444/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε τον αν 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 ΕισΝΑΚ), ορίζεται: α) στο άρθρο 2 παρ. 1, ότι "επί των αδεσπότων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής" και β) στο άρθρο 4, ότι "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν" (παρ. 1) και ότι "παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος, αρξαμένη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν έχει, αν αύτη δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε κατά τους προϊσχύσαντας νόμους" (παρ. 2).
Legislator headnote
AI generated444/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 κ' 3, 568 παρ. 1 κ' 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.
Full text
Απόφαση 444 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 444/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας Σ. Β. Κ., κατοίκου ...), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Ε. Μ. Κ., ) Φ. χας Μ. Κ., το γένος Τ. και ) Ά. Α. Κ., κατοίκων ... από τις οποίες η πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Νικολαρόπουλο και οι λοιπές δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2017 αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2122/2018 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-6-2018 αίτησή της. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική της δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 κ' 3, 568 παρ. 1 κ' 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.
Εν προκειμένω, από την .../23-10-2019 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Μ. προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες Φ. χα Μ. Κ. και Ά. Α. Κ., με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης. Όμως, οι εν λόγω αναιρεσίβλητες, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν παρέστησαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτές παρούσες.
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 2122/2018 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, αγωγή προστασίας της οιονεί νομής δουλείας διόδου των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Με τον αν 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 ΕισΝΑΚ), ορίζεται: α) στο άρθρο 2 παρ. 1, ότι "επί των αδεσπότων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον, έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής" και β) στο άρθρο 4, ότι "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν" (παρ. 1) και ότι "παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος, αρξαμένη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν έχει, αν αύτη δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε κατά τους προϊσχύσαντας νόμους" (παρ. 2).
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, τα ακίνητα του Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής ή χρησικτησίας από τρίτους. Εξάλλου, το άρθρο 1 του νόμου 1468/1950 "Περί ιδρύσεως δημοσίας επιχειρήσεως ηλεκτρισμού", ορίζει, ότι "Ιδρύεται Οργανισμός υπό την επωνυμίαν "Δημοσία Επιχείρησις Ηλεκτρισμού", σκοπόν έχων την κατασκευήν και εκμετάλλευσιν υδροηλεκτρικών και θερμοηλεκτρικών εργοστασίων καθ' άπασαν την χώραν, την εγκατάστασιν Εθνικού δικτύου προς μεταφοράν της παραγομένης ηλεκτρικής ενεργείας και την διάθεσιν αυτής" (παρ. 1), "ο Οργανισμός ούτος αποτελεί δημοσίαν επιχείρησιν ανήκουσαν εξ ολοκλήρου εις το Ελλην.
Δημόσιον, λειτουργούσαν χάριν του δημοσίου συμφέροντος, αλλά κατά τους κανόνας της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνουσαν διοικητικής και οικονομικής αυτοτελείας, τελούσαν όμως υπό την ανωτάτην εποπτείαν και τον έλεγχον του Κράτους. Τα της οργανώσεως και λειτουργίας αυτής θέλουσι ρυθμισθή δια β.δ., εφ' άπαξ εκδιδομένου, προτάσει του Υπουργ.
Συμβ. και εισηγήσει του Υπ. Συντονισμού" (παρ. 2). Σε εκτέλεση της διάταξης αυτής, εκδόθηκε το 28/28-1-1951 βδ "Περί οργανώσεως της Διοικήσεως της ΔΕΗ", με το άρθρο 1 παρ. 1 του οποίου ορίζεται, ότι "Η Δημοσία Επιχείρησις Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) ασκεί τα δια του Ν. 1468/1950 αναγνωριζόμενα εις αυτήν προνόμια και δικαιώματα επί τω τέλει της καλυτέρας δυνατής εξυπηρετήσεως του δημοσίου συμφέροντος, εφαρμόζει δε ως μέσον προς επιτυχίαν του σκοπού τούτου τας μεθόδους της ιδιωτικής επιχειρηματικής οικονομίας", με το άρθρο 35 παρ. 1, ότι "Η ΔΕΗ απολαύει των ατελειών και φορολογικών προνομίων ως εάν είναι το Δημόσιον.
Ειδικότερον: α) Η ΔΕΗ, η περιουσία, αι πρόσοδοι αυτής, αι συναλλαγαί, τα εκ της διαχειρίσεως κέρδη, αι υπ' αυτής συναπτόμεναι πάσης φύσεως συμβάσεις και τα υπό ταύτης συντασσόμενα ή λαμβανόμενα πάσης φύσεως έγγραφα και λογαριασμοί απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου και παντός εν γένει φόρου, τέλους, κρατήσεως, εισφοράς ή παραβόλου υπέρ του Δημοσίου και παντός τρίτου..." και το άρθρο 36 παρ. 1, ότι "η ΔΕΗ απολαύει απάντων των δικαστικών προνομίων, ως εάν είναι το Δημόσιον".
Οι παραπάνω διατάξεις δεν καταργήθηκαν με το ΠΔ 360/1991 "Περί εξόδου της ΔΕΗ από το Δημόσιο τομέα", ούτε με τους νόμους 1914/1990 και 1947/1991. Όμως, ούτε από τις διατάξεις αυτές που αφορούν τη ΔΕΗ, ούτε από κάποια από τις λοιπές διατάξεις των ανωτέρω νομοθετημάτων, ούτε από κάποια άλλη διάταξη προκύπτει, ότι επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του αν 1539/1938 που προαναφέρθηκαν και στα ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στη ΔΕΗ.
Ειδικότερα, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 35 και 36 του βδ 28/28-1-1951, αφού μεταξύ των δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών προνομίων που παρασχέθηκαν στη ΔΕΗ, δεν περιλαμβάνονται, κατά την αληθινή έννοια των ανωτέρω διατάξεων και η επέκταση στα ακίνητα της ΔΕΗ της προστασίας που παρέχεται στα δημόσια κτήματα με τις ανωτέρω διατάξεις του αν 1539/1938, εφόσον η προστασία αυτή δεν αποτελεί προνόμιο από εκείνα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του βδ 28/28-1-1951 ή στις λοιπές ανωτέρω διατάξεις που αφορούν τη ΔΕΗ.
Ούτε, άλλωστε, επιτρέπεται να εφαρμοσθούν "αναλογικά" οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του αν 1539/1938 και στα ακίνητα κυριότητας της ΔΕΗ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1054 ΑΚ, "ανεπίδεκτα χρησικτησίας, τακτικής ή έκτακτης, είναι τα εκτός συναλλαγής πράγματα", κατά δε το άρθρο 966 του ιδίου Κώδικα, "πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών".
Από τις διατάξεις των άρθρων αυτών συνάγεται, ότι εξαιρούνται της χρησικτησίας, πλην άλλων και πράγματα που εξυπηρετούν δημοσιολογικό σκοπό (ιδιόχρηστα), που είναι προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού. Δύο, επομένως, στοιχεία συνθέτουν την έννοια των πραγμάτων της ειδικής αυτής χρήσης: α) ο σκοπός που τα πράγματα αυτά εξυπηρετούν και β) ο προορισμός τους σε εξυπηρέτησή του.
Πρέπει να πρόκειται για πράγματα που από τη φύση τους και όχι τυχαία εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό. Η έννοια, εξάλλου, της όχι τυχαίας, αλλά από τη φύση του πράγματος εξυπηρέτησης του δημόσιου σκοπού, καλύπτεται από τη στιγμή που το πράγμα αφιερώνεται στη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας. Τα ειδικής χρήσης πράγματα μπορεί να ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ, αλλά και σε επιχειρήσεις ειδικής αυτοδιοίκησης, οργανωμένες, όχι πια μόνο κατά το δημόσιο δίκαιο, αλλά, διαρκώς και συχνότερα πλέον, κατά το ιδιωτικό δίκαιο.
Εξάλλου, από το σκοπό της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού που εκτέθηκε ανωτέρω και συνίσταται στην κατασκευή και εκμετάλλευση υδροηλεκτρικών και θερμοηλεκτρικών εργοστασίων, την εγκατάσταση εθνικού δικτύου μεταφοράς της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας και τη διάθεση αυτής και ο οποίος σκοπός δεν μεταβλήθηκε μετά την έξοδό της ΔΕΗ από το δημόσιο τομέα, προκύπτει, ότι το δίκτυο μεταφοράς της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας και τα υδροηλεκτρικά και θερμοηλεκτρικά εργοστάσια της ΔΕΗ είναι πράγματα που εξυπηρετούν την "ενέργεια", με τη συλλογή, παραγωγή και διανομή του ηλεκτρισμού, η οποία αποτελεί σκοπό της παροχικής διοίκησης του Κράτους γενικά, την οποία αυτό ασκεί μέσω της ΔΕΗ και έτσι τα πράγματα αυτά αποτελούν πράγματα εξυπηρετούντα δημοσιολογικό σκοπό και ως τέτοια είναι εκτός συναλλαγής.
Είναι, όμως, πρόδηλο, ότι το χαρακτήρα αυτό δεν τον έχει η ακίνητη περιουσία της ΔΕΗ, η οποία δεν εξυπηρετεί αμέσως και ευθέως τις παραπάνω δραστηριότητές της. Επίσης, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1054 ΑΚ προκύπτει, ότι τα εκτός συναλλαγής πράγματα είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας, ενώ αντιθέτως τα πράγματα, των οποίων απαγορεύεται από το νόμο η διάθεση (άρθρο 175 ΑΚ), δεν είναι κατ' αρχήν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, εκτός αν προκύπτει άμεσα ή έμμεσα το αντίθετο από τη διάταξη που θεσπίζει την απαγόρευση διάθεσης.
Όμως, από καμία διάταξη του νόμου 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", ούτε και από αυτή του άρθρου 12 παρ. 1 εδάφ. β' και γ' του εν λόγω νόμου, προκύπτει, ότι ακίνητο που απαλλοτριώθηκε υπέρ δημόσιας επιχείρησης για λόγους που εξυπηρετούν το σκοπό της και του οποίου η απαλλοτρίωση συντελέσθηκε με την καταβολή της αποζημίωσης ή τη δημοσίευση της σχετικής παρακατάθεσης, καθίσταται μόνο από το λόγο αυτό ανεπίδεκτο χρησικτησίας.
Μόνη η συντέλεση της απαλλοτρίωσης δεν συνεπάγεται μεταβολή της νομικής κατάστασης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ούτε καθιστά απαράγραπτο και εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτο χρησικτησίας το δικαίωμα κυριότητας του νέου κυρίου (ΑΠ 1444/2011, ΑΠ 1445/2011, ΑΠ 1446/2011, ΑΠ 1447/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 974 ΑΚ, "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", κατά το άρθρο 975 του ίδιου Κώδικα, "στα δικαιώματα του ενεχύρου και των δουλειών η νομή συνίσταται στην άσκηση αυτών των δικαιωμάτων με διάνοια δικαιούχου", κατά το άρθρο 996 του ίδιου Κώδικα, "ο νομέας δικαιώματος ενεχύρου ή δουλείας έχει σε περίπτωση παράνομης διατάραξης ή αποβολής τις αγωγές της νομής", ήτοι αυτές που προβλέπονται από τα άρθρα 987 και 989 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρο 1120 ΑΚ, "πραγματικές δουλείες κατά την έννοια του προηγουμένου άρθρου είναι ιδίως (και) η δουλεία οδού" και κατά το άρθρο 1121 του ίδιου Κώδικα, "οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται και με χρησικτησία.
Οι διατάξεις για τη χρησικτησία ακινήτων εφαρμόζονται αναλόγως και στη σύσταση των πραγματικών δουλειών". Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 1041 και 1045 ΑΚ, ο κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου, ο οποίος ασκεί οιονεί νομή διανοία δικαιούχου για την απόκτηση πραγματικής δουλείας διόδου, εφόσον η οιονεί νομή, η οποία συνίσταται στην άσκηση δικαιωμάτων διανοία δικαιούχου, προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή, προστατεύεται, ως οιονεί νομέας, με τις αγωγές αποβολής ή διατάραξης, ενώ, αφότου αποκτηθεί η πραγματική δουλεία διόδου, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσβάλλει το δικαίωμά του την αναγνώριση της δουλείας, την άρση της προσβολής της και την παράλειψή της στο μέλλον (ΑΠ 575/1989, ΑΠ 1484/1988).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1α ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δέχτηκε την αγωγή προστασίας της οιονεί νομής δουλείας διόδου των αναιρεσιβλήτων στην αναφερόμενη εδαφική έκταση της αναιρεσείουσας, ενώ έπρεπε να την είχε απορρίψει ως μη νόμιμη, λόγω του ότι, κατά το περιεχόμενό της, διέρχεται η επίμαχη δίοδος, πριν εισέλθει στο ακίνητο της αναιρεσείουσας, από ακίνητο της ΔΕΗ και ήδη της "ΑΔΜΗΕ ΑΕ", ανεπίδεκτο οιονεί νομής, ως εκτός συναλλαγής, λόγω διέλευσης πυλώνα μεταφοράς υψηλής τάσης ηλεκτρικού ρεύματος, καθόσον αναφέρεται, ειδικότερα, στην αγωγή, κατά το λόγο που ερευνάται, ότι "οι αντίδικοι ισχυρίζονταν και επικαλούντο με την αγωγή τους ότι για την άσκηση των πράξεων οιονεί νομής δουλείας διέλευσης σε βάρος του επιδίκου ακινήτου ιδιοκτησίας μου, θα πρέπει να διέρχονται πρότερον ((από ακίνητο ιδιοκτησίας της ΔΕΗ (στο μέσον της οποίας υπάρχει πυλώνας ηλεκτρικής ενέργειας) )), καθώς επίσης και ότι η επίδικη δίοδος συνορεύει στη δυτική της πλευρά ((με εδαφοτεμάχιο πυλώνα ΑΔΜΗΕ)), καθώς και ότι ((η ίδια δίοδος εκτείνεται και πέραν του δουλεύοντος ακινήτου της εναγομένης όπως εμφαίνεται στο ενσωματωμένο στην παρούσα τοπογραφικό διάγραμμα))" και, ότι συνεπώς, μη απορρίπτοντας το Ειρηνοδικείο την παραπάνω αγωγή ως μη νόμιμη, παρέβη τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1121, 1124, 1125, 966, 1054 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 35 παρ. 1 και 36 παρ. 1 του βδ 28/28-1-1951 και 98 παρ. 7 του νόμου 4001/2001.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι, σύμφωνα με το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής, αναφέρεται σε αυτή, ότι η επίμαχη δίοδος διέρχεται, πριν εισέλθει στο ακίνητο της αναιρεσείουσας, από ανεπίδεκτο οιονεί νομής δουλείας διόδου πράγμα της ΔΕΗ, ήδη ΑΔΜΗΕ, ενώ τούτο δεν αναφέρεται.
Εξάλλου, εκ του ότι, κατά το λόγο που ερευνάται, αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, ότι στο οικόπεδο της ΔΕΗ υπάρχει πυλώνας διέλευσης υψηλής τάσης, τούτο δεν καθίσταται, λόγω του πυλώνα, ανεπίδεκτο οιονεί νομής δουλείας διόδου πράγμα, όπως αυτά αναφέρθηκαν ειδικότερα παραπάνω και, συνεπώς, κρίνοντας το Ειρηνοδικείο νόμιμη την αγωγή, βάσει του ανωτέρω περιεχομένου της, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναίρεσης, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 32/1996), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992).
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τους λόγους αναίρεσης, ώστε, όχι μόνο να εξάγεται σε ποιόν από τους αναιρετικούς λόγους, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ή στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα, υπάγονται, αλλά και να προκύπτουν από αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση.
Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 306/2018). Αντιφάσκουν δε μεταξύ τους, με την ανωτέρω συνέπεια, οι λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, για έλλειψη, άλλως για ανεπάρκεια αιτιολογιών, όπως και για αντιφατικές, άλλως για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 2178/2007).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, μέρος του, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για "ανεπαρκείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες", που συνίστανται στο ότι: α) "καίτοι δέχεται ότι το μεσολαβούν ακίνητο ανήκει στην ιδιοκτησία της ΔΕΗ και ήδη της ΑΔΜΗΕ ΑΕ, κατόπιν αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και ότι σε αυτό εδράζεται πυλώνας εναέριας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας υψηλής τάσης, αποφεύγει εντελώς να αποσαφηνίσει, εάν αυτό τυγχάνει πράγμα εκτός συναλλαγής και συνακόλουθα ανεπίδεκτο οιονεί νομής", β) "ενώ δέχεται και δεν αμφισβητεί την ιδιότητα του ακινήτου της ΑΔΜΗΕ ΑΕ, ως πράγματος εκτός συναλλαγής, προορισμένου να εξυπηρετεί τον δημοσιολογικό σκοπό της μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και συνακόλουθα κατά νομική αναγκαιότητα την ιδιότητα αυτού ως ανεπίδεκτου οιονεί νομής, εν τούτοις χωρίς καμία αιτιολογία, άλλως με αντιφατικές αιτιολογίες, φαίνεται όλως ασαφώς να αναγνωρίζει τις ενάγουσες τη δυνατότητα διαμόρφωσης διόδου, εντός του ανωτέρω ακινήτου, η οποία συνεχίζει και προεκτείνεται και εντός της ιδιοκτησίας μου" και γ) "άλλως και υπό την εκδοχή ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν δέχεται ότι οι ενάγουσες τυγχάνουν οιονεί νομείς πραγματικής δουλείας διόδου επί του συνόλου της διόδου (ενόψει της ιδιότητας του ακινήτου ιδιοκτησίας της ΑΔΜΗΕ ΑΕ, ως πράγματος εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτου νομής), εν τούτοις χωρίς καμία αιτιολογία, άλλως με ελλιπείς αιτιολογίες, αναγνωρίζει αυτές ως οιονεί νομείς επί του ακινήτου ιδιοκτησίας μου".
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, λόγω αντιφατικότητας των αποδιδόμενων πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και μεταξύ τους αυτών τούτων των ανωτέρω πλημμελειών. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Ειρηνοδικείου, ότι η ύπαρξη στο παραπάνω οικόπεδο της ΔΕΗ πυλώνα εναέριας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας υψηλής τάσης καθιστά τούτο πράγμα εκτός συναλλαγής, την οποία όμως το Ειρηνοδικείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν εξέφερε.
3. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ή τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, οι δε αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1014/2010).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Ειρηνοδικείο δέχτηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πλην άλλων και ότι οι αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων ικανοποιούνται ως προς τις αναφερόμενες ανάγκες τους μόνο από την επίδικη δίοδο και ότι η ικανοποίηση των αναγκών τους αυτών από την οδό Εθνικής Αντίστασης, στην οποία η οικοδομή τους έχει πρόσοψη, δεν είναι δυνατή κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο, για τους λόγους που εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του.
Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος και για κατάργηση της επίδικης οιονεί νομής δουλείας διόδου βάσει των οικείων διατάξεων του ΓΟΚ, που στηρίζονταν στο ότι οι ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων ικανοποιούνται από την οδό Εθνικής Αντίστασης στον ίδιο βαθμό και στο ίδιο μέτρο, που ικανοποιούνται και από την επίδικη δίοδο.
Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου, με την παραπάνω κρίση της, παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1, 24 και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, 3, 281, 1118-1121, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ και 9 του νόμου 4067/2012, επειδή οι παραπάνω αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες των αναιρεσιβλήτων ικανοποιούνται από την οδό Εθνικής Αντίστασης στο ίδιο μέτρο και στον ίδιο βαθμό ικανοποίησής τους από την επίδικο δίοδο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του γεγονότος τούτου από το Δικαστήριο της ουσίας.
4. Απορριπτέος ως απαράδεκτος, για τον ίδιο παραπάνω λόγο, είναι και ο τρίτος, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο, το Ειρηνοδικείο παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση στις αναιρεσίβλητες, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας, ήτοι με τη θέληση της αναιρεσείουσας και χωρίς δικαίωμά της ή τη συναίνεση των αναιρεσιβλήτων, αποβολή των τελευταίων από την οιονεί νομή τους δουλείας διόδου στην επίδικη έκταση, με την τοποθέτηση από την αναιρεσείουσα περίφραξης στο σημείο απόληξής της στη δημοτική οδό Νίκης, καθόσον και με το λόγο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του γεγονότος της παράνομης και υπαίτιας αποβολής των αναιρεσιβλήτων από την επίδικη δίοδο.
5. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 560 αριθ. 5β ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται, όπως και στην περίπτωση του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο, από το άρθρο 560 αριθ. 5β ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας από τα άρθρα 282 και 285 ΑΚ, ότι η, κατά τα ανωτέρω, περίφραξη της διόδου δεν ήταν παράνομη, διότι "προέβη σε αυτή, για να προστατεύσει την υγεία της, την ιδιοκτησία της και την ασφάλεια της παρακείμενης οικοδομής της". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, χαρακτηρίζοντας το Ειρηνοδικείο παράνομη την ανωτέρω περίφραξη, απέρριψε σιωπηρά τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, τους έλαβε υπόψη του.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-6-2018 αίτηση της Σ. Β. Κ., για αναίρεση της 2122/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε. Μ. Κ., που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ