Legislator Case Law & Legislation
444/2011 AI generated

444/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 444/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

444/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκτός από τα ενδεικτικώς απαριθμούμενα στο άρθρο 967 ΑΚ, κοινόχρηστα, της κατηγορίας των προορισμένων στην εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών, είναι και οι μόνιμοι τόποι ή κτίρια αγορών, η ίδρυση των οποίων αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση των κατοίκων του αντίστοιχου Δήμου ή της Κοινότητας. Αυτά θεωρούνται ως πράγματα εκτός συναλλαγής (άρθρ. 966) και ανήκουν στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν στο Δήμο ή στη Κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει αλλιώς.

Keywords

AI generated
rezoning of building area detailed development plan revision of zoning plan deprivation of existing use residential use land policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 444 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 444/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑΙ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ο ΚΕΚΡΟΨ ΑΕ", που εδρεύει στο Παλαιό Ψυχικό, και εκπροσωπείται νόμιμα,, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της: 1. Φώτιο Κρεμμύδα, 2. Γρηγόριο Λογοθέτη και 3. Σπυρίδωνα-Ιωάννη Κλαδά.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δήμου Παλαιού Ψυχικού, που εδρεύει στο Παλαιό Ψυχικό Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του α) Πλάτωνα Νιάδη και β) Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη, 2. Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Περιβαλλοντικής Προστασίας Ψυχικού", που εδρεύει στο Π. Ψυχικό Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πολυζωγόπουλο και 3. Κωνσταντίνος Πολυζωγόπουλος, δικηγόρος κατοίκου Π. Ψυχικού Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-1992 αγωγή του Δήμου Π. Ψυχικού, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5970/1993 του ίδιου Δικαστηρίου και 10.184/1995 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1415/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε τις 3867/1998 μη οριστική, 169/2006 οριστική αποφάσεις, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-1-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι τρεις πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι δύο πληρεξούσιοι του πρώτου αναιρεσίβλητου και ο 3ος αναιρεσίβλητος ατομικά και ως πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσίβλητου ζήτησαν την απόρριψή της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 967 του ΑΚ κοινής χρήσεως πράγματα είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι αιγιαλοί, τα λιμάνια και οι όχθες τους. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 968, 969 και 970 του ΑΚ, προκύπτει, ότι κοινής χρήσεως είναι τα πράγματα, τα οποία είτε από το νόμο, είτε από τη βούληση του ιδιοκτήτη (όπως με διαθήκη ή δωρεά), έλαβαν τον προορισμό αυτό με την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της κοινής χρήσεως είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Το περιεχόμενο και η έκταση της κοινής χρήσεως εξαρτάται από τον προορισμό που δόθηκε στο πράγμα, την επάρκειά του και τον αριθμό των προσώπων που μετέχουν στην κοινή χρήση, αφού, όσο ευρύτερος είναι ο κύκλος των προσώπων που μετέχουν σ' αυτή, τόσο περισσότερο εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον.

Εκτός από τα ενδεικτικώς απαριθμούμενα στο άρθρο 967 ΑΚ, κοινόχρηστα, της κατηγορίας των προορισμένων στην εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών, είναι και οι μόνιμοι τόποι ή κτίρια αγορών, η ίδρυση των οποίων αποσκοπούν στην εξυπηρέτηση των κατοίκων του αντίστοιχου Δήμου ή της Κοινότητας. Αυτά θεωρούνται ως πράγματα εκτός συναλλαγής (άρθρ. 966) και ανήκουν στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν στο Δήμο ή στη Κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει αλλιώς.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 εδαφ. β, 3 παρ. 2, 7 παρ. 1 και 2, 29, 30 παρ. 1 και 37 παρ. 3 του Ν.Δ. της 17/7/1923 "περί σχεδίων πόλεων κ.λ.π", που, σε θέματα πολεοδομίας, εκφράζει το πνεύμα των προϊσχυσάντων Συνταγμάτων του 1911 και 1952 και του ισχύοντος Σ/1975, κατά το άρθρο 24 παρ. 2 του οποίου, η πολεοδόμηση ανήκει στη ρυθμιστική αρμοδιότητα του Κράτους, προκύπτουν τα εξής:

Η ανέγερση κτιρίων που εξυπηρετούν δημόσιους, δημοτικούς (ή κοινοτικούς) θρησκευτικούς γενικά σκοπούς, και όχι μόνο ανάγκες της συγκεκριμένης πόλης του Δήμου ή της Κοινότητας, δηλαδή γενικά κοινωφελών κτιρίων και εγκαταστάσεων, είναι στενά συνδεδεμένη με το σχέδιο πόλης, γιατί επηρεάζει τη μορφή και την εν γένει οικονομία της πόλης και γενικότερα του οικισμού.

Γι' αυτό και η ανέγερση των κτιρίων αυτών επιτρέπεται όχι οπουδήποτε αλλά μόνο στους χώρους, τους οποίους το ίδιο το σχέδιο πόλης, κατά την έγκρισή του, καθορίζει για το σκοπό αυτό (Σ.Τ.Ε. 3177/1984). Ο καθορισμός χώρων - στην έννοια του χώρου (οικοπέδου) για το σκοπό αυτό υπάγεται όχι μόνο ο χώρος που καταλαμβάνεται από το κτίριο, αλλά και ο ακάλυπτος χώρος που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα για την ομαλή λειτουργία του κτιρίου - για την ανέγερση των κοινωφελών κτιρίων πρέπει να γίνεται με πολεοδομικά κριτήρια, αλλά και με κριτήρια που ανάγονται στην εξυπηρέτηση του επιδιωκόμενου σκοπού (Σ.Τ.Ε. 2549/1987).

Ο καθορισμός αυτός, που συνεπάγεται περιορισμό της ιδιοκτησίας επιτρεπτό πρέπει να αιτιολογείται και από την άποψη ανάγκης ανέγερσης του κτιρίου και της καταλληλότητας του που επιλέχτηκε. Προκειμένης ένταξης σε σχέδιο πόλης μεγάλων ιδιοκτησιών με πρωτοβουλία των ιδιοκτητών ή εκείνων που έχουν αναλάβει την εκμετάλλευση των σχετικών εκτάσεων, η έγκριση του σχεδίου στις περιπτώσεις αυτές συναρτάται με την επιβολή στους ιδιοκτήτες ορισμένων υποχρεώσεων στις οποίες περιλαμβάνεται η δωρεάν παραχώρηση εκτάσεων που καθορίζονται ως χώροι κοινόχρηστοι ή προοριζόμενοι για κοινωφελείς σκοπούς και η εκτέλεση έργων, με τα οποία εξυπηρετούνται οι ανάγκες του οικισμού.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 3, 5, 6 και 8, 12 παρ. 1 και 2 του Ν. Δ. 690/1948 "Περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων", προκύπτει ότι, οι καθοριζόμενοι εις συγκεκριμένο σχέδιο πόλης κοινόχρηστοι χώροι, περιέρχονται στην κοινή χρήση, από την έγκριση του σχεδίου, του κατά το χρόνο της έγκρισης του σχεδίου ιδιοκτήτη των υπό των κοινοχρήστων χώρων καταλαμβανομένων γηπέδων, θεωρουμένου κατ' αμάχητο τεκμήριο παραιτηθέντος της κυριότητας νομής ή κατοχής και παντός δικαιώματος επί τούτων, εφόσον επέσπευσε ή επεδίωξε την έγκριση του σχεδίου, άνευ άλλης διατύπωσης (και μεταγραφής) και ότι οι, έτσι, καθιστάμενοι κοινόχρηστοι χώροι, περιέρχονται, χωρίς αποζημίωση, εις τον κατά νόμο κύριο αυτών, Δημόσιο, Δήμο ή Κοινότητα, ακόμη και αν δεν παραδόθηκαν εις την κοινή χρήση μη επανερχόμενοι στους πρώην ιδιοκτήτες τους και εάν με τροποποίηση του σχεδίου απέβαλαν την ιδιότητα του κοινοχρήστου, καταστάντες οικοδομήσιμοι χώροι ή και τέθηκαν εκτός σχεδίου, εκτός εάν με την τροποποίηση καθίστανται κοινόχρηστοι άλλοι χώροι των ιδιοκτητών και κατά ίσο προς αυτούς εμβαδόν ή οι κατά την έγκριση του σχεδίου ιδιοκτήτες, είχαν με σχετική σύμβαση, επιφυλάξει εις εαυτούς την κυριότητά των επί των χώρων αυτών, σε περίπτωση αποβολής της ιδιότητός των ως κοινοχρήστων ή θέσης αυτών εκτός σχεδίου.

Οι διατάξεις δε της παρ. 1 (ν.δ 690/1948) εφαρμόζονται και στην περίπτωση χώρων, οι οποίοι δεν καθορίσθηκαν μεν κοινόχρηστοι εκ του εγκριθέντος σχεδίου, τους οποίους, όμως, οι επισπεύσαντες την έγκριση αυτού εκδήλωσαν είτε με επαγγελία είτε με διαφημιστικούς χάρτες και διαγράμματα ή αγγελίες προς το σκοπό της προσέλευσης αγοραστών και εν γένει κατά οποιονδήποτε τρόπο την πρόθεση αυτών όπως θέσουν τούτους στη χρήση του κοινού (παρ. 3).

Με τις ανωτέρω διατάξεις επιδιώκεται να εξασφαλιστεί η εφαρμογή του σχεδίου της ρυμοτομίας χωρίς δαπάνες για τους κοινόχρηστους χώρους και χώρους προοριζόμενους για κτίρια κοινής ωφέλειας, δια της εθελοντικής παραχώρησης των αναγκαίων για το σκοπό αυτό γηπέδων από τους ιδιοκτήτες των 5. Και ο σκοπός δεν εκπληρώνεται μόνον με το "αμάχητον τεκμήριον", ότι οι ιδιοκτήτες των γηπέδων, των καταλαμβανόμενων εκ του σχεδίου ως κοινοχρήστων χώρων, παραιτήθηκαν σιωπηρώς από κάθε δικαίωμά των επ' αυτών, πράγμα το οποίο αναγκαίως συνάγεται από το γεγονός, ότι αυτοί επιδίωξαν την έγκριση ή ζήτησαν την τροποποίηση του σχεδίου, άνευ της εφαρμογής του οποίου δεν θα ηδύναντο να διαιρέσουν τις υπόλοιπες εκτάσεις των σε οικόπεδα οικοδομήσιμα και να διαθέσουν αυτά σε τιμές, στις οποίες περιέλαβαν φυσικά και την αξία των γηπέδων των αφεθέντων σε κοινή χρήση.

Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με τη ρητή, νομότυπη, παραίτησή τους από την κυριότητά τους και από κάθε δικαίωμά τους επί των γηπέδων αυτών (Ολ. ΑΠ 228/1983). Περαιτέρω, κατά την έννοια των παραγράφων 1 και 5 του προαναφερόμενου άρθρου 1 (ΝΔ 690/1948) η ίδια συνέπεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των χώρων αυτών επέρχεται και αν οι ιδιοκτήτες, συμμορφούμενοι προς σχετικό όρο, από τον οποίο είχε εξαρτηθεί η ισχύς του σχεδίου, παραιτήθηκαν μεν από τα δικαιώματά τους με σύμβαση που καταρτίσθηκε και εγκρίθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του από 17/7/1923 ν.δ/τος, στη συνέχεια, όμως, και μέχρι την έναρξη της ισχύος του προαναφερόμενου ν.δ/τος 690/1948, καταρτίστηκε νεότερη σύμβαση, κατά την οποία τα δικαιώματα αυτά περιέρχονται και πάλι στον αρχικό ιδιοκτήτη, χωρίς παραλλήλως να καταργηθεί ο αντίστοιχος κοινόχρηστος χώρος ή χώρος κοινωφελούς κτιρίου με ανάλογη τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου.

Διότι όχι μόνο δεν προκύπτει βούληση του νομοθέτη να αναγνωρίσει τέτοιες μεταγενέστερες, μη προβλεπόμενες από το νόμο, συμφωνίες, με τις οποίες οι ιδιοκτήτες απαλλάσσονται από υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει προκειμένου να ενταχθούν τα ακίνητά τους σε σχέδιο πόλης, αλλά αντιθέτως η αναγνώριση αυτή αντιστρατεύεται τον προαναφερόμενο σκοπό του νόμου.

Δεδομένου, ότι η καθιέρωση ενός πράγματος ως δημόσιου πράγματος, είναι πράξη δημόσιου δικαίου που δεν μπορεί να μετατραπεί ή ανατραπεί με ιδιωτικές συναλλαγές. Αν το δημόσιο πράγμα είχε καθιερωθεί με διοικητική πράξη, τότε η αποκαθιέρωση μπορεί να γίνει είτε με νόμο είτε με διοικητική πράξη, που εκδίδεται, αν δεν προβλέπεται ειδική διαδικασία, κατ' αρχήν από το ίδιο όργανο, κατά τη διαδικασία εκδόσεως και με τον ίδιο τύπο.

Ο αποχαρακτηρισμός γίνεται με την έγκριση ή την τροποποίηση του διατάγματος ρυμοτομίας, γιατί από τότε παύει ο αρχικός προορισμός του κοινοχρήστου. Μόνο η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου δεν συνεπάγεται και κατάργηση του κοινοχρήστου. Η κατάργηση πρέπει να προβλέπεται από το σχέδιο ρυμοτομίας. (ΑΠ 142/1985).

Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας παρ. 5 του άρθρου 1 ν.δ/τος 690/1948, στην κυριότητα του αρμόδιου νομικού προσώπου περιέρχονται τα ακίνητα που κατά το ρυμοτομικό σχέδιο προορίζονται για την ανέγερση κτιρίου κοινής ωφέλειας, αδιαφόρως αν έως την έναρξη ισχύος του νομοθετήματος αυτού είχε ήδη ανεγερθεί ή όχι το αντίστοιχο κτίριο.

Σχετική διάκριση δεν δικαιολογείται, αφού κατά νόμο το ακίνητο σε κάθε περίπτωση παραμένει οριστικώς στην κυριότητα του νομικού προσώπου, δηλαδή και μετά την ανέγερση του κτιρίου, το οποίο, άλλωστε, λόγω του κοινωφελούς χαρακτήρα του προορίζεται προεχόντως για τη θεραπεία αναγκών των πολιτών και όχι για οικονομική εκμετάλλευση από μέρους του ιδιοκτήτη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικώς, με την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος και νομέας του περιγραφόμενου ακινήτου, ήτοι του οικοδομικού τετραγώνου … του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Παλαιού Ψυχικού, και αναφορικώς με την ένσταση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας περί αποχαρακτηρισμού του επιδίκου από χώρο κοινής ωφέλειας σε χώρο ιδιωτικό, δέχτηκε τα ακόλουθα:

Με επίσπευση της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί-Τουριστικαί-Οικοδομικαί και Λατομικαί Επιχειρήσεις Ο ΚΕΚΡΩΨ ΑΕ", ιδιοκτήτριας έκτασης 4.000 περίπου στρεμμάτων κειμένης στη θέση "Ψυχικό" Αθηνών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του από 17-7/16-8-1923 ν.δ/τος, με το από 20-11-1923 Β.Δ/μα (ΦΕΚ 342/24-11-1923 τευχ.

Α') εγκρίθηκε, μετά την 3997/1923 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων και την 1079/1923 γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων, το αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού "Ψυχικού" και εντάχθηκε σ' αυτό η ως άνω εδαφική περιοχή, σύμφωνα με το οποίο το οικοδομικό τετράγωνο 69, συνολικού εμβαδού 7.230 τ.μ, χαρακτηρίστηκε ως χώρος Αγοράς.

Ορίστηκε δε στο ίδιο διάταγμα, ότι η έγκριση του σχεδίου γίνεται υπό τον όρο αναλήψεως της επισπευδούσης την έγκριση οικοδομικής εταιρίας Κέκρωψ υποχρεώσεων ως προς την δωρεάν παραχώρηση γηπέδων προοριζομένων για κοινοχρήστους χώρους και άλλους κοινωφελείς σκοπούς, την εκτέλεση γενικής φύσεως έργων εξυπηρετικών του συνοικισμού και "την ανέγερσιν οικοδομών προς τους εις ους η εν λόγω εταιρεία θέλει εκποιήσει οικόπεδα του συνοικισμού, αι οποίαι υποχρεώσεις θέλουσι ορισθή λεπτομερώς δι' ειδικής μεταξύ του Δημοσίου ή του Δήμου Αθηναίων και της εταιρίας συμβάσεως".

Ακολούθως, σε εκπλήρωση του όρου αυτού, μεταξύ της αναιρεσείουσας εταιρείας και του αναιρεσιβλήτου Δήμου Αθηναίων, στην περιφέρεια του οποίου ενέπιπτε τότε ο οικισμός Ψυχικού, υπογράφηκε το ... συμβόλαιο (πράξη) του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Σκούταρη, με το οποίο συμφωνήθηκαν, εκτός των άλλων, τα εξής: "Η εταιρεία δηλώνει ότι ουδεμία απαίτηση αποζημιώσεως από το Δήμο Αθηναίων έχει για τα καταλαμβανόμενα και περιγραφόμενα στο συμβόλαιο αυτό γήπεδα του εγκεκριμένου σχεδίου, στα οποία περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμ.

… οικοδομικό τετράγωνο, προοριζόμενα για κοινή χρήση και κοινή ωφέλεια, ήτοι πλατεία, πρασιά, αγορά, εκκλησία, σχολεία, γυμναστήρια, αστυνομικά ή κοινοτικά καταστήματα, οδούς κ.λ.π., τα οποία βαρύνουν την εταιρεία". Το παραπάνω συμβόλαιο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ. 965 αρ. 126), κυρώθηκε με το από 18-11-1924 Π.Δ/γμα (ΦΕΚ 292 Α/20-11-1924), που εκδόθηκε κατ' επίκληση του ίδιου άρθρου 7 του από 17-7/16-8-1923 ν.δ/τος.

Έτσι, η μέχρι τότε ιδιοκτήτρια της έκτασης που περιλαμβάνεται στο παραπάνω ρυμοτομικό σχέδιο, αναιρεσίβλητη εταιρεία παραιτήθηκε με τη σύμβαση αυτή από οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης για την κατάληψη από μέρους του Δήμου (Αθηναίων) του ακινήτου, το οποίο καθορίστηκε στο σχέδιο αυτό ως χώρος Αγοράς.

Το Δήμο Αθηναίων, στα εκ της συμβάσεως αυτής δικαιώματα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του από 16/8/1923 ν.δ/τος "Περί Ιδρύσεως Ταμείου Κοινοτικών Έργων και Υπηρεσιών του Συνοικισμού Ψυχικού" (ΦΕΚ 280 Α/1926), διαδέχθηκε το Ταμείο αυτό (αυτοτελές Νομικό Πρόσωπο) και το τελευταίο η Κοινότητα Ψυχικού, η οποία ιδρύθηκε με το από 9/10/1929 Π.Δ/γμα (ΦΕΚ 367/17-10-1929 τευχ.

Α), με περιφέρεια τον ομώνυμο οικισμό. Με τον προεκτεθέντα τρόπο, δηλαδή με την καθιέρωσή του, δια του αρχικού ρυμοτομικού σχεδίου Ψυχικού που εγκρίθηκε με το από 20-11-1923 β.δ/γμα, ως χώρου κτιρίου κοινής ωφελείας και την, σε εκπλήρωση υποχρέωσης, νομότυπη παραίτηση της ιδιοκτήτριας της υπό ένταξη έκτασης από κάθε απαίτηση αποζημίωσης (ΑΠ 442/2003, Σ.τ.Ε 95/1997), το επίδικο ακίνητο (Ο.Τ. 69) περιήλθε στην κυριότητα της Κοινότητας Ψυχικού, ως διάδοχο του Δήμου Αθηναίων, και εξ αρχής (25/9/1924) κατέστη πράγμα εκτός συναλλαγής (αρθρ. 966 ΑΚ.

Πέραν τούτου, η επισπεύδουσα την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου Ψυχικού αναιρεσείουσα εταιρεία, με διαφημιστικούς χάρτες και αγγελίες, προς προσέλκυση αγοραστών, εκδήλωσε την πρόθεσή της να διαθέσει το επίδικο ακίνητο ως χώρο ανέγερσης κοινωφελούς κτιρίου. Και είναι μεν αληθές, ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο του νέου αυτού οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, με τις πράξεις του 224, 229, 244 και 267/1932, οι οποίες εγκρίθηκαν με το από 30/12/1932 π.δ/γμα (ΦΕΚ 449 Α/31-12-1932), αποφάσισε να παραχωρήσει κατά πλήρη κυριότητα στην παραπάνω εταιρεία, προς συμβιβαστική επίλυση υφιστάμενης διένεξης μεταξύ της Κοινότητας και της εταιρίας πλην άλλων, τα χαρακτηριζόμενα κατά το ρυμοτομικό σχέδιο ως χώρος αγοράς ακίνητα, δηλαδή εκείνα που είχαν προηγουμένως παραχωρηθεί από την εταιρεία στο δικαιοπάροχο της εν λόγω Κοινότητας Δήμο Αθηναίων.

Ακολούθησε το από 3/4/1933 Π.Δ/μα (ΦΕΚ 85Α/1933), με το οποίο εγκρίθηκε αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου Ψυχικού, συνισταμένη, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, σε διάσπαση του προαναφερόμενου οικοδομικού τετραγώνου σε δύο τμήματα, διαχωριζόμενα από οδό, αριθμούμενα ως οικοδομικά τετράγωνα 2 και 2α (ή 69 και 69α) και χαρακτηριζόμενα "ως οικόπεδα προορισμένα δι' αγοράν τροφίμων", ορίσθηκε στο ίδιο διάταγμα, ότι η ισχύς του "άρχεται από της νομίμου κυρώσεως της μεταξύ της Κοινότητας Ψυχικού και εταιρείας Κέκρωψ οριστικής συμβάσεως, ης το περιεχόμενο ενεκρίθη υπό του οικείου Κοινοτικού Συμβουλίου δια των ως άνω πράξεών του".

Τέλος, με το 4591/1933 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Κομπλή, καταρτίσθηκε σύμβαση μεταξύ της Κοινότητας και της εταιρείας, στην οποία αναφέρεται, ότι ακυρώνεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της η προηγούμενη σύμβαση της εταιρείας με τον Δήμο Αθηναίων, ότι αναγνωρίζεται η κυριότητα της εταιρείας επί ορισμένων εκτάσεων, οι οποίες με βάση την προηγούμενη αυτή σύμβαση είχαν παραχωρηθεί από την ίδια εταιρεία χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης και στις οποίες περιλαμβάνεται το παραπάνω οικοδομικό τετράγωνο 69 και τμήμα του οικοδομικού τετραγώνου 69α και ότι οι εκτάσεις αυτές "αι οποίαι κοινόχρηστοι ούσαι κατά το αρχικό σχέδιο ρυμοτομίας και την υπ' αριθμ. 21829 σύμβασιν έπαυσαν και παύουσι κατά το συνημμένο σχέδιον και την παρούσα σύμβασιν ούσαι τοιαύται και κατέστησαν και καθίστανται χώροι οικοδομήσιμοι, της Κοινότητος αποξενουμένης παντός επ' αυτών δικαιώματος .....".

Η νεότερη δε αυτή σύμβαση εγκρίθηκε με το από 12-3-1934 Π.Δ που εκδόθηκε κατ' επίκληση του άρθρου 7 παρ. 2 του από 17/7/16-8-1923 Π.Δ/τος. Όμως η σύμβαση αυτή (4591/1933) και το εγκριτικό της Π.Δ/μα δεν επέφεραν αποχαρακτηρισμό του επίδικου χώρου, ρητώς ή σιωπηρώς, αφού τα ρυμοτομικά σχέδια και στην περίπτωση επίσπευσης της σχετικής διαδικασίας από τους ενδιαφερομένους ιδιοκτήτες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 του προαναφερθέντος Ν.Δ/τος, εγκρίνονται και τροποποιούνται με μονομερή πράξη της πολιτείας και με βάση πολεοδομικά κριτήρια, οι δε ρυμοτομικές διαρρυθμίσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο της συναπτόμενης και εγκρινόμενης με διάταγμα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ίδιου Ν.Δ/τος, σύμβασης, η οποία έχει ως αντικείμενο την ανάληψη από μέρους των ιδιοκτητών των υποχρεώσεων από τις οποίες εξαρτήθηκε η έγκριση του σχεδίου.

Επομένως, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας εταιρείας, ότι επήλθε αποχαρακτηρισμός του επιδίκου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο γιατί το επίδικο, χαρακτηριζόμενο στο αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο ως "χώρος αγοράς", με το Δ/μα αυτό (από 3-4-1933) χαρακτηρίσθηκε, όπως προαναφέρθηκε, "ως οικόπεδα (λόγω διάσπασης, κατά τα άνω, του αρχικού ενιαίου ακινήτου σε δύο τμήματα) προοριζόμενα δι' αγοράν τροφίμων", δηλαδή και στα δύο Π.Δ/τα, το επίδικο χαρακτηρίζεται ως χώρος (οικόπεδο) προοριζόμενος για αγορά, ήτοι για ανέγερση επ' αυτού κτιρίου κοινής ωφέλειας (αγοράς).

Ως εκ τούτου, δεν μεταβλήθηκε με το τελευταίο Π.Δ ο με το αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο ως άνω προορισμός του επιδίκου, επί του οποίου, όπως συνομολογείται, η εναγόμενη-αναιρεσείουσα είχε αναγείρει το έτος 1927 κτίριο αγοράς. Τούτο προσεπιβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι με την επικαλούμενη πιο πάνω αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου δεν προσδιορίστηκε για τον ίδιο σκοπό (ανέγερση αγοράς) άλλος χώρος της αρχικής ιδιοκτήτριας ίσου εμβαδού με το επίδικο.

Επομένως, δεν έγινε νομότυπα αποχαρακτηρισμός (αποκαθιέρωση) του επιδίκου ως χώρου προς ανέγερση κτιρίου κοινής ωφέλειας (αγοράς) και τούτο κατελήφθη από τις διατάξεις του Ν.Δ 690/1948, από τότε που ίσχυσε τούτο.

Συνεπώς, το επίδικο, το οποίο ως πράγμα εκτός συναλλαγής (ΑΚ 966), περιήλθε στη κυριότητα της Κοινότητας και ακολούθως του Δήμου Π. Ψυχικού, εφόσον δεν απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, ουδέποτε, περιήλθε στην ιδιωτική περιουσία του ως άνω Δήμου και δεν ήταν δεκτικό συναλλαγής, ούτε χρησικτησίας. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο ως πράγμα εκτός συναλλαγής περιήλθε στην κυριότητα της Κοινότητας και ακολούθως του αναιρεσιβλήτου Δήμου και εφόσον δεν απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, ουδέποτε περιήλθε στην ιδιωτική περιουσία του Δήμου και δεν ήταν δεκτικό συναλλαγής ούτε χρησικτησίας και ότι μετά ταύτα η μεταξύ της Κοινότητας και της εναγόμενης σύμβαση, που έγινε με το 4591/1933 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Στ.

Κομπλή, καθόσον αφορά το επίδικο, ως προς το οποίο ακύρωσε το προηγούμενο 21829/1924 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ. Σκούταρη και αναγνώρισε την κυριότητα της αναιρεσείουσας σ' αυτό, είναι άκυρη, όπως και το 4591/1933 συμβόλαιο και έτσι τόσο η σύμβαση όσο και το συμβόλαιο θεωρούνται σαν να μην έγιναν, αφού η γενόμενη με το 4591/1933 συμβόλαιο σύμβαση αφορούσε πράγμα εκτός συναλλαγής, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για έγκριση αυτής και το σχετικό από 12-3-1934 προεδρικό διάταγμα δεν είχε κάποιο έννομο αποτέλεσμα.

Κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε την προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας περί αποχαρακτηρισμού του επιδίκου από χώρο κοινής ωφέλειας σε χώρο ιδιωτικό, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο Δήμο κύριο και νομέα του επίδικου ακινήτου. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966 επ.

του ΑΚ, 2 παρ. 1 εδ. β, 3 παρ. 2, 7 παρ. 1 και 2, 29, 30 παρ. 1 και 37 παρ. 3 του Ν.Δ. της 17/7/1923, 1 παρ. 1, 2, 3, 5, 6 και 8, 12 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ. 690/1948, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του μη αποχαρακτηρισμού του επιδίκου, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, καθόλα τα μέρη αυτών, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά μεν το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237.

Από τις τελευταίες διατάξεις προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ της εκδόσεως αυτής κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (Ολ.

ΑΠ 27/2007). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την 1415/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε στο σύνολό της η 10184/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, διότι κρίθηκε ότι η απόφαση αυτή δεν έχει νόμιμη βάση, αφού η αιτιολογία της εμφανίζεται το μεν αντιφατική, το δε ανεπαρκής ως προς την εφαρμογή ή μη των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 7 του Ν.Δ.

της 17-7/16-8-1923, άρθρου 1 του Ν.Δ. 690/1948 και του από 3-4-1933 νομοθετικού διατάγματος. Επομένως, εφόσον η αναιρεθείσα απόφαση αναιρέθηκε στο σύνολό της και οι διάδικοι επανήλθαν στην κατάσταση πριν την εν λόγω απόφαση, το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δίκασε εκ νέου την έφεση του ενάγοντος Δήμου, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, της μη συμμορφώσεώς του δηλαδή προς την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990). Η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, η δε με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών, θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί για τον δικαιούχο, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Έτσι, το ζήτημα, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικώς με την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου, δέχτηκε, τα ακόλουθα:

Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία σε τμήμα του επίδικου ακινήτου το έτος 1927 ανήγειρε κτίριο κεντρικής αγοράς, γνωστό με την ονομασία "...", αποτελούμενο από καταστήματα κυρίως τροφίμων, τα οποία εκμισθώνει η ίδια σε διάφορους επαγγελματίες, εισπράττοντας το αντίστοιχο μίσθωμα. Στο χώρο αυτό διακινούνται και πωλούνται εμπορεύματα, είναι και από όλες τις πλευρές προσπελάσιμος και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής υπήρχε φούρνος, παντοπωλεία, κρεοπωλείο, φαρμακείο, ξυλουργείο και άλλα καταστήματα, τα οποία εξυπηρετούν τις ανάγκες των δημοτών του Δήμου Π.

Ψυχικού. Δεν αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι παρεμποδίζεται με οποιοδήποτε τρόπο τόσο η προσφορά εμπορευμάτων όσο και η προσέλευση των δημοτών στο χώρο της εν λόγω αγοράς, αλλά αντιθέτως και οι μάρτυρες του αναιρεσιβλήτου καταθέτουν, ότι η εν λόγω αγορά εξυπηρετεί τους δημότες Π. Ψυχικού και στον περιβάλλοντα χώρο αυτής στάθμευαν αυτοκίνητα, έπαιζαν παιδιά και διέρχονταν οι περίοικοι.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία ως επικαρπώτρια του κτιρίου κεντρικής αγοράς, γνωστό με την ονομασία "...", αποτελούμενο από καταστήματα κυρίως τροφίμων, εισέπραττε τα μισθώματα από την εκμίσθωση των καταστημάτων, πλήρωνε δημοτικά τέλη και φόρους, προέβαινε σε επισκευές του κτιρίου, πράξεις οι οποίες ανάγονται στις υποχρεώσεις του επικαρπωτή και δεν οδηγούν στην εύλογη πεποίθηση ότι είναι η αναιρεσείουσα κυρία του επίδικου ακινήτου, το γεγονός δε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προέβαλε επί σειρά ετών δικαιώματα επί του επιδίκου, δεν καθιστά από μόνο του καταχρηστική την άσκηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου Δήμου.

Κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε την προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο Δήμο κύριο και νομέα του επίδικου ακινήτου. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, που εφάρμοσε.

Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, καθόλα τα μέρη αυτών, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 2058/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι "ο ενάγων δεν προέβαλε επί σειρά ετών δικαιώματα επί του επιδίκου δεν καθιστά από μόνο του καταχρηστική την άσκηση της αγωγής του", δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι η άσκηση της αγωγής είναι καταχρηστική, ήτοι: 1) την ...

επιστολή της τότε Κοινότητας Ψυχικού προς την αναιρεσείουσα, 2) επίσης την ... επιστολή της Κοινότητας Ψυχικού προς αυτήν, 3) την ... επιστολή της ως άνω Κοινότητας, καθώς και την από 26-5-1960 επιστολή σε συνδυασμό με την από 27-11-1959 έκθεση του επόπτη εξυγίανσης Ι. Σ., 4) επίσης την από 15-4-1976 επιστολή της ίδιας Κοινότητας, 5) την 3652/27-9-1979 επιστολή του Προέδρου της Κοινότητας Ψυχικού, 6) την από 31-5-1941 επιστολή της Κοινότητας, με την οποία της κοινοποιεί αντίγραφο της ...

απόφασης της πρωτοβαθμίου επιτροπής εκδίκασης φορολογικών ενστάσεων, 7) την ... απάντηση της Κοινότητας για τη χορήγηση βεβαιώσεως πασσαλώσεως του … Οικοδομικού Τετραγώνου, 8) την ... απάντηση του Υπουργείου Δημοσίων Έργων προς την Κοινότητα Παλαιού Ψυχικού, 9) την ... επιστολή της Κοινότητας με το συνημμένο 4/1975 Πρακτικό του Κοινοτικού Συμβουλίου, 10) απόσπασμα του ...

πρακτικού της συνεδρίασης του κοινοτικού συμβουλίου της Κοινότητας της ..., 11) το ... έγγραφο του ενάγοντος Δήμου προς το Υπουργείο Πολιτισμού, 12) απόσπασμα βεβαιωτικού καταλόγου φόρου ακαλύπτων χώρων του ενάγοντος έτους της 10-6-1985, 13) τις 3789/1980, 1954/1982, 9421/1982 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, 14) την 127/1974 απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής εκδικάσεως φορολογικών διαφορών της Κοινότητας Ψυχικού, 15) την 563/1995 ειδοποίηση του ενάγοντος, με την οποία της επιβάλει τέλος ακίνητης περιουσίας ύψους 226.094 δραχμών για το οικονομικό έτος 1993 για το επίδικο ακίνητο και 16) απόσπασμα πρακτικών της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης αναιρεσείουσας στις 27-5-1926.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από το σύνολο των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-1-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑΙ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ 0 ΚΕΚΡΩΨ Α.Ε." για αναίρεση της 169/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της 3867/1998 προδικαστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, λόγω της χωριστής υπεράσπισής τους.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ