Supreme Court allows appeal on costs but dismisses other grounds regarding bank contract terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence regarding bank contracts and failed to address a claim for legal costs. The court dismissed the appeal on the merits of the bank contracts as inadmissible due to lack of reviewability, but found the omission of the costs claim a valid ground for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 10 KPolD; Art. 561 no. 1 KPolD; Art. 559 no. 9 KPolD: An appeal is inadmissible if the lower court's evaluation of evidence is not reviewable, but the appeal is allowed if the appellate court failed to address a specific request regarding legal costs, necessitating remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 444 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 444/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, δικηγόρου και κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.- Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡΤΑΝΚΟΣ ΑΕ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ" και με το διακριτικό τίτλο "ΜΑΡΤΑΝΚΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.- Ψ2, επιχειρηματία, κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ως νόμιμο εκπρόσωπο της ως άνω ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡΤΑΝΚΟΣ ΑΕ ΕΚΤΥΠΩΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", που εκπροσωπήθηκαν αμφότεροι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Καπερνάρο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2005 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 896/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-11-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 2.1.2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τελευταίου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρ. 160 του Κώδ. Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ.24 του Ν. 723/2977, για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και τη σύνταξη σχετικής εκθέσεως, εάν επακολουθήσει η κατά το επόμενο άρθρο 161 σύνταξη από τον δικηγόρο εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη σε αυτόν αμοιβή ορίζεται σε 1 1/2 % επί της αξίας του ακινήτου.
Εάν δεν επακολουθήσει σύνταξη εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη στον δικηγόρο αμοιβή ορίζεται στο 1/3 της ανωτέρω οριζομένης. Κατά δε το άρθρο 164 παρ. 1 του ίδιου κώδικα για την έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών ή κατασχέσεων προς διαπίστωση της ακίνητης περιουσίας προσώπου και των βαρών αυτής το ελάχιστο όριο της αμοιβής είναι συνολικά δραχμ. 60.
Εάν όμως η εργασία αυτή είναι συναφής με τον έλεγχο τίτλων ή σύνταξη εγγράφου ουδεμία οφείλεται αμοιβή. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την έρευνα στα βιβλία υποθηκών, μεταγραφών, κατασχέσεων και διεκδικήσεων, προς διαπίστωση ότι κάποιο πρόσωπο έχει ακίνητη περιουσία και εάν επ' αυτής υπάρχουν ή όχι βάρη, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου, που ενήργησε την έρευνα αυτή, συνίσταται στο χρηματικό ποσό των 60 δραχμ.
και όχι σε ποσοστό ανάλογο με την αξία του ακινήτου, δηλ. 1 1/2 % αυτής. Η αμοιβή αυτή κατά το άρθρο 160 οφείλεται μόνο όταν στον δικηγόρο δόθηκε η εντολή να ελέγξει τους τίτλους του ακινήτου και να παράσχει υπεύθυνη γνώμη περί του δικαιώματος ιδιοκτησίας επί του ακινήτου προκειμένου με βάση την έρευνα αυτή και την υπεύθυνη γνώμη του δικηγόρου να επακολουθήσει κατάρτιση δικαιοπραξίας με αντικείμενο την διάθεση (απαλλοτρίωση) του ακινήτου.
Δηλαδή από τις παραπάνω διατάξεις προβλέπονται αμοιβές για δύο διαφορετικές δικηγορικές πράξεις, ήτοι α) για απλή έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών, κατασχέσεων και διεκδικήσεων προς διαπίστωση ότι κάποιο πρόσωπο φέρεται ως ιδιοκτήτης συγκεκριμένου ακινήτου και εάν αυτό έχει ή όχι βάρη. Και η έρευνα αυτή είναι απλή και δεν απαιτεί χρόνο και ειδικές επιστημονικές γνώσεις και η αμοιβή για την εργασία αυτή είναι μικρή και ορίζεται στο πάγιο ποσό των 60 δρχμ.
και β) Για τον έλεγχο των πάσης φύσεως τίτλων και όχι μόνο την έρευνα των βιβλίων μεταγραφών, δηλαδή και μη μεταγεγραμμένων δικαστικών αποφάσεων, ιδιωτικών εγγράφων κλπ και τη βάσει της μελέτης αυτών διατύπωση υπεύθυνης γνώμης ότι το πρόσωπο έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας επί συγκεκριμένου ακινήτου και θα είναι έγκυρη η διάθεση αυτού.
Δηλαδή εργασία επίπονη, χρονοβόρα και απαιτούσα ειδικές επιστημονικές γνώσεις, γι' αυτό και η δικηγορική αμοιβή ορίζεται σε μεγαλύτερο ποσό ανάλογο με την αξία του ακινήτου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος είναι νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος δραστηριοποιείται στον τομέα των εκδόσεων και εκτυπώσεων.
Επίσης, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είναι μέτοχος και μέλος του Δ.Σ. και άλλων εταιρειών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ταφέτα ΑΕ", που δραστηριοποιείται στον τομέα κατασκευής και εμπορίας μοκεττών και ταπήτων. Οι αναιρεσίβλητοι, ενδιαφερόμενοι για την επέκταση της δραστηριότητας της παραπάνω εταιρείας και σε άλλους επιχειρηματικούς τομείς και για την ανεύρεση προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού κατάλληλου ακινήτου στην περιφέρεια του νομού Αττικής, ήλθαν στις αρχές του μηνός Φεβρουαρίου 2002 σε επαφή με τους νόμιμους εκπροσώπους της εδρεύουσας στο ...
ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εριουργικαί, Νηματουργικαί και Ταπητουργικαί Εργασίαι Υιοί Λ. Αρσάνογλου", η οποία δεν ήταν εισηγμένη στο Χ.Α.Α. και είχε δραστηριότητα συναφή προς εκείνη της εταιρείας "Ταφέτα ΑΕ", ήταν δε κυρία αγροτεμαχίου εκτάσεως 20.886,40 τ.μ. εντός της κτηματικής περιφερείας του Δήμου ...
στη θέση "...". Το ακίνητο αυτό, προερχόμενο από την συνένωση περισσότερων ομόρων αγροτεμαχίων και ευρισκόμενο εκτός μεν σχεδίου αλλά εντός ζώνης, ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, υπήρχε δε επ' αυτού βιομηχανικό συγκρότημα με αποθήκες και γραφεία συνολικής επιφανείας 6.199,43 τ.μ., το οποίο εχρησιμοποιείτο μέχρι τότε για τη λειτουργία κλωστοϋφαντουργείου και ως εκ τούτου ήταν απολύτως κατάλληλο για την εξυπηρέτηση της επαγγελματικής δραστηριότητας των αναιρεσιβλήτων.
Μετά από διαπραγματεύσεις με τους νόμιμους εκπροσώπους της ιδιοκτήτριας εταιρείας Αρσάνογλου και δεδομένου ότι αυτή δεν εμφάνιζε χρέη δυσανάλογα με την αξία των παγίων της και τον κύκλο εργασιών της ούτε από τραπεζικό δανεισμό ούτε προς ιδιώτες αλλά ούτε και μπορούσε να δημιουργήσει τέτοια χρέη, αφού είχε περιορίσει τις εργασίες της στις απολύτως αναγκαίες για τη συντήρησή της, ενώ συνάμα είχε μεγάλο πελατολόγιο και στα πάγια στοιχεία αυτής περιλαμβανόταν και το παραπάνω ακίνητο, προκρίθηκε από τους αναιρεσίβλητους ως κατάλληλη επενδυτική ευκαιρία για την επέκταση των δραστηριοτήτων τους και ως πλέον συμφέρουσα γι' αυτούς λύση η εξαγορά του συνόλου των μετοχών της ιδιοκτήτριας εταιρείας, αφού με τον τρόπο αυτό αφενός μεν θα εξασφαλιζόταν η περιέλευση της κυριότητας του ακινήτου και αφετέρου θα αποφεύγετο η εκ μέρους των καταβολή φόρου μεταβιβάσεως αρκετά υψηλού χρηματικού ποσού.
Κατόπιν αυτών οι αναιρεσίβλητοι ανέθεσαν στον αναιρεσείοντα δικηγόρο την εντολή να προβεί σε έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του προαναφερόμενου ακινήτου της άνω εταιρείας και στον από απόψεως νομιμότητας ιδρύσεως, λειτουργίας και υποστάσεως νομικό και οικονομικό έλεγχο της εταιρείας αυτής. Σε εκτέλεση της εντολής ο αναιρεσείων προέβη στον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας της εν λόγω εταιρείας επί του ακινήτου και τον έλεγχο της υπάρξεως ή μη βαρών ή διεκδικήσεων τρίτων επ' αυτού, μεταβάς για τον σκοπό αυτό στο Υποθηκοφυλάκειο Κορωπίου και αφού διαπίστωσε την ύπαρξη κυριότητας της άνω εταιρείας επί του ακινήτου και την ανυπαρξία βαρών και διεκδικήσεων τρίτων, υπέδειξε στους αναιρεσιβλήτους να προχωρήσουν στην εξαγορά της εταιρείας, χωρίς όμως να προβεί συγχρόνως και στη σύνταξη σχετικής εκθέσεως για τον έλεγχο των τίτλων που διενήργησε επί του προαναφερομένου ακινήτου.
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι με τα μνημονευόμενα στην απόφαση ιδιωτικά συμφωνητικά μεταβιβάσθηκαν στην πρώτη αναιρεσίβλητη οι μετοχές της πωλήτριας (εξαγορασθείσας) εταιρείας αντί συνολικού τιμήματος 4.094.550 ευρώ και ότι ο αναιρεσείων δικαιούται να λάβει ως νόμιμη αμοιβή για τον υπ' αυτού γενόμενο έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του προαναφερθέντος ακινήτου την προβλεπόμενη από το άρθρ. 164 του Κώδικος Δικηγόρων αμοιβή ανερχομένη σε 60 μεταλ.
δραχμές ή 24,655 ευρώ και όχι την από το άρθρ. 160 και 161 του ίδιου Κώδικα αμοιβή. Και αυτό, διότι, ο αναιρεσείων δεν προέβη, όπως αποδείχθηκε, στη σύνταξη εκθέσεως αλλά ούτε και επακολούθησε με βάση τον έλεγχο των τίτλων κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως του ακινήτου στους αναιρεσιβλήτους ούτε ακόμη και η κατάρτιση από αυτόν σχεδίου μεταβιβαστικής πράξεως αλλά ο έλεγχος έγινε για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη κυριότητας της εξαγορασθείσας εταιρείας επί του ακινήτου, καθώς και η ύπαρξη ή μη βαρών ή διεκδικήσεως τρίτων, προκειμένου να πραγματοποιηθεί ή μη η εξαγορά της εταιρείας.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 160, 161 και 164 του Κώδ. Δικηγόρων, αφού με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι α) ο έλεγχος που διενήργησε ο αναιρεσείων στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου συνίστατο στο εάν η πωλήτρια εταιρεία ήταν κυρία του ακινήτου και αν αυτό είχε ή όχι βάρη και β) ο έλεγχος αυτός δεν αποσκοπούσε στη διάθεση αυτού καθ' εαυτού του ακινήτου αλλά στην εξυπηρέτηση άλλης συναλλαγής και δη στην εξαγορά της πωλήτριας εταιρείας από την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Δεν συνιστούν δε αντιφατικές αιτιολογίες οι παραδοχές ότι ο αναιρεσείων μετέβης το Υποθηκοφυλάκειο Κορωπίου και προέβη στον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη κυριότητας της άνω εταιρείας επί του ακινήτου, καθώς και η ύπαρξη ή μη βαρών επ' αυτού και ότι, ως εκ τούτου, δικαιούται την από το άρθρ. 164 του Κώδ.
Δικηγόρων αμοιβή, αφού από το σύνολο των παραδοχών, όπως έχουν εκτεθεί παραπάνω προκύπτει αβίαστα ότι, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η ενασχόληση του αναιρεσείοντος περιορίσθηκε στην έρευνα των βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Κορωπίου για τη διαπίστωση ότι η εξαγορασθείσα εταιρεία έχει στην κυριότητά της το ακίνητο και ότι αυτό είναι ελεύθερο βαρών.
Η παραδοχή αυτή δε, σε συνδυασμό με εκείνη του ότι η εν λόγω έρευνα δεν απέβλεπε ούτε και επακολούθησε δικαιοπραξία με αντικείμενο τη διάθεση του ακινήτου αλλά έγινε προς εξυπηρέτηση της εξαγοράς της πωλήτριας εταιρείας, στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της αποφάσεως και είναι άνευ έννομης επιρροής οι διαπιστώσεις ότι ο αναιρεσείων δεν προέβη σε σύνταξη σχετικής εκθέσεως περί του γενόμενου ελέγχου των τίτλων ιδιοκτησίας ούτε σε κατάρτιση σχεδίου περί μεταβιβάσεως του ακινήτου, αφού η αξίωση αμοιβής ίσης με το 1/3 της οριζομένης στο άρθρ. 160 του Κώδ.
Δικηγόρων, για την περίπτωση που δεν συντάχθηκε έκθεση ή δεν καταρτίσθηκε σχέδιο, προϋποθέτει τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας υπό την έννοια του προδιαληφθέντος άρθρου του Κώδ. Δικηγόρων και όχι απλή έρευνα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου, όπως δέχθηκε εν προκειμένω η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο του μέρος λόγοι της αναιρέσεως δεν είναι βάσιμοι.
Επειδή ο από το άρθρ. 559 αρ. 19 λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως ιδρύεται μόνο σε περίπτωση πλημμέλειας από το ουσιαστικό και όχι από το δικονομικό δίκαιο, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρ. 534 και 535 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 534 και 535 του ΚΠολΔ, διότι, αν και δέχθηκε τους λόγους εφέσεως που αναφέρονταν στα σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης ως προς την εξόφληση της αμοιβής του αναιρεσείοντος, χωρίς να έχει προηγουμένως προσδιορισθεί η οφειλόμενη αμοιβή για κάθε επί μέρους εργασία, ώστε να κριθεί τυχόν παραβίαση των περί ελαχίστων ορίων αμοιβής του Κώδ. Δικηγόρων διατάξεων, προέβη σε αντικατάσταση αιτιολογιών χωρίς να εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι δια της συνήθους γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο και τέταρτο κατά το πρώτο του μέρος λόγους της αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλει αιτίαση από το άρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο αφενός μεν δεν έλαβε επαρκώς υπόψη του το από 12-6-2002 απόδειξη προσύμφωνο μεταβίβασης μετοχών και το από 11-9-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης μετοχών και αφετέρου δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα επισυναπτόμενα στο δεύτερο από τα πιο πάνω έγγραφα ισολογισμό και χειρόγραφο εκκαθάρισης λογαριασμού ταμείου, από τα οποία προκύπτει το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα ότι οι εντολείς του απέβλεψαν στη μεταβίβαση του ακινήτου, που αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της πωλήτριας εταιρείας και του οποίου η αξία συμπίπτει απολύτως με την αξία των μετοχών που μεταβιβάσθηκαν και εντεύθεν στη διενέργεια ελέγχου εκ μέρους του των τίτλων ιδιοκτησίας του ακινήτου.
Από τη ρητή διαβεβαίωση που εμπεριέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν κι επικαλούνται οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη και τα έγγραφα για τα οποία ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, δηλαδή τον ισολογισμό και το χειρόγραφο έγγραφο εκκαθάρισης του λογαριασμού ταμείου που είχαν επισυναφθεί στο από 11-9-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ιδίως δε ο εξ αυτών τρίτος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε "επαρκώς" υπόψη του τα αναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την επίκληση της εν λόγω πλημμέλειας αναφέρεται στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επειδή ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος. Από τις διατάξεις των άρθρ. 670 και 671 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να λάβει υπόψη οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εκτιμά δε αυτά ελευθέρως, εκτός αν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα στα οποία σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης και αυτά είναι η δικαστική ομολογία και τα δημόσια έγγραφα, καθόσον για τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους δύναμη.
Κατά δε το άρθρ. 445 του ΚΠολΔ τα γνήσια ιδιωτικά έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σε αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Επομένως, η παραπάνω αποδεικτική δύναμη (πλήρης απόδειξη) δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης αλλά μόνο στο ότι αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου.
Η εμπεριεχόμενη, συνεπώς, δήλωση, εάν δεν έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα αλλά είναι απλή ομολογία γεγονότων, συνιστά εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατ' άρθρ. 352 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος, αποδίδεται στο Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρ. 677 - 681 του ΚΠολΔ, στην οποία εφαρμόζονται οι παραπάνω διατάξεις των άρθρ. 670 και 671 του ίδιου Κώδικα, κατ' άρθρ. 681 αυτού, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ, διότι δεν προσέδωσε στα ήδη μνημονευόμενα παραπάνω από 11-9-2002 ιδιωτικά συμφωνητικά, που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους και φέρουν την υπογραφή των αντιδίκων του, την κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ αποδεικτική δύναμη, αφού δέχθηκε, στηριζόμενο σε ένορκη βεβαίωση μάρτυρα των αναιρεσιβλήτων, ότι με την αγορά των μετοχών οι τελευταίοι απέβλεψαν στην επενδυτική ευκαιρία εξαγοράς της εταιρείας, παρότι από το περιεχόμενο των ιδιωτικών συμφωνητικών, που αποτελεί πλήρη απόδειξη, προκύπτει ότι η πωλήτρια εταιρεία δεν είχε κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο εκτός από το ακίνητο, την αγορά του οποίου εκείνοι επιδίωκαν.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο συνεκτίμησε, κατ' άρθρ. 340 του ΚΠολΔ, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο των εν λόγω ιδιωτικών εγγράφων και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα δίδοντας μεγαλύτερη ή μικρότερη όχι αποδεικτική δύναμη αλλά αποδεικτική βαρύτητα σε κάποιο από αυτά.
Επειδή ο από το άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρ. 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο κατά το τρίτο του μέρος λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ήδη προαναφερθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών, από τα οποία προέκυπτε ότι μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της πωλήτριας εταιρείας, στην απόκτηση του οποίου απέβλεπαν οι αναιρεσίβλητοι με την αγορά των μετοχών ήταν το περί ου ο λόγος ακίνητο, με το να δεχθεί ότι η αγορά των μετοχών της εκδότριας εταιρείας αποτελούσε επενδυτική ευκαιρία των αντιδίκων και αποσκοπούσε στην επέκταση των εμπορικών δραστηριοτήτων τους. Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα συνεκτιμήθηκαν κατά το περιεχόμενό τους ως αποδεικτικά στοιχεία μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, με συνέπεια το Εφετείο να σχηματίσει τη γνώμη του όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο των ιδιωτικών αυτών εγγράφων. Επομένως, ο κρινόμενος από το άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
Επειδή κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αντένσταση, ένδικα μέσα) και όχι εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων και τα από αυτούς προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο του σκέλος, από το άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι τα σχέδια των δανειακών συμβάσεων, που συνέταξε και επεξεργάσθηκε ο ίδιος, ήταν πρωτότυπα και όχι συμβάσεις τρέχουσας συναλλαγής με τις τράπεζες επί των οποίων έκαμε τυπικό μόνο έλεγχο και ως εκ τούτου θεμελιώνει δικαίωμα αμοιβής για τη σύνταξή τους. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" αλλά διατύπωση επιχειρημάτων προς υποστήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος, που ελήφθησαν μάλιστα υπόψη και αξιολογήθηκαν αλλά κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ο ίδιος επικαλείτο.
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ θεμελιώνεται εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο.
Εν προκειμένω, με τον αυτό ως άνω πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι οι δανειακές συμβάσεις αποτελούν συμβάσεις προσχωρήσεως που συντάσσονται από τις τράπεζες χωρίς δικαίωμα επεμβάσεως στο περιεχόμενό τους και ότι εν πολλοίς συνιστούν τυποποιημένα σχέδια συντασσόμενα από τους υπαλλήλους των τραπεζών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα ύστερα από εκτίμηση "των αυτών ως άνω αποδεικτικών στοιχείων", δηλαδή της κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κα περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως εκείνου του Δικαστηρίου, τη μνημονευόμενη νομίμως ληφθείσα ένορκη βεβαίωση και όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Επειδή κατά το άρθρ. 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της ανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Εξάλλου, κατά το άρθρ. 193 του ίδιου κώδικα, δεν επιτρέπεται προσβολή της αποφάσεως με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υποθέσεως. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως ουσία της υποθέσεως νοείται κάθε άλλο κεφάλαιο της αποφάσεως εκτός των περί δικαστικών εξόδων.
Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο τον τελευταίο λόγο της εφέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη ύψους 1.760 ευρώ. Ο λόγος αυτός, παραδεκτώς προβαλλόμενος, εφόσον με την αναίρεση πλήττεται η ουσία της υποθέσεως υπό την προδιαληφθείσα έννοια, είναι βάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ουδόλως ασχολήθηκε με το πιο πάνω αίτημα του αναιρεσείοντος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση με άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 896/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ