποφυγή της συγκρούσεως και υπό την νόμιμη ανωτέρω ταχύτητα. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) της ενάγουσας - εναγομένης Α. Θ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... IX αυτοκινήτου, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την νόμιμη ένσταση της τελευταίας και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", εναγομένων επί της από 23-11-2007 αγωγής, ότι αποκλειστικά υπαίτιος της επίδικης συγκρούσεως είναι τρίτο πρόσωπο και δη ο Σ. Ν., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου, που δεν ανήκει στην υπηρεσία του αυτοκινήτου της ανωτέρω ενάγουσας - εναγομένης (άρθρ. 5 παρ. 1 Ν. ΓΠΝ/1911), που παραδεκτά οι ανωτέρω εναγόμενοι προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν στο Δικαστήριο τούτο, και στη συνέχεια απέρριψε ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την από 5-8-2008 αγωγή, ενώ δέχθηκε εν μέρει (για το ποσό των 31.331,8 ευρώ) ως βάσιμη κατ’ ουσίαν την από 23-11-2007 αγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο της από 24-9-2009 εφέσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού απέρριψε την από 18.2.2010 έφεση των αναιρεσειόντων και δέχθηκε την από 24.9.2009 έφεση των αναιρεσιβλήτων, δικάζοντας επί των από 23.11.2007 και 5.8.2008 αγωγών, ύστερα από την εξαφάνιση της πρωτόδικης 453/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η πρώτη και είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν η δεύτερη, απέρριψε την πρώτη (από 23.11.2007 αγωγή) ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ενώ δέχθηκε ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη την δεύτερη (από 5.8.2008) αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., αλλά και του άρθρου 12 §§ 1 του Κ.Ο.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του Σ. Ν., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας της πρώτης αναιρεσίβλητης, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Πιο συγκεκριμένα διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, τα οποία επέδειξε το ως άνω τρίτο πρόσωπο και δη ο ανωτέρω οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου, που δεν ανήκει στην υπηρεσία του προαναφερθέντος Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης, σε συνδυασμό με την παράβαση της διατάξεως του Κ.Ο.Κ. (άρθρο 12 παρ. 1), η οποία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη: α) ότι ο εν λόγω οδηγός, ηλικίας 84 ετών, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημά του και κινούμενος με αυτό σε παρακείμενο της δεξιάς πλευράς της οδού πεζοδρόμιο, ήτοι παραπλεύρως του ρεύματος πορείας του οχήματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, εντελώς ξαφνικά και ενώ βρισκόταν σε απόσταση δέκα (10) μέτρων περίπου πιο μπροστά από το κινούμενο όχημα αυτής, εισήλθε κάθετα στο ρεύμα πορείας της τελευταίας, μπροστά από το κινούμενο όχημά της, με κατεύθυνση προς το μέσον της οδού και με πρόθεση να κινηθεί προς την Πάτρα, β) ότι με την κίνησή του αυτή παρενεβλήθη στην πορεία του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση με το μοτοποδήλατο και την παράσυρση του οδηγού του, τροχοπέδησε και ταυτόχρονα ενήργησε αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό και γ) ότι εξ αιτίας του ελιγμού αυτού το αυτοκίνητο της πρώτης αναιρεσίβλητης εισήλθε στο αντίθετο προς την κατεύθυνσή της ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αντιθέτως κινούμενο λεωφορείο των αναιρεσειόντων. Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας υπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσίβλητης για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως διέλαβε: α) ότι αυτή κινούμενη στην παραπάνω οδό, με ταχύτητα 60 χ/ω, με καλές καιρικές συνθήκες και απεριόριστη ορατότητα, είχε στραμμένη την προσοχή της στην οδήγηση του αυτοκινήτου της, όπως αυτό προκύπτει και από την άμεση αντίληψη του εισελθόντος στο ρεύμα πορείας της μοτοποδηλάτου και την άμεση τροχοπέδηση του αυτοκινήτου της, β) ότι ως μέσος συνετός οδηγός δεν ήταν δυνατόν να αναμένει (προβλέψει) την, κατά τα προεκτεθέντα, αιφνίδια είσοδο του μοτοποδηλάτου στο ρεύμα πορείας της, και γ) ότι σε κάθε περίπτωση, η παράσυρση του αντικανονικώς και προ ελαχίστης αποστάσεως, δέκα (10) μέτρων περίπου, παρεμβληθέντος στην πορεία της δικύκλου μοτοποδηλάτου, θα οδηγούσε με βεβαιότητα στην ανατροπή του και τον τραυματισμό του οδηγού του, ακόμη και αν αυτή δεν είχε υπερβεί το ανώτατο όριο ταχύτητας των 50 χ/ω, αφού η προαναφερθείσα ελαχίστη απόσταση των 10 μέτρων περίπου, που μεσολαβούσε μεταξύ των δύο οχημάτων (Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και δίκυκλου μοτοποδηλάτου) δεν επέτρεπε την αποφυγή της συγκρούσεως και υπό την νόμιμη ανωτέρω ταχύτητα. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται, δεν διευκρινίζεται: α) αν υπήρχαν ενδεικτικές πινακίδες ορίου ταχύτητας, ρυθμίζουσες την ταχύτητα διαφορετικά και σε χαμηλότερα όρια, β) ποιες ήταν οι κυκλοφοριακές συνθήκες και ποια ταχύτητα όφειλε να έχει η οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ώστε η συμπεριφορά της να είναι σύμφωνη με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 19 παρ. 2 και 3 του Κ.Ο.Κ. και γ) δεν προσδιορίζεται το πλάτος του πεζοδρομίου και αν η στάθμη αυτού (πεζοδρομίου) υπερέβαινε ή όχι την στάθμη της οδού, με συνέπεια να μην μπορεί να συναχθεί με σαφήνεια αν η πρώτη αναιρεσίβλητη μπορούσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, προς τον χώρο του πεζοδρομίου. Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται. Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015). Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά την δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 168/ 2015, ΑΠ 1620/2005). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 του Κ.Πολ.Δικ.), ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. Η κρίση όμως του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται, κατά το άρθρο 352 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ελεύθερα, από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), ενώ, εξάλλου, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με τον λόγο αναιρέσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 297/2009, ΑΠ 1456/2009, ΑΠ 2191/2009, ΑΠ 1337/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, κατ’ ορθήν εκτίμηση των προς θεμελίωσή τους εκτιθεμένων, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη την δήλωση των αναιρεσιβλήτων περί του ότι η πρώτη τούτων, οδηγός του ασφαλισμένου στην δεύτερη εξ αυτών αυτοκινήτου, είναι συνυπαίτια, κατά ποσοστό 3%, για την πρόκληση της συγκρούσεως με το δικό τους όχημα (Λεωφορείο), που περιέχεται στο δικόγραφο της από 22.10.2008 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../24.10.2008 προσεπικλήσεως - ανακοινώσεως δίκης - αναγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του τρίτου Σ. Ν., η οποία (δήλωση) ως προς αυτούς (αναιρεσείοντες) αποτελεί εξώδικη ομολογία, την οποία όφειλε να λάβει υπόψη και να την εκτιμήσει ελεύθερα, με περαιτέρω συνέπεια να απορρίψει την εναντίον των αναιρεσιβλήτων από 23.11.2007 αγωγή τους, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα, κατ’ άρθρο 5 του ν. ΓΠΝ/1911, του ανωτέρω τρίτου Σ. Ν., ενώ αν ελάμβανε υπόψη αυτήν (εξώδικη ομολογία) θα δεχόταν την εις ολόκληρον ευθύνη των αναιρεσιβλήτων προς αποζημίωσή τους. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., διότι ο σχετικός ισχυρισμός που τον θεμελιώνει δεν προβλήθηκε στο Εφετείο, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς παράλληλα να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της προαναφερόμενης παραγράφου 2 του άρθρου 562 του Κ.Πολ.Δικ. Ανεξαρτήτως τούτου, η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη η επικαλούμενη ως άνω εξώδικη ομολογία κρίνεται αβάσιμη και απορριπτέα, εφόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ανωτέρω δικόγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά τους αναιρεσείοντες, η εξώδικη ομολογία, λήφθηκε υπόψη, πέραν του ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που προσκόμισαν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρασταθείσας δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.12.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/2016 αίτηση για αναίρεση της 309/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ