Legislator Case Law & Legislation
443/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural default and evidentiary weight grounds regarding public land ownership.

Case Number 443/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the State's appeal against a lower court's decision confirming public ownership of disputed land. The appellant failed to appear or declare non-attendance, violating procedural rules, while the court found the lower court correctly assessed the evidentiary weight of documents proving the land's forest status. Consequently, the appeal was dismissed as unfounded due to both procedural non-compliance and the lower court's valid exercise of free evaluation of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 1 & 2 K.Pol.D; Art. 438 K.Pol.D; Art. 340 K.Pol.D: The Supreme Court examines cases ex officio if a respondent fails to appear, and rejects appeals where the lower court properly evaluated evidence without granting it undue weight.

Keywords

AI generated
procedural default ex officio examination evidentiary weight public land ownership free evaluation of evidence forest status dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 1 & 2 K.Pol.D
Art. 438 K.Pol.D
Art. 340 K.Pol.D
Art. 559 no. 12 K.Pol.D

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 443 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 443/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-2-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του

Κ.Πολ.Δ ορίζεται ότι "αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι", ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί". Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 57/2023, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της από 18-2-2022 με αριθ. καταθ. 4/2022 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (4-12-2024), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσίβλητος, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφερείας του Εφετείου Ιωαννίνων Θ. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθ. 27/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Γ' τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον Ε.

Σ., δικηγόρο υπό την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το άρθρο 6Α του Ν.Δ. 26-6/ 10-7/1944 (Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου). Συνακόλουθα, εφόσον ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την παραπάνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Με την από 18-2-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 27/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 27-11-2018 (αριθμ. καταθ....) έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 152/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που απέρριψε την από 26-9-2017 (αριθμ.καταθ. ...) αγωγή του περί αναγνώρισης κυριότητας και διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙΙ) Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.

Δεν περιήλθαν όμως στην κυριότητά του όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 ΒΔ της 3/15-12-1933, 1 και 3 ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι για τις εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος των εν λόγω ΒΔ είχαν τον χαρακτήρα λιβαδιού ή δάσους και για τις οποίες δεν είχαν αναγνωριστεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα τρίτων, υπάρχει υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας, το οποίο μπορούσε να ανατραπεί μόνο εφόσον αποδεικνυόταν τριακονταετής καλόπιστη νομή του τρίτου έως τις 11-9-1915 (ΑΠ 826/2018, ΑΠ 946/2017, ΑΠ 556/2012, ΑΠ 1392/2010).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν. 9 παρ.1 πανδ. (50.14), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23-2-1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ΝΔ της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης".

Πλην όμως προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, μέχρι τις 11-9-1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11-9-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 12-12-1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε καταστεί κύριος τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 893/2020, ΑΠ 1355/2014). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1-3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες:

α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας ("mulk", "arazi-i memluke") (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β. τις δημόσιες γαίες ("arazi-i empiriye") (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως ("tassaruf"), γ.

τις αφιερωμένες γαίες ("arazi-i mevkufe"), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ. τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες ("arazi-i metruke") (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο, και ε.

τις νεκρές γαίες ("arazi-i mevat") (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο. Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 147/1914 (όπως είναι η Ήπειρος) και σύμφωνα με αυτές η κυριότητα των αγρών, οι οποίοι είναι δημόσιες γαίες, ανήκει στο Δημόσιο και η παραχώρησή τους σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου), με τον οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).

Εξάλλου, από το άρθρο 78 του ίδιου ανωτέρω Οθωμανικού νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγράφων ταπίων της 7 Σαμπάν 1276, προκύπτει ότι για την κτήση του δικαιώματος αυτού της εξουσιάσεως (μόνιμης εγκαταστάσεως), αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, κατοχής και καλλιέργειας της δημόσιας γαίας, στην οποία αναφέρεται το δικαίωμα αυτό από τον εξουσιάζοντα, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αυτή είναι κατά τη φύση και τον προορισμό της καλλιεργήσιμη και δεν πρόκειται για άλλης φύσης δημόσια γαία και δεν απαιτείται να εκδοθεί στο όνομα αυτού και τίτλος (ταπί), ο οποίος έχει απλώς χαρακτήρα αποδεικτικό.

Η κτήση του δικαιώματος της εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή και καλλιέργεια, αναγνωρίσθηκε και από το άρθρο 2 του υπ' αριθ. 2468 Διατάγματος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 1072/1917, καθώς και από το άρθρο 50 του Ν. 2052/1920, εφόσον η δεκαετία της κατοχής και καλλιέργειας συμπληρώθηκε μέχρι τις 20 Μαΐου 1917.

Το ανωτέρω άρθρο 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί βοσκοτόπων και δασών, τα οποία εξουσιάζονταν μόνο με ταπί (ΑΠ 523/2000, ΑΠ 24/2020). Με το άρθρο 49 του Ν. 2052/1920 ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι όποιος έχει το δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε Δημόσιο δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, το δικαίωμα όμως αυτό του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει των άρθρων 101-104 του Διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του Ν. 1540/1938 περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στους κατά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού συνιδιοκτήτες κατά τα 4/5 του ακινήτου.

Με τη συνδρομή των άνω προϋποθέσεων το παραπάνω ακίνητο είναι περαιτέρω δεκτικό χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ΝΔ της 29-4/6-5-1926 δια του οποίου απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των επί κτημάτων του Δημοσίου δικαιωμάτων του, άρα και η επ' αυτών χρησικτησία τρίτων, απαγόρευση η οποία ισχύει από 11-9-1915 βάσει των ισχυσάντων έκτοτε δυνάμει του Ν.

ΔΞΗ/1912, δικαιοστασίων, δεν έχουν εφαρμογή επ' αυτού, επειδή κατά νόμο έπαψε να έχει το χαρακτήρα δημοσίου κτήματος και έχει καταστεί ιδιωτικό (Α.Π. 8/2024,ΑΠ 141/2018).Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π.1351/2015).

IV) Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Το επίδικο ακίνητο αποτελεί έκταση, εμβαδού 6.624,73 τετραγωνικών μέτρων, σύμφωνα με το κτηματογραφικό διάγραμμα και 6.625 τετραγωνικών μέτρων, σύμφωνα με το κτηματολογικό φύλλο, η οποία κείται στην Κοινότητα Πλαισίου της Δημοτικής Ενότητας ...

του Δήμου ..., στην θέση "...", όπως αυτή αποτυπώνεται στο, συνημμένο στην αγωγή, από τον Μάρτιο του 2016, τοπογραφικό διάγραμμα, κλίμακας 1/2.000 του δασολόγου Σ. Μ.. Σύμφωνα με την από 8 Μαρτίου 2016 έκθεση αυτοψίας του τελευταίου, η επίδικη έκταση βρίσκεται σε υπερθαλάσσιο ύψος, 500 μέτρων περίπου, απέχει από την εθνική οδό ...

περίπου 5.180 μέτρα, από την θάλασσα περίπου 8.400 μέτρα, από τον οικισμό Πλαισίου περίπου 1.300 μέτρα και από τον επαρχιακό δρόμο ... - ... περίπου 1.050 μέτρα, έχει έκθεση περίπου δυτική - νοτιοδυτική και παρουσιάζει κλίση 30 - 60% περίπου, συνορεύει ολόγυρα με δάση και δασικές εκτάσεις, ενώ το έδαφος της είναι γαιώδες - ημιπετρώδες, μετρίως βαθύ έως αβαθές, μετρίως γόνιμο έως άγονο, το οποίο εδράζεται επάνω σε ασβεστολιθικά πετρώματα, που αποτελούν το μητρικό πέτρωμα.

Τέλος, σύμφωνα με τον δασικό χάρτη Ο.Τ.Α. Πλαισίου, ο οποίος δεν έχει ακόμη κυρωθεί, έχει τον χαρακτηρισμό ΔΔ, καθώς περιλαμβάνεται στο δασικό πολύγωνο, με κωδικό ΔΔ ..., που σημαίνει ότι είχε μορφή δάσους και δασικής εκτάσεως στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 και ότι έχει μορφή δάσους και δασικής εκτάσεως στην πρόσφατη αεροφωτογραφία, οι οποίες και προσκομίζονται.

Επιπλέον, από την επιτόπια αυτοψία του προαναφερθέντος δασολόγου διαπιστώθηκε, ότι η εν λόγω έκταση σήμερα έχει μορφή δάσους, καθώς καλύπτεται από πυκνή θαμνώδη και δενδρώδη δασική βλάστηση, γκορτζιάς, πρίνου, σπάρτου, αγριελιάς, ασφάκας, ενώ δεν διαπιστώνονται ανθρωπογενείς επεμβάσεις, όπως παλαιά κτίσματα, βαθμίδες, αλώνια, γραμμές άροσης κ.λπ.

Σύμφωνα δε με το πόρισμα αυτού, η επίδικη έκταση αποτελεί δάσος κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979. Το αυτό κατέθεσε και ο, εξετασθείς για λογαριασμό του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, δασοφύλακας Β. Σ., σύμφωνα με τον οποίον, η επίδικη έκταση ήταν ανέκαθεν δασική από την ύπαρξη του Οθωμανικού Κράτους, προ του έτους 1836, χωρίς προηγουμένως να έχει αναγνωρισθεί η κυριότητα ιδιώτη επ' αυτής και χωρίς να την νέμεται κανείς για χρονικό διάστημα 30 ετών προς του έτους 1915 και, λόγω του πετρώδους και βραχώδους του εδάφους της, της εδαφικής ανεπάρκειας και ρηχότητας, των έντονων κλίσεων και των αυλακώσεων, ουδέποτε καλλιεργήθηκε, ούτε μπορούσε να καλλιεργηθεί. ..........., το ενάγον, το οποίο είχε και το βάρος αποδείξεως του ισχυρισμού του περί του χαρακτήρα της επιδίκου εκτάσεως ως δασικής, ώστε να τύχει εφαρμογής το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του, σύμφωνα με το Β.Δ.

της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών", ουδέν απέδειξε, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση, ως δημόσια γαία, περιήλθε στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, μη αρκούντων των ως άνω μαρτυρικών καταθέσεων ως μη επαρκών και μη υποστηριζομένων από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε καλλιεργήσιμη γαία, ανήκουσα κατά κυριότητα στους δικαιοπαρόχους του εναγομένου, οι οποίοι ανέκαθεν την εξούσιαζαν και δη, πολύ πριν το έτος 1900.

Ειδικότερα, την καλλιεργούσε με σιτάρι και βρώμη και την έσπερνε με άροτρο, ακωλύτως, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, πριν το 1917 και μέχρι πέντε χρόνια πριν τον επισυμβάντα, το έτος 1944, θάνατό του, ο απώτερος δικαιοπάροχος του εναγομένου, εκ πατρός πάππος του, Δ. Δ., ο οποίος, με τον τρόπο αυτόν, κατ' εφαρμογήν των προαναφερθέντων νομοθετημάτων και δη, άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου "Περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, του νόμου ΔΞΗ/1912 και του άρθρου 21 του Ν.Δ.

της 22-4/16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", κατέστη αυτοδικαίως αποκλειστικός κύριος της επιδίκου εκτάσεως και έκτοτε αυτή μπορούσε να χρησιδεσποσθεί από οποιονδήποτε. Μετά τον θάνατο του Δ. Δ., συνέχισαν να καλλιεργούν το επίδικο ακίνητο η χήρα του Ε. και οι γιοί τους Α., Β., Η.

και Γ., πατέρας του εναγομένου. Κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής και μέχρι το έτος 1958 παρέμεινε ακαλλιέργητος, με φυσική συνέπεια, λόγω της αγραναπαύσεως, να αναπτυχθεί εντός αυτού, η διαπιστωθείσα από τον δασολόγο του ενάγοντος, φρυγανική και αραιά θαμνώδης βλάστηση. Μετά τον θάνατο της Ε.

χήρας Δ. Δ., το έτος 1957, οι Α., Β. και Η. Δ., αφού ο αδελφός τους Γ., πατέρας του εναγόμενου, είχε προαποβιώσει, με την υπ' αριθμ. ... δήλωσή του ενώπιον του άλλοτε συμβολαιογράφου ... Α. Μ., η οποία μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ..., αποδέχθηκαν το εκ 25%, εξ αδιαιρέτου, ποσοστό της αποθανούσας μητέρας τους επί του επιδίκου αγρού, το οποίο κατέλιπε σε αυτούς με την υπ' αριθμ. ...

δημόσια διαθήκη της, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Ε. Α.. Τοιουτοτρόπως, ο εναγόμενος κατέστη συγκύριος αυτού κατά ποσοστό 9/48, εξ αδιαιρέτου, ενώ οι θείοι του, αδελφοί του πατέρα του, καθένας αυτών, κατά ποσοστό 13/48 εξ αδιαιρέτου. Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου ...

Α. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ..., ο εναγόμενος και οι προαναφερθέντες θείοι του, αδελφοί του πατέρα του, διένειμαν μεταξύ τους την ακίνητη περιουσία τους και ο εναγόμενος κατέστη αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου, ο οποίος, έκτοτε, παραμένει ο μοναδικός κύριος και νομέας αυτού.

Υπό τα περιστατικά αυτά, προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο, κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, αποτελούσε καλλιεργήσιμη γη και περιήλθε στην κυριότητα του απωτέρου δικαιοπαρόχου του εναγομένου με τον προαναφερθέντα τρόπο, καθιστάμενο έτσι επιδεκτικό χρησικτησίας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και ότι στο πρόσωπο του ως άνω δικαιοπαρόχου του εναγομένου συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Ως εκ τούτου, το επίδικο ουδέποτε περιήλθε στο Οθωμανικό ή στο Ελληνικό Κράτος, αλλά ανέκαθεν αποτελούσε ιδιωτική καλλιεργήσιμη έκταση, η οποία περιήλθε στην κυριότητα των απωτέρων δικαιοπαρόχων του εναγομένου, με αδιάλειπτη σειρά μεταβιβάσεων, χωρίς ποτέ να μεσολαβήσει διαδοχή από το τουρκικό ή το ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητά τους επ' αυτού διά των διαφόρων Υπηρεσιών του.

Όλα τα ανωτέρω ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, προκύπτουν και με πληρότητα αποδεικνύονται από την σαφή και μετά λόγου γνώσεως ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Λ. Φ., την οποία το Δικαστήριο θεωρεί αξιόπιστη. Και τούτο, διότι η κατάθεσή του αυτή ενισχύεται από την αποτύπωση του αποσπάσματος κτηματολογικού διαγράμματος του επιδίκου επί του ορθοφωτοχάρτη του έτους 1945 αλλά και την αποτύπωση αυτή επί δορυφορικής φωτογραφίας, που απεικονίζει την σημερινή κατάσταση, από τα οποία αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι στο ακίνητο υπάρχουν ίχνη ανθρωπογενών γραμμικών κατασκευών (πιθανόν τοιχίων αντιστηρίξεως για την διαμόρφωση αναβαθμίδων - πεζούλες), που μαρτυρούν την προγενέστερη καλλιέργειά του.

Σημειωτέον, επίσης, ότι, όπως προκύπτει από τα προσαγόμενα επίσημα έγγραφα, πλησίον του επιδίκου ακινήτου βρίσκονται ιδιοκτησίες και όχι δασικές εκτάσεις, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το ενάγον. Τα προαναφερθέντα, τα οποία έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, δεν μπορούν να ανατραπούν από την κατάθεση του εξετασθέντος, για λογαριασμό του ενάγοντος, μοναδικού μάρτυρα Β.

Σ., ούτε από τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως το ενάγον, καθόσον από τα εν λόγω στοιχεία δεν αποδεικνύονται, σε βαθμό πλήρους αποδείξεως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος, το οποίο έχει και το βάρος αποδείξεως αυτών (άρθρ. 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), πλέον του ότι οι ισχυρισμοί αυτοί του τελευταίου δεν ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως αποδείξεις, γνωματεύσεις κ.λπ.

Τέλος, αποδείχθηκε ότι, κατά την διαδικασία της κτηματογραφήσεως στην περιοχή της δημοτικής Κοινότητας Πλαισίου, το επίδικο ακίνητο έλαβε ΚΑΕΚ ... και στις αρχικές εγγραφές φέρεται ο εναγόμενος ως δικαιούχος κυριότητας αυτού, κατά ποσοστό 100%, με αιτία κτήσεως το προαναφερθέν συμβόλαιο διανομής και έτσι η σχετική εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία είναι ακριβής.".

Ακολούθως απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που εξέφερε όμοια κρίση. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήτοι πριν από την απελευθέρωση της Ηπείρου από την Τουρκική κατοχή κατά το έτος 1913 και ότι ουδόλως αποδείχθηκε από το ενάγον, που έφερε το βάρος αποδείξεως του αγωγικού ισχυρισμού του περί του χαρακτήρα της επιδίκου εκτάσεως ως δασικής, ώστε να τύχει εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του, ότι η επίδικη έκταση, ως δημόσια γαία, περιήλθε στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, ότι αντίθετα αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, κατά την εποχή της τουρκοκρατίας αποτελούσε καλλιεργήσιμη γη και περιήλθε στην κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου του εναγομένου με τον αναφερόμενο τρόπο, ήτοι κατ' εφαρμογή των αναφερομένων νομοθετημάτων (78 του Οθωμανικού νόμου "Περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, του νόμου ΔΞΗ/1912 και του άρθρου 21 του Ν.Δ.

της 22-4/16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης"), καθώς εξουσίαζε αυτό προ του έτους 1900, ακωλύτως, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας πριν το 1917 καλλιεργώντας το με σιτάρι και βρώμη και μέχρι πέντε χρόνια προ του επισυμβάντος το έτος 1944 θανάτου του, καθιστάμενο έτσι επιδεκτικό χρησικτησίας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και ότι στο πρόσωπο του ανωτέρω συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και στη συνέχεια με αδιάλλειπτη σειρά μεταβιβάσεων στην κυριότητα των αναφερομένων δικαιοπαρόχων του εναγομένου, χωρίς ποτέ να μεσολαβήσει διαδοχή από το τουρκικό ή το ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητά τους επ' αυτού δια των διαφόρων υπηρεσιών του και τέλος περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο το έτος 1958.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 4 και 7 του Ν.147/1914, 2, 3, 4, 9, 12, 34, 49, 78 του Οθωμανικού Νόμου "Περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274, 13 του νόμου "περί εγγράφων ταπίων" της 8 Δζεμαχήλ Αχίρ 1275 (ήδη έτος 1857) και εκείνες των άρθρων 24 παρ. 1 Συντ., 3 και 62 του ν.998/1979, 1 παρ. 3 του ν.δ.86/1969, 57 ν.3077/1924 (περί δασών και δασικού κώδικος), 1, 2 και 3 Β.Δ.

της 17/29-11-1836 "Περί ιδιωτικών δασών", 2 παρ.1, 4 και 37 Α.Ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και κατέληξε στο ως άνω δυσμενές για το ίδιο συμπέρασμα, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δάσος που υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών του Οθωμανικού νόμου και δεν έπαυσε ποτέ να ανήκει στη δημόσια κτήση αρχικά του Τουρκικού Κράτους και στη συνέχεια από την απελευθέρωση της Ηπείρου και μετέπειτα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου αυτού.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς το επίδικο γεωτεμάχιο, κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε ανέκαθεν αγροτικό χαρακτήρα, υπέκειτο σε ιδιωτική εξουσίαση, και δεν αποτελούσε δημόσια δασική έκταση κατά το έτος 1836. Κατά τις ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, το επίδικο αποτελεί ιδιωτική ιδιοκτησία και με βάση την ανωτέρω ακολουθία κτητικών τίτλων ο εναγόμενος έχει καταστεί πλήρης κύριος αυτού, χωρίς ποτέ το δικαίωμα κυριότητάς του, όπως και των δικαιοπαρόχων, του να αμφισβητηθεί από το ενάγον- αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μέχρι της ασκήσεως της αγωγής.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται, με βάση όσα προβάλλονται από το αναιρεσείον, σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε ανύπαρκτη παραδοχή του Εφετείου ότι το επίδικο ακίνητο έχει δασικό χαρακτήρα, αφού κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι είναι γεωργικό και περιήλθε με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, του οποίου οι δικαιοπάροχοι, άμεσος και απώτερος, ήταν αληθείς κύριοι και δεν υπάρχουν στην αιτιολογία της απόφασης παραδοχές ότι η επίδικη εδαφική έκταση, καθώς και η ευρύτερη που περικλείει και την επίδικη, θεωρείται ως δημόσια δασική, λόγω μορφολογίας, κατά τις προϊσχύουσες ή ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Επιπροσθέτως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση της παράβασης των ανωτέρω διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δηλαδή της φύσης του επιδίκου ως ιδιωτικής ιδιοκτησίας και όχι ως δημόσιας γαίας. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις του νόμου, ως προς το ζήτημα της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο.

Με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης αλλά και με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και αιτιάται ότι αυτή έχει ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την απόδειξη της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου εναγομένου με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία και την απόδειξη ότι το ακίνητο αυτό δεν αποτελούσε δημόσιο κτήμα.

Και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτή πλήρεις αν και συνοπτικές αιτιολογίες τόσο ως προς τον αγροτικό χαρακτήρα του επιδίκου, όσο και ως προς τη διηνεκή εξουσίαση του για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών με καλλιέργειες που προσιδιάζουν στη φύση του ως αγρού από τον απώτερο δικαιοπάροχο του εναγομένου, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των σχετικών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που έχουν προπαρατεθεί, τις οποίες το Εφετείο, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, όσον αφορά τα κρίσιμα αυτά ζητήματα.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΑΠ 87/2013).

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (Α.Π. 115/2022, ΑΠ31/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αιτιάται το αναιρεσείον ότι το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δεχόμενο, χωρίς να έχει προταθεί από τον εναγόμενο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου αλλά και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καλλιεργήσιμη γαία, την οποία εξουσίαζε πολύ πριν το έτος 1900 ο απώτερος δικαιοπάροχος του εναγομένου παππούς του και στη συνέχεια μετά τον επισυμβάντα το έτος 1944 θάνατό του η χήρα του και τα τέκνα του, καθώς προέβαλε επί λέξει "Το εν λόγω ακίνητο μαζί με τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο διανομής, ο εκ πατρός παππούς μου, Δ.

Δ., κάτοικος Πλαισίου ..., κατείχε και καλλιεργούσε επί τουλάχιστον μια συνεχή δεκαετία πριν το έτος 1917 χωρίς δικαστική ή άλλη αμφισβήτηση. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι το αγροτεμάχιο αποτελούσε μέρος ευρύτερης καλλιεργήσιμης έκτασης ο Δ. Δ. το εκμεταλλευόταν από πριν το έτος 1907 με τα μέσα της εποχής εκείνης, σπέρνοντας το με το άροτρο και καλλιεργώντας σιτάρι και βρώμη".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος καθώς κατά τα προεκτεθέντα ο εν λόγω ισχυρισμός προεβλήθη παραδεκτά εκ μέρους του εναγομένου προς απόκρουση της εναντίον του αγωγής. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο εναγόμενος έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου, χωρίς να έχει αποδειχθεί η εξουσίαση του επιδίκου από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του επί μια συνεχή δεκαετία προ του έτους 1917, ήτοι τουλάχιστον από το έτος 1907, από κάποιο αποδεικτικό μέσο και ότι με βάση αυτήν απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, στηριζόμενο αποκλειστικά στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου Λ.

Φ. και σε μια αποτύπωση του αποσπάσματος κτηματολογικού διαγράμματος του επιδίκου επί του ορθοφωτοχάρτη έτους 1945 και την αποτύπωση αυτή επί της δορυφορικής φωτογραφίας. Η αιτίαση, όμως, αυτή, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας και συμπεράσματα αυτού από την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.), γι' αυτό είναι απαράδεκτη (ΑΠ 255/2020, 1078/2019), σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμη, καθόσον από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη.

Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.

Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 23/2008, Ολ.Α.Π. 2/2008,Ολ.

ΑΠ 42/2000, Α.Π.242/2023, ΑΠ 1208/2019, 779/2019). Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.

Τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη και παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ., μόνο ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε τα έγγραφα ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια ( Α.Π. 1824/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας το αναιρεσείον ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και δη 1) το με αριθμ.

πρωτ. ... έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Θεσπρωτίας και το συνημμένο σ' αυτό Απόσπασμα Προσωρινού Δασικού Χάρτη και 2) την από 8-3-2016 έκθεση αυτοψίας του Δασολόγου Σ. Μ., από τα οποία αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του περί του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου και συνακόλουθα η κυριότητά του επ' αυτού. Όμως τόσο από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, όσον και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο μάλιστα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αναλύονται και σχολιάζονται εκτενώς, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα από τον αναιρεσείοντα, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί των πραγμάτων κρίση του.

Επομένως ο ερευνώμενος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν προσέδωσε στα ως άνω έγγραφα ήτοι στο με αριθμ. πρωτ. ...

έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Θεσπρωτίας με το συνημμένο σ' αυτό Απόσπασμα Προσωρινού Δασικού Χάρτη και στην από 8-3-2016 έκθεση αυτοψίας του Δασολόγου Σ. Μ., την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον παραπάνω έγγραφα δεν αποτελούν, στην προκείμενη περίπτωση, πλήρη απόδειξη, κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ., καθώς το γεγονός ότι το ανωτέρω επίδικο ακίνητο ήταν δασική έκταση και συνακόλουθα είχε την κυριότητα αυτού το Δημόσιο, δεν είναι από εκείνα για τα οποία τα πιο πάνω έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το ανωτέρω αποδεικτέο θέμα, κρίναν, μετ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, ότι δεν παρέχει άμεση απόδειξη, εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατ' άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.

Συνακόλουθα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 27/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού προς τούτο αιτήματος λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-2-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ