Supreme Court orders retrial due to missing proof of legal standing after public entity restructuring. The court found a procedural gap in establishing the successor's active standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court ordered a retrial of the appeal regarding the active standing of the Greek State. The State argued it lacked standing after its restructuring into a public foundation, while the opposing party contended the State remained the proper plaintiff. The court ruled that because the restructuring law was in effect during the hearing, the new entity's formation must be proven to continue the proceedings legally.
Legislator headnote
AI generatedArticles 52, 53, 66 of Law 4757/2020; When a public entity is restructured and a successor is established, the court must verify the successor's formation to determine active standing, and a retrial is ordered if this proof is missing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 443 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 443/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονμικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Κωνσταντίνας Μαρίνου πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) ….. και 24)…… .., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Μπάκα και δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Ερνέστου Τσακαλία και Μαρίας Γεωργιτσοπούλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και τις από 20-10-2014 και 19-3-2015 παρεμπίπτουσες αγωγές τους, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1613/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6197/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 27-5-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 και 63 ΚΠολΔ, τα οποία ρυθμίζουν, αντίστοιχα, την ικανότητα να είναι κανείς διάδικος και την ικανότητα παράστασης επί δικαστηρίου, προκύπτει ότι αν οι ως άνω διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, την ύπαρξη των οποίων το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), έλειπαν κατά την άσκηση της αγωγής, ενδίκου μέσου κλπ, ενώ υπάρχουν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η διαδικασία προχωρεί ομαλώς, γιατί κρίσιμος είναι σχετικώς ο χρόνος της τελευταίας συζήτησης, στο ακροατήριο, κατά την οποία εκδίδεται η απόφαση.
Αν όμως διαπιστωθεί η ύπαρξη των ως άνω διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης κατά την άσκηση της αγωγής, των ενδίκων μέσων κλπ. και έλλειψη αυτών κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, περίπτωση η οποία συντρέχει και οσάκις πρόκειται περί οιονεί καθολικής διαδοχής (εν όλω ή εν μέρει) νομικού προσώπου από άλλο ήδη συσταθέν προηγουμένως νομικό πρόσωπο, τότε αυτά (αγωγή, ένδικα μέσα κλπ.) δεν απορρίπτονται ως απαράδεκτα, καθόσον οι ανωτέρω προϋποθέσεις υπήρχαν κατά το χρόνο άσκησής τους, αλλά θα κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή τους, προκειμένου η δίκη να συνεχισθεί από εκείνους, που υποκαθίστανται στη θέση του ενάγοντος, εναγομένου, εκκαλούντος, εφεσίβλητου, αναιρεσείοντος, αναιρεσίβλητου κλπ. (ΑΠ 1234/2021).
Από τις διατάξεις δε των άρθρων 552, 553, 556 και 558 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης είναι: α) η ύπαρξη απόφασης που να υπόκειται σε αναίρεση, β) η άσκηση αυτής από πρόσωπο που να δικαιούται σε άσκηση αυτής και η απεύθυνσή της κατά προσώπου που να νομιμοποιείται προς τούτο, γ) η άσκηση αυτής εντός της νόμιμης προθεσμίας και, δ) η άσκηση αυτής κατά τις νόμιμες διατυπώσεις.
Εξάλλου, με το άρθρο 254 παρ.1 εδ.α του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 573 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ορίζεται ότι: "το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση...".
Η παρεχομένη από τη διάταξη αυτή εξουσία περιλαμβάνει και το, δικαίωμα του δικαστηρίου να διατάξει την προσαγωγή των αναγκαίων για το σχηματισμό της κρίσης του εγγράφων (ΑΠ 906/2020). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 52 Ν. 4757/2020 (ΦΕΚ Α'/240/01.12.2020), τροποποιήθηκε το άρθρο 26 του Ν. 4427/2016 και συστάθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.)", και για τις διεθνείς σχέσεις "Hellenic Aviation Service Provider (H.A.S.P.)", το οποίο εποπτεύεται από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, με σκοπό την παροχή, οργάνωση και ανάπτυξη των υπηρεσιών αεροναυτιλίας και τη διαχείριση και λειτουργία αεροδρομίων και υδατοδρομίων, έδρα την Περιφέρεια Αττικής και με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, με δικό της προϋπολογισμό σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο νόμο αυτό και τις εκάστοτε εφαρμοζόμενες διατάξεις περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. {Σημειώνεται ότι από την προηγούμενη διατύπωση του άρθρου 26 παρ. 1 του Ν. 4427/2016 (ΦΕΚ Α 188) η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, υπαγόμενη στον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων λειτουργούσε ως αυτοτελής δημοσία υπηρεσία με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια}.
Με την παρ. 1 του άρθρου 53 του ίδιου, ως άνω Νόμου, προστέθηκε άρθρο 26Α στο Ν. 4427/2016 και ορίσθηκε ότι: "Η αυτοτελής δημόσια υπηρεσία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας", η οποία υπάγεται στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, καταργείται. Στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου, στον βαθμό που αφορούν στην εν λόγω αυτοτελή δημόσια υπηρεσία, υπεισέρχεται ως καθολικός διάδοχος το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας" που συστήνεται με το άρθρο 26," ενώ, με την παρ. 2 του ίδιου, ως άνω, άρθρου ορίσθηκε ότι: "Εκκρεμείς δίκες ή δικαστικές υποθέσεις του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες αφορούν στην καταργηθείσα αυτοτελή δημόσια υπηρεσία, σε οποιοδήποτε δικονομικό στάδιο και αν βρίσκονται, ενώπιον οποιουδήποτε αρμόδιου πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου και εισαγγελικής ή ανακριτικής αρχής συνεχίζονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας".
Με το άρθρο 78 παρ. 1 ορίζεται ως χρόνος έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού η δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (1.12.2020). Ωστόσο με τη διάταξη του άρθρου 66 του ιδίου ως άνω νόμου 4745/2020 με τον παράτιτλο "Έναρξη λειτουργίας Υ.Π.Α. Προσθήκη του άρθρου 30Ε στο ν. 4427/2016" προστέθηκε το άρθρο 30 Ε με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Έναρξη λειτουργίας Υ.Π.Α.
Η λειτουργία της Υ.Π.Α. ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου σύμφωνα με όσα προβλέπονται αρχίζει με τη συγκρότηση του Διοικητικού της Συμβουλίου σε σώμα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 30Β. Μέχρι τη συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου, ο διατελών Διοικητής και τα λοιπά υφιστάμενα όργανα διοίκησης της αυτοτελούς υπηρεσίας "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας" συνεχίζουν να ασκούν κάθε αρμοδιότητα που τους έχει ανατεθεί βάσει της κείμενης νομοθεσίας".
Τέλος με το άρθρο 30 Β του Ν.4427/2016 που προστέθηκε με το άρθρο 63 του Ν.4745/2020 και με τον παράτιτλο "Συγκρότηση Διοικητικού Συμβουλίου Υ.Π.Α. Προσθήκη του άρθρου 30 Β στο ν. 4427/2016" ορίζεται στην παρ. 1 (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) ότι: "Το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτείται σε σώμα με απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών και αυτού προεδρεύει ο Διοικητής.
Μετά τη συγκρότησή του το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει Αντιπρόεδρο". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η έχουσα μετά το Ν. 4475/2020 νομική προσωπικότητα Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, αρχίζει τη λειτουργία της και συνακόλουθα νομιμοποιείται η ίδια παθητικά σε δίκες που την αφορούν υπό την ιδιότητά της ως οιονεί καθολικής διαδόχου του Ελληνικού Δημοσίου, μετά τη συγκρότηση σε σώμα του διοικητικού της συμβουλίου, καθότι τότε αρχίζει η λειτουργία της ως αυτοτελούς νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και παύει η λειτουργία της ως αυτοτελούς υπηρεσίας του Ελληνικού Δημοσίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συνεκδικάστηκαν οι ακόλουθες τρεις αγωγές κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου: Α). η από 20-2-2014 με αρ.
εκθ. καταθέσεως 25119/624/2014 κύρια αγωγή όλων των αναιρεσιβλήτων, με τη οποία ισχυρίστηκαν ότι είναι πρώην εργαζόμενοι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ο. Α. Α.Ε", στην οποία απασχολήθηκαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως ιπτάμενοι χειριστές αεροσκαφών μέχρι και τη θέση αυτής σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης με την 5714/2-10-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ότι, με την ΥΠΑ/Δ9/Β/38747/12747/12-11-2010 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που εκδόθηκε κατά τα οριζόμενα στο Ν. 3717/2008, μεταφέρθηκαν στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ), στην οποία παρείχαν τις υπηρεσίες τους, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις ειδικότητας χειριστών αεροσκαφών, μέχρι το Νοέμβριο του 2013, οπότε τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, κατά παράβαση τόσο των υπερνομοθετικής ισχύος συνταγματικών και κοινοτικών διατάξεων, όσο και των διατάξεων του άρθρου 90 του Ν. 4172/2013, αλλά και του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή και συνεπώς η θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας, είναι άκυρη, το δε εναγόμενο αρνούμενο να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους έχει περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη, υποχρεούμενο αφ' ενός να τους απασχολεί, αφ' ετέρου να τους καταβάλει, τόσο το σύνολο των αποδοχών τους για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της διαθεσιμότητας, όσο και το υπόλοιπο ποσοστό των αποδοχών τους, το οποίο δεν τους κατέβαλε κατά τον χρόνο ισχύος της διαθεσιμότητας.
Ότι άλλως, σε περίπτωση που κριθεί νόμιμη η απόλυσή τους, το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ζήτησαν δε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους (αρθρ.224 ΚΠολΔ), α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της κατά τα άνω suigeneris καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στις θέσεις εργασίας που κατείχαν πριν τη θέση τους σε διαθεσιμότητα, καταβάλλοντας τους τις νόμιμες αποδοχές τους, με την απαγγελία χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς του να συμμορφωθεί με το διατακτικό της απόφασης, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα, για τους μήνες Δεκέμβριο 2013 έως και 28-11-2014 το υπόλοιπο 25% των αποδοχών τους (εφόσον, όπως διευκρίνισαν με τις προτάσεις τους, συνέχισαν και μετά την 31-7-2014 να λαμβάνουν το 75% αυτών), άλλως επικουρικά τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, για τις παροχές των άρθρων 34 και 34Α του ν. 2682/1999, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για τον καθ' ένα με το νόμιμο τόκο, όπως ειδικότερα αναφέρεται.
Β) η από 20-10-2014 (αυξ. αρ. καταθ. 119117/4063/2014) παρεμπίπτουσα (συμπληρωματική) αγωγή των 1ου, 2ου, 3ου, 5ου, έως 13ου, 15ου, 16ου, 18ου, 20ου έως 24ου, εκ των εναγόντων της κύριας αγωγής με την οποία, επικαλούμενοι τα ίδια περιστατικά, καθώς και νέους λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω και της εκτιθέμενης νομοθε-τικής παρέμβασης που έγινε εκ των υστέρων, ζήτησαν, συμπληρωματικά, αποδοχές υπερημερίας για μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι από 1-12-2014 έως 31-5-2015, και συγκεκριμένα, μετά από τη διευκρίνιση ότι το εναγόμενο πάρετεινε τη διαθεσιμότητα μέχρι το Μάρτιο του 2015 και εξακολούθησε μέχρι τότε να τους καταβάλλει το 75% των αποδοχών τους, και το συνακόλουθο παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους, α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, για τις αποδοχές υπερημερίας και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, για τις παροχές των άρθρων 34 και 34Α του ν. 2682/1999, τα αναφερόμενα για τον κάθε ένα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Γ). η από 19-3-2015 (αυξ. αρ. καταθ. 44448/1491/2015) παρεμπίπτουσα (συμπληρωματική) αγωγή, των 14ου και 17ου εκ των ως άνω εναγόντων (2 εκ των εναγόντων της πρώτης αγωγής), με την οποία επικαλούμενοι τα ίδια περιστατικά, καθώς και νέους λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω και της εκτιθέμενης νομοθετικής παρέμβασης που έγινε εκ των υστέρων, ζήτησαν, συμπληρωματικά, αποδοχές υπερημερίας για μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι από 1-12-2014 έως 31-5-2015, και συγκεκριμένα, μετά από τη διευκρίνιση ότι το εναγόμενο παρέτεινε τη διαθεσιμότητα μέχρι το Μάρτιο του 2015 και εξακολούθησε μέχρι τότε να τους καταβάλλει το 75% των αποδοχών τους, και το συνακόλουθο παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους, α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, για τις αποδοχές υπερημερίας και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει, για τις παροχές των άρθρων 34 και 34Α του ν. 2682/1999, τα αναφερόμενα για τον κάθε ένα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη με αριθμό 1613/2016 απόφαση δέχτηκε τις αγωγές ως νόμιμες και εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμες, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στις θέσεις που κατείχαν προηγουμένως και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο.
Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 18-4-2018 και με αριθμό κατάθεσης 38479/26843/2018 έφεσή του, οι δε ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι την από 9-3-2018 με αρ. κατάθεσης 24294/1673/2018 έφεσή τους. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη με αριθμό 6197/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού δέχθηκε τυπικά τις ως άνω εφέσεις τις απέρριψε κατ' ουσίαν.
Στη συνέχεια το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 27-5-2020 υπό κρίση (αρ. κατάθ. 2914/327/2-6-2020) αίτηση αναίρεσης της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως νομιμοποιούμενο ενεργητικά κατά την άσκηση του ως άνω ενδίκου μέσου. Σύμφωνα, με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 52, 53 και 66 Ν. 4757/2020, κατά το χρόνο της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (1-2-2022), ήδη ίσχυε από 1-12-2020 ο ως άνω νόμος, με τον οποίο θεσπίστηκε η κατάργηση της αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την ονομασία Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) και η καθολική διαδοχή του ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία Υ.Π.Α., που συστάθηκε με την πρώτη, ανωτέρω, διάταξη, το οποίο (ΝΠΔΔ) υπεισέρχεται αυτοδικαίως, λόγω καθολικής διαδοχής, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που το αφορούν, σε όποιο δικονομικό στάδιο ευρίσκονται ακόμη και στον Άρειο Πάγο, μετά τη συγκρότηση σε σώμα του διοικητικού του συμβουλίου, καθότι τότε, ως προεκτέθηκε στην ως άνω οικεία μείζονα σκέψη, αρχίζει η λειτουργία του, ως αυτοτελούς νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και νομιμοποιείται ενεργητικά για τη συνέχιση των εκκρεμών δικών υπό την ιδιότητά του ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ελληνικού Δημοσίου.
Η ένδικη διαφορά, υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά, αφορά στην αυτοτελή δημόσια υπηρεσία του ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, με την ονομασία Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α) και εφόσον η συζήτηση της υπόθεσης (1-2-2022) είναι μεταγενέστερη της ισχύος του ως άνω νόμου (1-12-2020), με τον οποίο επήλθαν οι προαναφερόμενες μεταβολές στη νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, όσον αφορά τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν υποθέσεις της Υ.Π.Α., όπως η κρινόμενη, κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκε κενό, που χρειάζεται συμπλήρωση και συγκεκριμένα δημιουργήθηκε αμφιβολία στο δικαστήριο, ως προς τη διαδικαστική προϋπόθεση της ενεργητικής νομιμοποίησης, που ερευνάται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), αν δηλαδή νομιμοποιείται ενεργητικά το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ή σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο ο καθολικός διάδοχος αυτού το ΝΠΔΔ ΥΠΑ. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν, από τον επιμελέστερο των διαδίκων, έγγραφα για τη συγκρότηση σε σώμα του διοικητικού συμβουλίου του ΝΠΔΔ ΥΠΑ και την έναρξη της λειτουργίας του, , που είναι αναγκαία για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου για το ως άνω ζήτημα, ώστε να συνεχιστεί νομότυπα η παρούσα δίκη, από εκείνον, που σύμφωνα με τον ως άνω νόμο έχει την ιδιότητα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, της από 27-5-2020 (αρ. κατάθ. 2914/327/2-6-2020) αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 6197/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα, από τον επιμελέστερο των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ