Supreme Court dismisses appeal against promotion denial due to good faith violation and failure to meet statutory conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Bank of Greece against the lower court's decision to deny an employee's promotion. The employee argued that the promotion was denied in bad faith because other colleagues with inferior qualifications were promoted instead, violating the principle of good faith. The court rejected this claim, finding that the employee's qualifications were not superior to those of the promoted colleagues and that the internal organization's conditions for promotion were not met.
Legislator headnote
AI generatedArticles 201 and 207 of the Civil Code; The court must assess whether a promotion denial violates the principle of good faith when the employee's qualifications are not superior to those of promoted colleagues, and the internal organization's conditions for promotion are not met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 444 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Προαγωγές υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος από τον 4ο βαθμό του τμηματάρχη στον 3ο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου. Ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος έχει συμβατική ισχύ. Τελούν υπό την αίρεση της συνδρομής συγκεκριμένων προϋποθέσεων, τα αποτελέσματα της οποίας επέρχονται από το χρόνο συμπλήρωσης αυτών, σε περίπτωση που η κρίση του εργοδότη περί μη προαγωγής του υπαλλήλου είναι καταφώρως άδικη. Περίπτωση μη προαγωγής υπαλλήλου της ως άνω τράπεζας στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου κατά προαγωγή άλλων συναδέλφων του παρακωλύοντος εναντίον της καλής πίστεως την πλήρωση της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της, κατά τον έχοντα συμβατική ισχύ οργανισμό της τράπεζας, με κατάφωρα άδικη κρίση. Η προηγηθείσα των προαγωγών γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής, στην οποία διαλαμβάνονται ευμενέστερες κρίσεις ως προς έναν προαχθέντα, έναντι της αντίστοιχης κρίσης που αναφέρεται στον ανωτέρω μη προαχθέντα, αποσκοπεί να προπαρασκευάσει και να διευκολύνει ην κρίση του γενικού συμβουλίου της εναγομένης και δεν υποκαθιστά ούτε δεσμεύει την κρίση αυτής. Διακωλυτική ένσταση προτεινόμενη από την Τράπεζα. Λόγοι αναίρεσης από το άρθρ. 559 αρ. 1 για παραβίαση του αρ. 207 και 201 του ΑΚ. Εισήγηση: Απόρριψη λόγων αναίρεσης
Αριθμός 444/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματι-κούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βενετσιάνα Κίτρου. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1760/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3649/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ.
Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1).
Καταφώρως δε άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής αποδόσεως και συμπεριφοράς του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου, αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν.1082/1980 μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να είχε συντελεσθεί.
Ο εναγόμενος εργοδότης δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του. Η ένσταση αυτή, στην περίπτωση κανονισμού με ισχύ νόμου, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση Κανονισμού με συμβατική ισχύ, στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος, έστω και απλώς, τούτου και επίσης παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρούμενων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανώτερου βαθμού.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της ο οποίος καταρτίζεται, από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει ως εκ τούτου συμβατική ισχύ(Ολ.
ΑΠ 27/1995, AΠ 183/08) .Σύμφωνα δε με τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας "Τράπεζας της Ελλάδος", όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της, από τον 4ο βαθμό του Τμηματάρχη στον 3ο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου αποφασίζεται, κατ` απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού της Συμβουλίου, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από στο άρθρο 12 του Οργανισμού (ΑΠ 278/09).
Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου στον ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ο ενάγων υπηρετεί στην εναγομένη τράπεζα (ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.) στο λογιστικό κλάδο από 17.9.1970 και από 1.1.1988 κατέχει το βαθμό του Τμηματάρχη.
Υπηρέτησε μέχρι 7.3.2000 στο υποκατάστημα της ..., μέχρι 13.7.2002 στο κεντρικό κατάστημα και από 14.7.2002 στο υποκατάστημα .... Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα χωρίς την κατοχή πτυχίου, έχει παρακολουθήσει πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια, έχει αξιολογηθεί τα έτη 1999-2000 ως εξαίρετος σε 17 κριτήρια, και τα υπεύθυνα καθήκοντα που έχει ασκήσει είναι από 23.7.1986 Προϊστάμενος Υπηρεσίας Γενικών Εργασιών υποκαταστήματος ..., από 26.7.1996 μέχρι 23.6.1997 στην διεύθυνση του υποκαταστήματος ..., από 28.2.2000 Προϊστάμενος Τμήματος Εργασιών Υποστήριξης του κεντρικού καταστήματος και από 17.2.2000 Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος Εργασιών Εσωτερικού Υποκαταστήματος ....
Η συσταθείσα με την υπ' αριθμ. ... πράξη του Διοικητή της εναγομένης, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού της Καταστάσεως των Υπαλλήλων αυτής, γνωμοδοτική Επιτροπή για την αξιολόγηση των υπαλλήλων που συμπληρώνουν τον απαιτούμενο για την προαγωγή χρόνο στο βαθμό του Εντεταλμένου-Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, κατέταξε τον ενάγοντα μαζί με άλλους 441 υπαλλήλους κατά πλάσμα ισοψηφούντες στην 143η θέση κατάταξης.
Το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης με την υπ' αριθμ. 7/27.8.2002 απόφαση του μετά από πρόταση του Διοικητή προήγαγε 75 Τμηματάρχες στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου από 1.5.2002, μεταξύ των οποίων και τους παρακάτω συναδέλφους του ενάγοντος ενώ παρέλειψε αυτόν..". Ειδικότερα, όπως στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο, προήγαγε τους 1) Χ12) Χ2 3) Χ3, 4) Χ4 5) Χ5 6) Χ6 7) Χ7 8) Χ8 9) Χ9 10) Χ10 11) Χ11, και 12) Χ12.
Το Εφετείο, αφού εκτίμησε συνολικά τα προσόντα αυτών έκρινε ότι, ως προς τους με αρ.1-8 και 10 προαχθέντες συναδέλφους του αναιρεσιβλήτου δεν προκύπτει ολοφάνερη υπεροχή του τελευταίου. Αντιθέτως, ως προς τον 9ο, 11ο και 12ο εξ αυτών δέχθηκε τα εξής: ... 9) Ο Χ9 ο οποίος προσελήφθη στις 14.8.1980, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.1996, είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ, έχει παρακολουθήσει οκτώ (8) επιμορφωτικά σεμινάρια, γνωρίζει Αγγλικά-Γαλλικά χωρίς πτυχίο, χαρακτηρίστηκε για τα έτη 1999-2000 ως εξαίρετος σε 13 κριτήρια, κατετάγη 41ος από τη γνωμοδοτική Επιτροπή, υπηρέτησε στη Διεύθυνση Ενέγγυων Πιστώσεων και Αξιών μέχρι 8.4.93 και στο Τμήμα Μελετών και Ανάπτυξης Εργασιών στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεωρήσεως Τραπεζών, δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και γι' αυτό δεν έχει αξιολογηθεί για διοικητικές ικανότητες στα φύλλα ποιότητος.
Έναντι αυτού ο ενάγων υπερέχει ολοφάνερα, γιατί ναι μεν υστερεί στο πτυχίο και σε επιμορφωτικά σεμινάρια, υπερτερεί όμως κατά δέκα χρόνια στη γενική αρχαιότητα, οκτώ χρόνια στην ειδική αρχαιότητα και το σπουδαιότερο στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων. Η κρίση επομένως του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης να παραλείψει τον ενάγοντα και να προαγάγει τον ανωτέρω Χ9 ήταν καταφανώς άδικη, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η προεκτίμηση των υπηρεσιακών προσόντων των υποψηφίων από τη γνωμοδοτική Επιτροπή του άρθρου 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως των Υπαλλήλων της εναγομένης, δεν επιδρά αξιολογικώς στην ως άνω κρίση επειδή δεν συνιστά εξ αντικειμένου υπηρεσιακό προσόν των υπαλλήλων, αλλά στοιχείο της υπό έλεγχο διαδικασίας (ΑΠ 1275/2002). ... 11) Χ11, ο οποίος προσελήφθη στις 12.8.1980, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.1996, είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ, έχει παρακολουθήσει δώδεκα σεμινάρια, γνωρίζει την Αγγλική χωρίς πτυχίο, χαρακτηρίστηκε ως εξαίρετος σε 13 κριτήρια κατά τα έτη 1999-2000, κατετάγη 12ος από τη γνωμοδοτική Επιτροπή, υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα στο Τμήμα Ελέγχου Βιομηχανικών και λοιπών Επιχειρήσεων, Εποπτείας Πιστωτικών Ιδρυμάτων, Εποπτείας Υποκαταστημάτων Ξένων Τραπεζών και Ανεξαρτήτων Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, δεν άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα και γι' αυτό δεν αξιολογήθηκε ως προς τις διοικητικές ικανότητες στα φύλλα ποιότητος.
Έναντι αυτού ο ενάγων υπερέχει ολοφάνερα, γιατί ναι μεν υστερεί στο πτυχίο και σε επιμορφωτικά σεμινάρια, υπερτερεί όμως κατά δέκα χρόνια στη γενική αρχαιότητα, κατά οκτώ χρόνια στην ειδική αρχαιότητα και το σπουδαιότερο στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων. Η κρίση επομένως του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης να παραλείψει τον ενάγοντα και να προαγάγει τον ανωτέρω Χ11 ήταν καταφώρως άδικη, ενώ όπως προαναφέρθηκε η προεκτίμηση της γνωμοδοτικής Επιτροπής του άρθρου 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως των Υπαλλήλων της εναγομένης δεν επιδρά αξιολογικώς στην ως άνω κρίση επειδή δεν συνιστά εξ αντικειμένου υπηρεσιακό προσόν των υπαλλήλων, αλλά στοιχείο της υπό έλεγχο διαδικασίας και 12) Χ12, ο οποίος προσελήφθη στις 21.8.1980, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.10.1996, είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής ..., έχει παρακολουθήσει εννέα σεμινάρια, γνωρίζει Αγγλικά χωρίς πτυχίο και Γαλλικά (superieur III), χαρακτηρίστηκε κατά τα έτη 1999-2000 ως εξαίρετος σε εννέα και δέκα έξι κριτήρια, αντίστοιχα, κατετάγη 63ος από τη γνωμοδοτική Επιτροπή, υπηρέτησε στο υποκατάστημα ...
στο τμήμα Αναπροεξόφλησης Χαρτοφυλακίου Τραπεζών, στην Υπηρεσία Αξιών-Ενεγγύων Πιστώσεων, στην Υπηρεσία Γενικών Εργασιών και Συναλλάγματος, υπήρξε γραμματέας της υποεπιτροπής βιοτεχνικών πιστώσεων από 1.1.86 μέχρι 31.12.88 και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 15.3.1995. Έναντι αυτού ο ενάγων υπερέχει ολοφάνερα, γιατί ναι μεν υστερεί ως προς το πτυχίο και στα επιμορφωτικά σεμινάρια, υπερτερεί όμως σημαντικά κατά δέκα χρόνια στη γενική αρχαιότητα, κατά οκτώ χρόνια στην ειδική αρχαιότητα, στην αξιολόγηση των κριτηρίων το 1999 17 έναντι 9 και το σπουδαιότερο στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, καθόσον άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 23-7-1986 και ο συγκρινόμενος από 19.3.1995.
Η κρίση επομένως του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης να παραλείψει τον και να προαγάγει τον ανωτέρω Χ12 ήταν καταφώρως άδικη.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι, ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς των τριών πιο πάνω προαχθέντων συναδέλφων του και ότι, επομένως, η παράλειψή του είναι παράνομη, κατ' άρθρο 207 ΑΚ και παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα, καταρχήν, να αξιώσει την προαγωγή του από 1-5-2002.
Με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ, καθόσον δέχθηκε, ειδικότερα, ως προς τους τρεις πιο πάνω προαχθέντες συναδέλφους του, ο αναιρεσίβλητος υπερέχει πράγματι καταφανώς, αφού εκτός από τους τίτλους σπουδών και τον αριθμό των σεμιναρίων, που υπολείπεται αυτών, υπερέχει κατά πολύ στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (υπερτερεί κατά 10 έτη) και στη βαθμολογία και, κυρίως, υπερέχει κατά πολύ ως προς τα κρίσιμα κριτήρια για προαγωγή της ειδικής αρχαιότητας (κατά 10 έτη), όπως και της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων, αφού οι μεν 1ος και 2ος δεν άσκησαν τέτοια καθήκοντα, ενώ ο 3ος άσκησε από το έτος 1995, έναντι του αναιρεσιβλήτου που άσκησε από το έτος 1986.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ευθεία παραβίαση με ψευδή ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 207, ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρ. 201 του ίδιου Κώδικα, ως προς την πιο πάνω κρίση του Εφετείου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Το Εφετείο, ερευνώντας, περαιτέρω, την διακωλυτική ένσταση της εφεσίβλητης - αναιρεσείουσας, κατά την οποία και αν δεν προήγοντο κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1.5.2002 οι ανωτέρω υπάλληλοι της, θα προήγοντο οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου Ζ, Θ και ..., δέχθηκε τα εξής: "... Από αυτούς: 1) Ο Ζ προσελήφθη στις 17.5.1973 προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.1986 είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ και ΠΑΣΠΕ (Πολ.
Επιστημών, Δημ. Διοίκησης), έχει παρακολουθήσει τρία επιμορφωτικά σεμινάρια, γνωρίζει την Αγγλική (Intermediale), χαρακτηρίστηκε εξαίρετος κατά τα έτη 1999-2000 σε δέκα έξι κριτήρια, υπηρέτησε στο τμήμα μηχανογραφικού ελέγχου και στο τμήμα Εξωτερικού Συναλλάγματος και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 16.12.1986 και αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από 23.8.1995.
Έναντι αυτού ο ενάγων υπερτερεί στη γενική αρχαιότητα κατά 3 έτη στην αξιολόγηση και στον αριθμό των σεμιναρίων κατά δύο, υστερεί στην ειδική αρχαιότητα κατά 2έτη και στους τίτλους σπουδών, υπερέχει ελαφρά στα καθήκοντα Προϊσταμένου υπηρεσίας τα οποία άσκησε από 23.7.1986 ενώ ο συγκρινόμενος από 16.12.1986 και από τη συνολική εκτίμηση των προσόντων των προκύπτει ότι είναι ισοδύναμοι. 2) Ο Θ προσελήφθη στις 20.6.1974, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.7.1988, είναι πτυχιούχος Νομικής και ΠΑΣΠΕ, έχει παρακολουθήσει τρία επιμορφωτικά σεμινάρια, γνωρίζει την Αγγλική (Intermediale), χαρακτηρίστηκε κατά τα έτη 1999-2000 ως εξαίρετος για 14 και 16 κριτήρια αντίστοιχα και υπηρέτησε στο Τμήμα Ελέγχου Εισαγωγών της Διεύθυνσης Διεθνών Συναλλαγών και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 16.6.1986.
Έναντι αυτού ο ενάγων υπερτερεί στη γενική αρχαιότητα κατά 4 έτη, στον αριθμό σεμιναρίων και στην αξιολόγηση, υστερεί κατά 3 μήνες στην ειδική αρχαιότητα και στους τίτλους σπουδών και είναι ισοδύναμος στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων. Από τη συνολική εκτίμηση των προσόντων αυτών προκύπτει ότι είναι ισοδύναμοι και 3) Ο ...
προσελήφθη στις 15.7.1974, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1.10.1988, είναι πτυχιούχος ΠΑΣΠΕ, έχει παρακολουθήσει 2 σεμινάρια, χαρακτηρίστηκε κατά τα έτη 1999-2000 ως εξαίρετος σε 12 και 14 κριτήρια αντίστοιχα, υπηρέτησε στο υποκατάστημα ... στα τμήματα Λογιστηρίου-Γραμματείας και Εξωτερικών Εργασιών και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 15.6.1987.
Έναντι αυτού ο ενάγων υπερτερεί στη γενική αρχαιότητα κατά 4 έτη, στον αριθμό σεμιναρίων, στην αξιολόγηση και στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων προϊσταμένου υπηρεσίας, τα οποία άσκησε από 23.7.1986 ενώ ο συγκρινόμενος από 15.6.1987, είναι ισοδύναμος στην ειδική αρχαιότητα και υστερεί στους τίτλους σπουδών. Από τη συνολική εκτίμηση των προσόντων αυτών δεν προκύπτει έστω και ελαφρά υπεροχή του συγκρινόμενου.
Συνεπώς η διακωλυτική ένσταση της εναγομένης κατά την οποία στις προαγωγικές κρίσεις της 1.5.2002 και αν ακόμη δεν προήγοντο οι ανωτέρω Χ9, Χ11 και Χ12, θα προήγοντο οι προτεινόμενοι με την ένσταση της, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατόπιν τούτου η απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, με την οποία παραλείφθηκε ο ενάγων κατά τις προαγωγικές κρίσης στο βαθμό του Εντεταλμένου-Τμηματάρχη Προϊσταμένου στις 1.5.2002, είναι αντίθετη με τις αρχές της καλής πίστης και πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση της προαγωγής του στον ανωτέρω βαθμό από 1.8.2002, οπότε συνέτρεξαν στο πρόσωπο του οι κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού της εναγομένης προϋποθέσεις προαγωγής του.....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά πλειοψηφία, έκρινε ότι, από τη σύγκριση των προσόντων των τριών αυτών συναδέλφων του αναιρεσιβλήτου με εκείνα του ίδιου, δεν προκύπτει τουλάχιστον απλή υπεροχή τους έναντι του αναιρεσιβλήτου και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί η διακωλυτική ένσταση που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα και επομένως, αφού, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς των πιο πάνω τριών συναδέλφων του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίσθηκε ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου-Τμηματάρχη-Προϊσταμένου από 1-5-2002.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρ. 201 του ίδιου Κώδικα αφού, με βάση τα προσόντα των παραπάνω τριών μη προαχθέντων συναδέλφων του αναιρεσιβλήτου δεν προκύπτει πράγματι απλή υπεροχή τους έναντι αυτού. Ειδικότερα, οι τρεις πιο πάνω προαχθέντες συναδέλφοι του αναιρεσίβλητου υπερέχουν μεν ως προς τους τίτλους σπουδών και τον αριθμό των σεμιναρίων και οι 1ος και 2ος, ως προς την ειδική αρχαιότητα , η υπεροχή όμως αυτή αντισταθμίζεται από το ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί στη βαθμολογία , στο αριθμό των σεμιναρίων και στη γενική αρχαιότητα, ενώ , ως προς το κρίσιμο κριτήριο για προαγωγή της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων, ο αναιρεσείων είναι ισοδύναμος έναντι του 2ου, και υπερτερεί έναντι του τρίτου και ελαφρά έναντι του πρώτου (κατά 5 μήνες), όπως ισοδύναμοι έναντι αυτού είναι και ως προς την γνώση της Αγγλικής γλώσσας.
Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ευθεία παραβίαση με ψευδή των άνω διατάξεων, ως προς την απόρριψη της διακωλυτικής ένστασης της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, και κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2006 αίτηση για αναίρεση της 3649/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ