Legislator Case Law & Legislation
445/2008 AI generated

445/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 445/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

445/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1α του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία για τα οποία ήδη δεν πρόκειται, και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου (ΟλΑΠ 57/1990 και 1/1995).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 445 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 445/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος και η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης) Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γαλάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: .........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νεκτάριο Ψύλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6420/1999 του ίδιου Δικαστηρίου 1870/2001 προδικαστική και 7499/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος, ανέγνωσε την από 17-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε την ένδικη περί αναγνωρίσεως της κυριότητας της αναιρεσείουσας επί των περιγραφομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών αγωγή κατά παραδοχή, ως βάσιμης κατ' ουσία, της ενστάσεως ιδίας κυριότητας, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, του αναιρεσίβλητου, η αιτίαση της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1045 και 1049 του ΑΚ (άρθρο 559 αρ.1 α ΚΠολΔ), που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζοντας τις παραπάνω διατάξεις "δεν αναφέρθηκε και δεν έλαβε υπόψη ότι εγώ με τις με αριθ.κατ. 5675/25-5-82, 8125/13-7-83 και 11419/4-11-83 διεκδικητικές αγωγές μου κατά του αντιδίκου μου διέκοψα την δήθεν χρησικτησία του αντιδίκου μου επί των επίδικων διαμερισμάτων, οπότε η κρίση της προσβαλλόμενης ότι η αγωγή έγινε μετά το πέρας της 20ετίας από την απόκτηση της νομής των διαμερισμάτων είναι έκνομος". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν παραδοχές σχετικές με τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά, που συνιστούν αντένσταση της ενστάσεως του αναιρεσίβλητου περί κτήσεως υπ' αυτού της κυριότητας των επίδικων ακινήτων με χρησικτησία.

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1α του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία για τα οποία ήδη δεν πρόκειται, και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου (ΟλΑΠ 57/1990 και 1/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση στο δεύτερο λόγο αναίρεσης, αφού εκτίθενται διεξοδικώς οι παραδοχές της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της αντενστάσεως της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας του από ..... ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του δικαιοπαρόχου (πατέρα) του αναιρεσίβλητου και με το οποίο η πρώτη δέχτηκε να λάβει ο δεύτερος στην κυριότητά του τα επίδικα διαμερίσματα αναγνωρίζοντας συγχρόνως αυτή ότι αυτά (διαμερίσματα) βρίσκονταν στη νομή και κατοχή του δεύτερου από το έτος 1975, στη συνέχεια αναφέρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερμήνευσε ορθά τις περί εικονικότητας και πλάνης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 139-142 του ΑΚ σχετικά με την απόρριψη της πιο πάνω αντένστασης, που συνίσταται (η ως άνω αναφερόμενη παραβίαση) στο γεγονός ότι "πως είναι δυνατόν η προσβαλλόμενη απόφαση να δέχεται ότι το 1975 πώλησα στον πατέρα του εναγομένου την πολυκατοικία μου και ότι αυτός νεμόταν όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της, όταν με δημόσια έγγραφα....εγώ σαν κυρία και νομέας τις μεταβίβασα σε τρίτους αγοραστές....πως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι εγώ ήμουν τόσο γνώστης της νομικής επιστήμης, ώστε το 1985 να γνωρίζω...., πως η προσβαλλόμενη απόφαση αποφαίνεται ότι ο ισχυρισμός μου....δεν αποδεικνύεται, αφού πράγματι επτώχευσα...πως είναι δυνατόν η προσβαλλόμενη απόφαση να αποφαίνεται ότι το επίμαχο συμφωνητικό δεν ήταν εικονικό, όταν σε αυτό αναφέρονται ότι επιλύονται δικαστικές διενέξεις...".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ψευδή ερμηνεία των περί εικονικότητας διατάξεων των άρθρων 138-139 του ΑΚ, και τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά αφορούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, ούτε κάποιον άλλο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, ενώ ως προς τις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 140-142 του ΑΚ πρέπει, ωσαύτως, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως και η αναιρεσείουσα ομολογεί, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει παραδοχές σχετικές με τις εν λόγω διατάξεις.

ΙΙΙ. Όπως προκύπτει από την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο που την εξέδωσε οδηγήθηκε στην κρίση του για την επί των επιδίκων ακινήτων κυριότητα του αναιρεσίβλητου και την απόρριψη της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενώπιον του εισηγητή δικαστική πρωτοδίκη του Πρωτοδικείου Αθηνών και έχουν καταχωριστεί στην με αριθμό 764/2001 έκθεσή του.

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς μνημονεύει μεταξύ των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων και την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας ......, που περιέχεται στην παραπάνω εισηγητική έκθεση, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε την προαναφερόμενη μαρτυρική κατάθεση, γι' αυτό και από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος τρίτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο ίδιος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη αφενός μεν τις με αριθ.κατάθ.5675/25-5-1982, 8125/13-7-1983 και 11419/4-11-1983 διεκδικητικές αγωγές της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου, τις οποίες ο τελευταίος είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ενώπιον του Εφετείου, αφετέρου δε την από Οκτώβριο 1991 αίτηση της αναιρεσείουσας προς την ΑΤΕ, την οποία η ίδια προσκόμισε και επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου, πρέπει, ωσαύτως, να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προαναφερθείσα οριστική απόφασή του, δεν γίνεται επίκληση σ' αυτές των παραπάνω εγγράφων και ως εκ τούτου δεν έσφαλε το δικαστήριο που δεν τα έλαβε υπόψη.

Τέλος, οι επικαλούμενες στο τέλος του ίδιου λόγου πλημμέλειες της ίδιας απόφασης από τους αριθ.8, 10, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, λόγω της αοριστίας αυτών, διότι εκτός από τη μνεία των εν λόγω αριθμών ουδέν έτερο διαλαμβάνουν. IV. Σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.3 ΚΠολΔ, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής δεν ανάγεται στη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 1/1987).

Συνεπώς, ο τέταρτος από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται σε αμφότερες τις προσβαλλόμενες αποφάσεις η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης, λόγω αοριστίας του δικογράφου, της ένδικης περί αναγνωρίσεως της κυριότητας της αναιρεσείουσας επί των περιγραφομένων σ' αυτήν ακινήτων αγωγής της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού από την δική της πράξη της ασκήσεως της αγωγής δεν μπορεί να δημιουργηθεί υπέρ αυτής ο επικαλούμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Ιανουαρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 7499/2006 και 1870/2001 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ