Legislator Case Law & Legislation
444/2016 AI generated

444/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 444/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

444/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Keywords

AI generated
economic offence immediate termination for fraud breach of professional secrecy deception regarding identity false statements regarding commercial business abandonment of employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 444 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 444/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Διονύσιο Πελέκη και Νικόλαο Σκουλή και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Ε. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Βέροιο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 178/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-11-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 3-4-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χρήστου Βρυνιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ. "Αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η αναβολή της συζήτησης για τον πιο πάνω λόγο απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η δε παραδοχή ή απόρριψη σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 583/2013).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Από τη σαφή διατύπωση της πιο πάνω διάταξης προκύπτει ότι ο λόγος αυτός θεμελιώνεται μόνο στην περίπτωση παράβασης κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου.

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 828/2010).

Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης: α) το παραμορφωθέν έγγραφο, το περιεχόμενό του και το παραμορφωθέν περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό το δικαστήριο και μάλιστα "αυτολεξεί", ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 9/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι απέρριψε το παραδεκτά προταθέν πρωτοδίκως και κατ’ έφεση αίτημά της για αναβολή της δίκης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η εκκρεμής εναντίον του αναιρεσιβλήτου ποινική διαδικασία για συκοφαντική δυσφήμηση:

Α) παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 250 Κ.Πολ.Δ. και Β) παραμορφώνοντας το περιεχόμενο: α) της από 28-12-2009 μηνύσεώς της κατά του αναιρεσιβλήτου, β) των από 24-12-2012 πρακτικών του διοικητικού συμβουλίου της γ) της από 21-12-2012 εξώδικης δήλωσής της προς τον αναιρεσίβλητο, δ) της 251/2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης και ε) των πρακτικών αναβολής των ποινικών υποθέσεων της 21-10-2013 για τη δικάσιμο της 25-11-2014, από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος μηνύθηκε από αυτήν όχι μόνο για κλοπή, όπως εσφαλμένα έγινε δεκτό με την προσβαλλομένη αλλά και για συκοφαντική δυσφήμηση του νομίμου εκπροσώπου της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του προεχόντως διότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί αναβολής ή μη της δίκης κατά το άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ. δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά μεν το πρώτο σκέλος του διότι η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, κατά δε το δεύτερο σκέλος του διότι δεν αναφέρεται κατά λέξη το περιεχόμενο των εγγράφων που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν ούτε το περιεχόμενο που τους προσέδωσε το εφετείο.

Αντίθετα οι προβαλλόμενες με το σκέλος αυτό αιτιάσεις δεν αφορούν εσφαλμένη ανάγνωση των αναφερόμενων εγγράφων αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου τους. Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν είναι έγκυρη η καταγγελία αν δεν καταβληθεί ολόκληρη η οφειλόμενη αποζημίωση στον απολυόμενο μισθωτό. Εξάλλου κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ’ αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.

Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955 ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. (όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (Α.Π. 2234/2013, 965/2013).

Αν ο απολυθείς μισθωτός απηλλάγη με βούλευμα ή δικαστική απόφαση για λόγο που δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης, όπως είναι η παραγραφή του εγκλήματος ή η κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. γ Κ.Π.Δ. λόγω μη υποβολής από τον εργοδότη έγκυρης έγκλησης για αξιόποινη πράξη διωκόμενη κατ’ έγκληση, το υποστατό ή μη της κατηγορίας εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο που δικάζει επί της σχετικής απαίτησης του μισθωτού (Α.Π. 1214/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: Η εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] ανώνυμη εταιρεία δραστηριοποιείται στις ξενοδοχειακές-τουριστικές και εμπορικές επιχειρήσεις, διατηρώντας στην πόλη της Ξάνθης καζίνο και επιχείρηση ξενοδοχείου στην περιοχή.

Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, λήγουσας την 19-2-1996, ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος] προσλήφθηκε την 20-11-1995 από αυτή, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος του τμήματος επιτήρησης του καζίνο και προσέφερε έκτοτε τις υπηρεσίες του, με ειδικότερα καθήκοντα την επίβλεψη-παρακολούθηση, μέσω κλειστού κυκλώματος καμερών, των διεξαγομένων παιγνίων, των ταμείων, της υποδοχής και της καταμέτρησης χρημάτων, καθώς και με τη σύνταξη εγγράφων αναφορών για το περιεχόμενο της παρακολούθησης.

Ακολούθως την 20-5-1996, καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου πλέον χρόνου, και έκτοτε ο ενάγων προσέφερε βάσει αυτής τις ίδιες υπηρεσίες του στην εναγομένη. Την 1-10-1997 προήχθη σε διευθυντή του τμήματος μηχανικών-ηλεκτρονικών παιγνίων, στη θέση δε αυτή τταρέμεινε μέχρι και τον Ιούλιο μήνα του 2009, οπότε και προήχθη σε γενικό διευθυντή του καζίνο, που αποτελεί την πρώτη θέση στην ιεραρχία του υπαλληλικού προσωπικού της επιχείρησης.

Την 17-12-2009 ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης Κ. Π. κάλεσε αιφνιδίως τον ενάγοντα να προσέλθει στο ξενοδοχείο της επιχείρησης. Στην προφορική συνομιλία που ακολούθησε, παρουσία του τότε νομικού συμβούλου της επιχείρησης, ο Κ. Π. του απηύθυνε προσβλητικές για την προσωπικότητά του κατηγορίες, σχετικά με τη δήθεν τέλεση ποινικών αδικημάτων από μέρους του το έτος 2004, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως τότε διευθυντή μηχανικών-ηλεκτρονικών παιγνίων του καζίνο, ενώ μέχρι το χρόνο εκείνο (Δεκέμβριο 2009) ουδέποτε είχε απευθυνθεί τέτοια μομφή προς το πρόσωπό του.

Αντιθέτως η εναγομένη, εκτιμώντας την ευσυνείδητη παρουσία του καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της εργασιακής του απασχόλησης, τον προήγαγε στην πρώτη θέση της ιεραρχίας των υπαλλήλων της επιχείρησής της, κατά τα προαναφερόμενα. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 17-12-2009, του απαγορεύτηκε η είσοδος στους χώρους της επιχείρησης και υποχρεώθηκε αυτός, συνοδεία του προϊσταμένου ασφαλείας, να μεταβεί στο γραφείο του, διασχίζοντας χώρους με τους μέχρι τότε υφισταμένους του, να περισυλλέξει τα προσωπικά του αντικείμενα και να αποχωρήσει, παραδίδοντας το κλειδί του γραφείου του γενικού διευθυντή.

Ακολούθως κλήθηκε από την υφισταμένη του διευθύντρια προσωπικού Χ. Μ., προκειμένου να παραλάβει την με αυτή ημερομηνία έγγραφη επιστολή ανακοίνωσης έναρξης της άδειάς του στις 18-12-2009, την οποία άδεια ουδόλως είχε αιτηθεί. Σε απάντηση ο ενάγων απέστειλε προς αυτή (εναγομένη) και τον Κ. Π. την από 17-12-2009 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία διαμαρτυρόταν για τα σε βάρος του γενόμενα και την καλούσε να του γνωστοποιήσει εάν είχε απολυθεί.

Η τελευταία, με την από 21-12-2009 εξώδικη απάντησή της, του γνωστοποίησε ότι εξακολουθεί να τους συνδέει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και του επανέλαβε ότι του έχει νομίμως χορηγηθεί κανονική άδεια μέχρι την 27-12-2009. Στις 28-12-2009 του επιδόθηκε από τη διευθύντρια προσωπικού νέα επιστολή της εναγομένης, με την οποία του ανακοινώθηκε η συνέχιση της άδειάς του για ακόμη δύο...

ημέρες, ήτοι μέχρι την 29-12-2009, στις δε 31-12-2009 του κοινοποιήθηκε η υπό αυτή ημερομηνία καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης... στο περιεχόμενο της οποίας αναγράφεται, πλην άλλων, ότι η καταγγελία γίνεται χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή της αποζημίωσης "λόγω υποβολής μηνύσεως". Αποδεικνύεται ότι πράγματι την 30-12-2009 η εναγομένη, καθώς και ο άνω πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της Κ.

Π., υπέβαλαν σε βάρος του και ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ξάνθης, την από 28-12-2009 μήνυσή τους, που έλαβε αριθμό βιβλίου μηνύσεων .../30.12.2009 και με την οποία μήνυαν αυτόν για κλοπή χρηματικού ποσού 180 και 150 ευρώ σε βάρος της επιχείρησης, που φέρεται να έχει λάβει χώρα κατ’ εξακολούθηση κατά τις ημερομηνίες 12-11-2004 και 14-11-2004, αντίστοιχα, καθώς και για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του προέδρου και διευθύνοντα συμβούλου της, αφού, κατά το περιεχόμενο της μήνυσης, στην άνω από 17-12-2009 εξώδικο δήλωσή του ο ενάγων, που απηύθυνε προς την εναγομένη και προς αυτόν (Κ.

Π.) προσωπικά, εμφάνιζε τον τελευταίο ως συκοφάντη, υβριστή και ως έχοντα δόλια συμπεριφορά απέναντί του, με σκοπό αποφυγής καταβολής από μέρους της πρώτης της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημίωσης. Επί της μηνύσεως εκδόθηκε η... .../24-8-2011 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης, η οποία, κατά το σκέλος της το αναφερόμενο στο αδίκημα της κλοπής, απέρριψε αυτήν ως μη στηριζόμενη στο νόμο, καθώς από τον φερόμενο άνω χρόνο τέλεσής της είχε ήδη παρέλθει ο από το νόμο (άρθρα 111 παρ. 1, 3 και 112 Π.Κ.) προβλεπόμενος χρόνος παραγραφής, ενώ αναφορικά με το δεύτερο καταγγελλόμενο αδίκημα, ήτοι αυτό της συκοφαντικής δυσφήμησης, σχηματίστηκε σχετική δικογραφία που κινήθηκε αυτοτελώς.

Επομένως, εφόσον η "απαλλαγή" του ενάγοντος εργαζομένου για την πράξη της κλοπής στηρίχθηκε στη συνδρομή λόγου που εξάλειψε το αξιόποινο της πράξης (παραγραφή), το παρόν δικαστήριο... έχει υποχρέωση να ερευνήσει παρεμπιπτόντως το υποστατό ή μη της κατηγορίας, δεδομένου επιπρόσθετα και του ότι επί του αγωγικού αιτήματος περί καταβολής της αποζημίωσης και της προβληθείσας παραδεκτά πρωτοδίκως ενστάσεως της εναγομένης περί της απαλλαγής της από την υποχρέωση αυτή (λόγω της υποβολής μηνύσεως), ο ενάγων προτείνει κατ’ αντένσταση, καθ’ υποφορά ήδη με την αγωγή, ότι η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης για τον προαναφερθέντα λόγο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 281 Α.Κ., καθώς έγινε α) προσχηματικά, χωρίς συνεπώς, όπως εκτιμάται ο ισχυρισμός αυτός, να στηρίζεται σε βάσιμα περιστατικά και β) ενώ έχει διακοπεί ο μεταξύ της όποιας ενδεχομένως αξιόποινης πράξης υφιστάμενος αιτιώδης σύνδεσμος, λόγω της παρόδου έκτοτε σημαντικού χρόνου από αυτή.

Κατά τα αναγραφόμενα στη μήνυση ο ενάγων, διευθυντής τότε του τμήματος μηχανημάτων ηλεκτρονικών τυχερών παιγνίων, εμφανίζεται στον τηρούμενο από την επιχείρηση δίσκο ψηφιακής εγγραφής (dvd), στις 12-11-2004, να αφαιρεί από το "hopper" (συλλέκτη των κερμάτων που ρίπτονται από τους παίκτες) των μηχανών ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών με αριθμούς ..., ποσότητα κερμάτων, να μεταφέρει σε κυπελλάκι τα κέρματα στο ταμείο και να δίνει εντολή στην υπάλληλο ταμία (της οποίας το όνομα ουδόλως αναγράφεται και ούτε απευθύνεται και κατ’ αυτής η μήνυση) να μετατρέψει τα κέρματα σε χαρτονομίσματα.

Αφού τα κέρματα μετατράπηκαν σε χαρτονομίσματα ποσού εκατόν ογδόντα (180) ευρώ, ο ενάγων μετέφερε τα χρήματα στο γραφείο του, όπου αργότερα τα έβαλε στην τσέπη του και αποχώρησε από το καζίνο. Ομοίως στις 14-11-2004 η τότε υπάλληλος μηχανημάτων ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών της επιχείρησης (της οποίας το όνομα ουδόλως αναγράφεται) εμφανίζεται στο αρχείο βίντεο να αφαιρεί, ύστερα από εντολή του ενάγοντος, από το "hopper" των με αριθμούς ...

μηχανών ποσότητα κερμάτων, να μεταφέρει σε κυπελλάκι τα κέρματα στο ταμείο και κατ’ εντολή του να τα μετατρέπει σε χαρτονομίσματα. Αφού δε αυτά μετατράπηκαν σε χαρτονομίσματα ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, η υπάλληλος παρέδωσε τα χρήματα στον ενάγοντα στο γραφείο του, όπου αυτός αργότερα τα έβαλε στην τσέπη του και αποχώρησε από το καζίνο.

Κατά το περιεχόμενο της μήνυσης εξάλλου ο ενάγων με την από 17-12-2009 εξώδικο δήλωσή του, που απηύθυνε προς την εναγομένη και προς τον Κ. Π. προσωπικά και η οποία του κοινοποιήθηκε την 18-12-2009, εμφάνιζε αυτόν ως συκοφάντη, υβριστή και ως έχοντα δόλια συμπεριφορά απέναντί του, με σκοπό αποφυγής της εναγομένης στην καταβολή της προβλεπόμενης νόμιμης αποζημίωσης και ως "...έναν κοινό εκβιαστή και συκοφάντη με ταπεινά κίνητρα...".

Ο ενάγων εξεταζόμενος ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ομολόγησε ότι άνοιξε τα προαναφερθέντα μηχανήματα την 12-11-2004 και την 14-11-2004 και αφαίρεσε από το ταμείο τους ποσά 180 και 150 ευρώ αντίστοιχα αλλά αρνήθηκε ότι ιδιοποιήθηκε παράνομα τα χρηματικά τούτα ποσά. Αντιθέτως αιτιολόγησε την πράξη του ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για ενέργεια στα πλαίσια του καθημερινού ελέγχου των μηχανημάτων και ότι προηγουμένως είχε τροφοδοτήσει τα μηχανήματα με δικά του χαρτονομίσματα, όταν δε τα χαρτονομίσματα έγιναν δεκτά και κρατήθηκαν από τα μηχανήματα, δηλαδή δεν απορρίφθηκαν ως πλαστά, άνοιξε τα κιβώτια των κερμάτων και αφαίρεσε κέρματα ίσης αξίας με αυτή των χαρτονομισμάτων, με τα οποία είχε μόλις τροφοδοτήσει τα μηχανήματα.

Διευκρίνισε δε ότι ο έλεγχος αυτός, αν και θα έπρεπε να διενεργείται με πιο τυπικό τρόπο και με την παρουσία υπαλλήλου του Υπουργείου Ανάπτυξης (καθώς το κράτος βάσει νόμου λαμβάνει μέρος των εισπράξεων των καζίνο), στην πράξη γινόταν μόνο από τον ίδιο με τη συγκατάθεση του ως άνω αρμοδίου υπαλλήλου, επειδή, λόγω της πολύ συχνής διενέργειάς του, είχε χαλαρώσει ο τυπικός χαρακτήρας της διαδικασίας, ισχυρισμός που κρίνεται βάσιμος από το παρόν δικαστήριο.

Αποδείχθηκε μάλιστα ότι κατά τις προαναφερθείσες ημερομηνίες (ήτοι την 12-11-2004 και την 14-11-2004) ο ενάγων, προς διασφάλισή του (όπως έπραττε και οποιοσδήποτε άλλος που βρισκόταν στη δική του θέση), είχε ενημερώσει το τμήμα της επιτήρησης ότι θα προβεί στον έλεγχο της ορθής λειτουργίας των ως άνω μηχανημάτων.

Περί τούτου καταθέτει με σαφήνεια ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης την 17-5-2012 ο μάρτυρας της και νυν εναγομένης, Ι. Ι. επί της ΤΠ 110/2010 αγωγής του ενάγοντος με αντικείμενο τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο τελευταίος κατέθεσε επιπρόσθετα ότι έχει καταγραφεί από τις κάμερες του καζίνο το περιστατικό αυτό, η δήλωση δηλαδή του ενάγοντος ότι θα προβεί στον προαναφερόμενο έλεγχο (βλ.

σελ. 17-18 άνω πρακτικών συνεδρίασης) και ότι ήταν σε γνώση της εναγομένης από την ίδια ακόμη ημέρα που συνέβη η όλη διαδικασία του ελέγχου από τον ενάγοντα που εμφανίζεται με τη μήνυσή της ως κλοπή (βλ. κατάθεση του αυτού μάρτυρος στις σελ. 12 και 13 άνω πρακτικών). Για τα περιστατικά μάλιστα αυτά έλαβε χώρα έγγραφη αναφορά του ίδιου του I.

Ι., προϊσταμένου τότε του τμήματος επιτήρησης προς τον τότε γενικό διευθυντή Π. Π., ενώ κατά την κατάθεση του ιδίου μάρτυρος υπήρξε και σχετική καταγραφή στο βιβλίο συμβάντων της 12ης και της 14ης-11-2004 αντίστοιχα, που όμως ουδόλως προσκομίζονται από την εναγομένη. Η τελευταία βεβαίως ισχυρίζεται ότι η παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων από μέρους του ενάγοντος "καλύφθηκε" από τον τότε γενικό διευθυντή Π.

Π. εν αγνοία του νομίμου εκπροσώπου της, τον οποίο (Π. Π.) η ίδια απέλυσε μόλις έλαβε γνώση του γεγονότος της "συγκάλυψης", ήτοι (προφανώς) περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2009, ισχυρισμός ο οποίος πάντως κρίνεται αβάσιμος, καθώς ο τελευταίος τυγχάνει πρόσωπο εμπιστοσύνης της εναγομένης και είχε ήδη αποχωρήσει από αυτή τουλάχιστον πριν από το θέρος του 2009, που ο ενάγων κατέλαβε τη δική του θέση.

Εξάλλου είναι χαρακτηριστικό ότι η εναγομένη κάνει μεν μνεία, ωστόσο δεν προσκομίζει έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η καταγγελία και της συνδέουσας αυτήν με τον Π. Π. σύμβασης εργασίας, από το οποίο να προκύπτει ο χρόνος αυτής. Ωστόσο τις ανωτέρω δυσμενείς για το πρόσωπο του Π. Π. εκφράσεις της η εναγομένη, που είχε περιλάβει και στις από 26-4-2012 έγγραφες προτάσεις της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, ανακάλεσε τελικώς, με σχετική "δήλωση επανόρθωσης" στην από 28-5-2012 κατατεθείσα προσθήκη της επ’ αυτών.

Επιπρόσθετα, εάν πράγματι είχε λάβει χώρα η επικαλούμενη παράνομη ιδιοποίηση των χρηματικών ποσών, θα είχε εμφανιστεί λογιστική διαφορά ως προς τα συγκεκριμένα μηχανήματα στο διενεργούμενο καθημερινό λογιστικό έλεγχο της επιχείρησης, για τη μη ύπαρξη της οποίας ομοίως ουδεμία εξήγηση δίνει η εναγομένη και ούτε προσκομίζει τα φύλλα λογιστικού ελέγχου των ημερομηνιών αυτών προς διαπίστωση τυχόν ύπαρξης τέτοιας διαφοράς.

Είναι προφανές ότι, εάν πράγματι ο ενάγων, που ήταν τότε διευθυντής τμήματος της επιχείρησης της εναγομένης και κατά συνέπεια κατείχε εξέχουσα θέση σ’ αυτή (την αμέσως κατώτερη σε σχέση με αυτή του γενικού διευθυντή), είχε προβεί όντως σε μια τέτοια επιλήψιμη σε βάρος της και βλαπτική για τα συμφέροντά της συμπεριφορά, προφανώς η εναγομένη, που είχε λάβει άμεσα γνώση αυτής, θα είχε αντιδράσει άμεσα, με υποβολή μήνυσης και απόλυση, που όμως δεν έπραξε.

Αντιθέτως το θέρος του 2009 τον προήγαγε στην ανώτερη θέση στην ιεραρχία των υπαλλήλων της, επιδοκιμάζοντας το έργο και την υπαλληλική του συμπεριφορά. Η καταγγελία συνεπώς της εργασιακής του σύμβασης έγινε προσχηματικά λόγω της επικαλούμενης αξιόποινης συμπεριφοράς του, κατ’ ουσία όμως έλαβε χώρα προς καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του και δη αυτού της είσπραξης της νόμιμης αποζημίωσης, ενέργεια που εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 281 Α.Κ.

Εξάλλου και σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη δηλαδή ήθελε υποτεθεί αληθής η μήνυση κατά το σκέλος της αυτό, ήτοι της κλοπής (που κατά τα προαναφερόμενα δεν αποδείχθηκε), πρέπει να σημειωθεί ότι η καταγγελία λόγω διάπραξης από μέρους του εργαζομένου αξιόποινης πράξης πρέπει να ασκείται εντός ευλόγου χρόνου από τότε που ο εργοδότης έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξης και υπέβαλε τη μήνυση, ώστε να εμφανίζεται αυτή ευρισκόμενη σε αιτιώδη σύνδεσμο προς τη διαπραχθείσα αξιόποινη πράξη.

Εν προκειμένω από τις 12 και 14-11-2004, που αποδείχθηκε ότι η εναγομένη έλαβε γνώση της προπεριγραφείσας ενέργειας του ενάγοντος, παρήλθε ιδιαίτερα σημαντικός χρόνος και δη μεγαλύτερος αυτού της παραγραφής, ώστε μετά ταύτα ελλείπει παντελώς ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης.

Η δε επικαλούμενη αλλαγή των προσώπων διοίκησής της και η απόκτηση του μετοχικού της ελέγχου από τον Κ. Π., καθώς και η τοποθέτηση του μάρτυρά της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Χ. Χ. στη θέση του προϊσταμένου του τμήματος οπτικοακουστικής παρακολούθησης, ο οποίος -κατά τους ισχυρισμούς της- "ανακάλυψε" τα περιστατικά, δεν μεταβάλλουν τη διαπίστωση αυτή, διότι, παρά τις όποιες μεταβολές στα φυσικά πρόσωπα και στη μετοχική σύνθεση της εταιρείας, το νομικό της πρόσωπο και η ιδιότητά της ως εργοδότριας παρέμειναν αναλλοίωτα.

Δεδομένου του απόλυτου διαχωρισμού της προσωπικότητας της εναγομένης εργοδότριας, λόγω του νομικού τύπου της ως ανώνυμης εταιρείας, από τα φυσικά πρόσωπα που κατά καιρούς την έλεγχαν μετοχικά ή και διηύθυναν την επιχείρηση του καζίνο, νομικά κρίσιμη είναι η μακρόχρονη συμπεριφορά της εταιρείας έναντι του ενάγοντος εργαζομένου και όχι οι ενδεχομένως διαφορετικές αντιλήψεις και προθέσεις των ελεγχόντων αυτήν φυσικών προσώπων απέναντί του.

Ασκώντας συνεπώς η εναγομένη την 31-12-2009 το δικαίωμα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, επικαλούμενη αξιόποινη συμπεριφορά του που φέρεται λαβούσα χώρα τον Νοέμβριο μήνα του 2004, της οποίας είχε η ίδια γνώση από το χρόνο εκείνο, ενήργησε και για το λόγο αυτό καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.

Κατά συνέπεια, εφόσον η εναγομένη επιθυμούσε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, όφειλε να τηρήσει τις διατάξεις περί τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και να του καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση". Με βάση αυτές τις παραδοχές και τις επί πλέον παραδοχές περί απορρίψεως των αιτημάτων της εναγομένης:

α) για αναβολή της συζήτησης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας, β) για προβολή του ψηφιακού δίσκου που απεικόνιζε τις κινήσεις του ενάγοντος κατά το χρόνο της αποδιδόμενης σ’ αυτόν αξιόποινης πράξεως της κλοπής και γ) για διενέργεια αυτοψίας στο χώρο του καζίνο, το εφετείο αντικατέστησε τις αιτιολογίες της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις πιο πάνω και απέρριψε την έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης εκείνης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 78.431,62 ευρώ για αποζημίωση λόγω απόλυσης και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος αφού ρητώς δέχθηκε ότι καταγγελία αυτή "έγινε προσχηματικά λόγω της επικαλούμενης αξιόποινης συμπεριφοράς του, κατ’ ουσία όμως έλαβε χώρα προς καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του και δη αυτού της είσπραξης της νόμιμης αποζημίωσης".

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τις λοιπές προβαλλόμενες με τον ίδιο λόγο αιτιάσεις της αναιρεσείουσας απαραδέκτως πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Α.Π. 295/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια (εσφαλμένα αναφερόμενη ως παραβάση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α Κ.Πολ.Δ.) και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη (απορρίπτοντας το αίτημα προβολής του) τον ψηφιακό δίσκο (DVD), τον οποίο αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα και από τον οποίο προέκυπτε η βασιμότητα του ισχυρισμού της ότι ο αναιρεσίβλητος διέπραξε την αποδοθείσα σ’ αυτόν αξιόποινη πράξη της κλοπής, αφού σ’ αυτόν (τον ψηφιακό δίσκο) απεικονίζονταν όλες οι κινήσεις του αναιρεσιβλήτου κατά το χρόνο της ανωτέρω αποδιδόμενης σ’ αυτόν αξιόποινης πράξεως.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την απόρριψη του αιτήματος προβολής του ψηφιακού δίσκου το εφετείο δεν οδηγήθηκε σε αποτέλεσμα αντίθετο από τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε ως αληθείς τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που κατ’ αυτήν αποδεικνύονταν από την προβολή του ψηφιακού δίσκου (ήτοι ότι ο αναιρεσίβλητος άνοιξε τις μηχανές και αφαίρεσε τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά), ενώ οι λοιπές παραδοχές της προσβαλλομένης ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ως σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση των ποσών αυτών και ότι για τις προαναφερθείσες ενέργειές του είχε προηγουμένως ενημερώσει το αρμόδιο τμήμα επιτήρησης της αναιρεσείουσας (οι οποίες παραδοχές ήταν αντίθετες προς τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας), δεν μπορούσαν να αντικρουσθούν από την προβολή του ψηφιακού δίσκου.

Κατά το άρθρο 355 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η διενέργεια ή όχι αυτοψίας σε κάποια δίκη εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ώστε η κρίση με την οποία δέχεται ή απορρίπτει σχετικό αίτημα δεν ελέγχεται αναιρετικώς (Α.Π. 37/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε το αίτημά της για διενέργεια αυτοψίας στους χώρους του καζίνο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, πέρα από την αοριστία του, η οποία έγκειται στο ότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κάποια συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., η κρίση με την οποία το δικαστήριο δέχεται ή απορρίπτει αίτημα διενέργειας αυτοψίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατά τα προεκτεθέντα.

Τέλος ο δεύτερος κατά το τρίτο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. (και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε τελέσει τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονταν παραμορφώνοντας το περιεχόμενο: α) της μηνυσής της με ΑΒΜ ... και β) του πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της, με το οποίο αποφασίσθηκε η κατάθεση της μήνυσης) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας διότι δεν αναφέρεται κατά λέξη το περιεχόμενο των εγγράφων που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν ούτε το περιεχόμενο που τους προσέδωσε το εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση λόγω του ότι οι προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις δεν αφορούν εσφαλμένη ανάγνωση των αναφερόμενων εγγράφων αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου τους.

Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2014 αίτηση για αναίρεση της 178/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουνίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ