445/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 445 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 445/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Αθανάσιο...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 445 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 445/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Αθανάσιος Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γιαννόπουλο Νικόλαο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΥΣΙΔΑ ΑΒΕΕ που εδρεύει στην Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Θεμιστοκλής Σοφός.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32229/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 614/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος ΚουΤρομάνος ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναιείναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (Ολ. ΑΠ 28/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από αναλυτική παράθεσή των, κατά την εκτίμησή του, αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σύμβαση που συνέδεε τα διάδικα μέρη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-1966 μέχρι 2-1-2000 δεν ήταν σύμβαση εργασίας "αλλά σύμβαση έργου και ειδικότερα ανεξαρτήτων υπηρεσιών". "Συνεπώς" καταλήγει το Εφετείο "ορθώς η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα αποζημίωση μόνο για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 3-1-2000 μέχρι 19-12-2001, που εργάσθηκε σ' αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Τούτο, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χρόνος υπηρεσίας του ενάγοντος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης αυτής, ούτε το χρονικό διάστημα που κατά τα άνω συνεργάστηκαν οι διάδικοι υπό τη μορφή παροχής εκ μέρους του ενάγοντος ανεξαρτήτων υπηρεσιών με βάση σχετική σύμβαση, δηλαδή η χρονική περίοδος από 1-7-1966 μέχρι 2-1-2000, ούτε βέβαια και το χρονικό διάστημα από Αύγουστο 1955 μέχρι 30-6-1966, κατά το οποίο οι διάδικοι συνδέονταν με άλλη προγενέστερη και διάφορη της τελευταίας (από 3-1-2000 μέχρι 19-12-2001) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο στα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα. Εξάλλου, η ειδικότερη αιτίαση "για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας σχετικά με τον χαρακτηρισμό της επίδικης συμβάσεως που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την αντίδικο", και ο συναφής ισχυρισμός ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση αρκέσθηκε μόνο στις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, την ύπαρξη και επίκληση των οποίων επικαλέσθηκε η αντίδικος και παραδέχθηκε ανέλεγκτα και με περιαυτολογούσα αιτιολογία την συνδρομή των όρων της εμπορικής αντιπροσωπείας, δίχως να καταλήξει στον ακριβή χαρακτηρισμό της σύμβασης, αλλά διαπιστώνοντας και διατυπώνοντας αρνητικώς απλώς και μόνον την έλλειψη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας", προβάλλονται αλυσιτελώς. Τούτο δε, διότι, για την θεμελίωση του τελικού συμπεράσματος αρκούσε η αιτιολόγηση της αβασιμότητας του αγωγικού ισχυρισμού, δηλαδή η ανάπτυξη των λόγων για τους οποίους το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν ήταν η επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ενώ ο καθορισμός της έννομης σχέσης που πραγματικά συνέδεε τους διαδίκους δεν ήταν νομικώς αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας. Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αναίρεσης, που εκτιμούνται ως αιτιάσεις από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.5.2005 αίτηση του .....για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 614/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ