Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on public sector benefit distribution and equality claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding procedural default for absent defendants but allowed the appeal on the merits of the substantive case. The State argued for the legality of a specific non-salary benefit and the distinction between permanent and fixed-term forestry workers, while plaintiffs claimed violations of equality principles. The court upheld the lower court's decision, rejecting the State's argument that equality requires identical treatment in illegal acts and affirming the administrative discretion to extend benefits based on fiscal conditions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine a case sua sponte if a party is absent, and if the appeal is admissible on the merits, it must be heard on the substance, rejecting arguments that equality in law implies equality in illegality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 443 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 443/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Νικόλαο Κουφογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) …, και 26) …. Οι 7ος, 9ος, 11η, 15ος, 16η και 24ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 8ος, 10η, 11η, 12η, 14η, 17ος, 18ος, 19η, 20η, 21η, 22ος, 23η, 25ος και 26η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Στέλλα Συλεούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3047/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 13/6/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση (ΑΠ 963/2020, ΑΠ 740/2016, 593/2016). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.925Γ/5-10-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Σ., προκύπτει ότι την συζήτηση της υπό κρίση από 13/6/2018, με αριθμ.καταθ. (γενικό) 58578/2018 και (ειδικό) 96/2018, αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν οι εξής αναιρεσίβλητοι: 1) …, και 20) … οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, στους οποίους έδωσαν προς τούτο την ειδική πληρεξουσιότητα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ειδικά πληρεξούσια.
Επομένως ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς η συζήτηση θα χωρήσει αντιμωλία των διαδίκων.
Περαιτέρω όμως δεν εμφανίστηκαν να παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο οι εξής αναιρεσίβλητοι: 1)Π. Ρ. του Β., κάτοικος ..., 2)Γ. Β. του Γ., κάτοικος ..., 3)Μ. Κ. του Κ., κάτοικος ..., 4)Μ. Μ. του Β., κάτοικος ..., 5)Ε. Χ. του Σ., κάτοικος ..., 6)Γ. Ζ. του Π., κάτοικος ..., Αυτοί δεν επισπεύδουν την συζήτηση της αναίρεσης δεν προσκομίζονται γι'αυτούς σχετικά έγγραφα που να το αποδεικνύουν), ούτε κλητεύθηκαν να παραστούν από κάποιον διάδικο.
Επομένως ως προς αυτούς η συζήτηση πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη. Με την κρινόμενη αίτηση υπ'αριθμ.καταθ. 58578/96/2018 (από 13-6-2018) του Ελληνικού Δημοσίου, ζητείται η αναίρεση της υπ'αριθμ.3047/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία συνεκδίκασε την από 16-9-2014 υπ'αριθμ.καταθ.1725/17-9-2014 έφεση του ιδίου με τον επ'αυτής πρόσθετο λόγο που ασκήθηκε με τις προτάσεις του (εκκαλούντος - εναγομένου) κατά της υπ'αριθμ.17/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Με την τελευταία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή (υπ'αριθμ.καταθ.470/1-4-2013) αναφορικά με τους 17ο, 22ο, 24ο και 26ο των εναγόντων και στο σύνολο της αναφορικά με τους λοιπούς ήδη αναιρεσίβλητους δασικούς υπαλλήλους του αναιρεσείοντος - εναγομένου, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.) και ειδικότητας Δασοπόνου του Ελληνικού Δημοσίου και δη των Περιφερειακών Δασικών Υπηρεσιών του, και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σ'αυτούς, νομιμότοκα τα ποσά που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση.
Ακολούθως με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη υπ'αριθμ.17/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή εν μέρει η άνω αγωγή, αναγνωρίστηκε ότι οι ενάγοντες είναι δικαιούχοι των ένδικων δύο επιδομάτων (αρθρ.8 παρ.1 ν.2342/1995) και μέρους του δεύτερου (άρθρ.24 παρ.2 ν.3205/2003 και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες νομιμότοκα τα αναφερόμενα σ'αυτήν ποσά για τον καθένα των είκοσι έξι (26) εναγόντων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 18/6/2018 ήτοι εντός δύο ετών από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (27-6-2016), σύμφωνα με τα άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ (βλ.Ολ.ΑΠ 10/2018), αφού δεν προκύπτει επίδοσης αυτής (προσβαλλόμενης).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων στο άνω δικόγραφο λόγων αναίρεσης (αρθρ.577 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό η υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ' αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξ άλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Πα την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α') και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή.
β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.
Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') ως ειδική παροχή...
διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1- 2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12- 2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα υπουργεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών.
Ειδικότερα, όσον αφορά τους επαλλήλους των περιφερειών, με την 2/41289/0022/25-7-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 14 ν. 3016/2002, ορίσθηκαν (άρθρο 1 παρ. 1 αυτής) τα εξής: "Χορηγείται μηνιαία ειδική παροχή:
α. στους υπαλλήλους των περιφερειών που δεν είναι δικαιούχοι άλλου αντίστοιχου ή μεγαλύτερου ποσού από επίδομα ή αποζημίωση από ειδικό λογαριασμό περιφέρειας ή άλλου φορέα, με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων της αρ. 50908/31-7-02 κ.υ.α., μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997.
β. στους αποσπασμένους από άλλες δημόσιες υπηρεσίες, ο.τ.α. α' και β' βαθμού ή ν.π.δ.δ. στις περιφέρειες". Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίστηκε το ύψος της ειδικής αυτής παροχής ανάλογα με την κατηγορία και τα έτη υπηρεσίας, καθώς και ότι αυτή θα χορηγηθεί κατά το ήμισυ (50%) από 1-1-2002 και το σύνολο αυτής (100%) από 1-7-2002.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" και ορίζει ότι: "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ ως προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες στις οποίες διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (Ολ.
Α.Π. 16 και 17/2015). Tέλος κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν.3205/2003 εκδόθηκε η με αριθμό 2/7093/0022/5-2-2004 κοινή Υπουργική Απόφαση "Επέκταση των διατάξεων του ν.3205/2003 στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο ΝΠΔΔ και ΟΤΑ" όπου στην παραγρ.7 αυτού ορίζεται ότι: "1.Οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15, 16, 17, 18, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26 του άρθρου 27 παρ.2 και του άρθρου 28 του Ν.3205/2003 (297/Α/23.12.2003) Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις, επεκτείνονται και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία εφαρμόζεται βεβαίως υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω.
Εξ άλλου, όπως προαναφέρθηκε, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015), εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (Ολ.
Α.Π. 13/2003). Γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς, ήτοι όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και η άλλη σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα (Α.Π. 1495/2012).
Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.
Προς μεταφορά της ανωτέρω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εκδόθηκε αρχικώς το π.δ. 81/2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου" (ΦΕΚ Α 77), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 2-4-2003 και είχε αρχικά εφαρμογή τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα και στη συνέχεια, ειδικά όσον αφορά τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, το π.δ. 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 19-7-2004.
Με το τελευταίο προεδρικό διάταγμα ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας" (άρθρο 2 παρ. 1). "Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος νοείται ως:
α) "Εργαζόμενος ορισμένου χρόνου", κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση ή σχέση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου και η λήξη της καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως ιδίως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή αποπεράτωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου αποτελέσματος, β) "Αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου", κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στον ίδιο φορέα ή επιχείρηση και απασχολείται σε ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων του.
Όπου δεν υπάρχει "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" στον ίδιο φορέα ή επιχείρηση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στην οικεία συλλογική σύμβαση ή όταν δεν υπάρχει τέτοια, με αναφορά στην εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή, εάν δεν υπάρχει, στην κείμενη νομοθεσία, γ) "Δημόσιος τομέας", ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003.
δ) "Σύμβαση", η σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, ε) Όπου αναφέρεται ο όρος "επιχείρηση" ή "εκμετάλλευση" ή "εργοδότης" νοείται και η δημόσια υπηρεσία, το Ν.Π.Δ.Δ. ή ο φορέας με τον οποίο έχει συναφθεί η αντίστοιχη σύμβαση" (άρθρο 3). "Όσον αφορά στους όρους και στις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση τους είναι ορισμένου χρόνου, να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου.
Κατ' εξαίρεση και μόνον επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση κάθε φορά που συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν" (άρθρο 4 παρ. 1). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης απαγορεύεται η διάκριση των "εργαζομένων ορισμένου χρόνου" σε σχέση με τους "αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου", όσον αφορά στις "συνθήκες απασχόλησης", που γίνεται από μόνο το λόγο ότι η σύμβασή τους είναι ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από "αντικειμενικούς λόγους".
Στην δε έννοια των "αντικειμενικών λόγων", που μπορούν κατ' εξαίρεση να δικαιολογήσουν την κατ' αρχήν απαγορευμένη διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου, που ερείδεται αποκλειστικά στο χαρακτηρισμό της οικείας σύμβασης ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου, συγκαταλέγονται λόγοι ξένοι προς τη διάκριση που ερείδεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι πρόκειται για σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου.
Ειδικότερα οι απασχολούμενοι από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δασολόγοι αφενός και οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου εποχικοί δασολόγοι αφετέρου αποτελούν διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων. Τούτο διότι οι πρώτοι τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες απασχόλησης όσον αφορά την πρόσληψη, την υπηρεσιακή εξέλιξη και τη λύση της εργασιακής τους σχέσης, διαθέτουν αυξημένα προσόντα και δεξιότητες και έχουν ευρύτερες αρμοδιότητες και καθήκοντα σε σχέση με τους δεύτερους, οι οποίοι έχουν επιβοηθητικό ρόλο, καλύπτοντας κυρίως τις αυξημένες κατά τη διάρκεια του θέρους ανάγκες προστασίας των δασών, γεγονός που αποτελεί και το δικαιολογητικό λόγο της πρόσληψής τους.
Τέλος κατά το άρθρο 8 παρ. 1 ν. 2342/1995: "Στους μόνιμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δασικούς υπαλλήλους και οδηγούς οχημάτων δασικών υπηρεσιών που απασχολούνται με τη δασοπροστασία της χώρας παρέχεται επίδομα ειδικών συνθηκών, το ύψος του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, που εκδίδεται εντός δύο (2) μηνών το βραδύτερο από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου".
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η 3369/5-12-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, με την οποία ορίσθηκαν τα εξής: "Καθορίζουμε το ύψος του επιδόματος ειδικών συνθηκών που χορηγήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 ν.2342/1995 στους μόνιμους και όχι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δασικούς υπαλλήλους (δασολόγους - δασοπόνους - δασοφύλακες - δασοπυροσβέστες) και οδηγούς οχημάτων των δασικών υπηρεσιών που απασχολούνται με τη δασοπροστασία της χώρας, όπως αυτή καθορίζεται από το άρθρο 36 παρ.1 του ν.1845/1989 σε εξήντα χιλιάδες (60.000) δραχμές μηνιαίως.
Η χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος ειδικών συνθηκών στους απασχολούμενους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δασοπόνους - δασολόγους του εναγομένου και όχι στους απασχολούμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου εποχικούς δασοπόνους - δασολόγους αυτού δεν συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση υπέρ των πρώτων και σε βάρος των δευτέρων ούτε συνιστά παράβαση του άρθρου 4 παρ.1 π.δ.164/2004, αφού κατά τα προεκτεθέντα οι πρώτοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία εργαζομένων από τους δεύτερους.
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αγωγή τους οι ενάγοντες - ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν τα εξής: Ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο ως δασικοί υπάλληλοι (δασοπόνοι) της κατηγορία ΤΕ, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, και απασχολήθηκαν στις αναφερόμενες Περιφερειακές Δασικές Υπηρεσίες αυτού, της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στα αναλυτικά αναφερόμενα καθήκοντα δασοπροστασίας κατά τις αναλυτικά αναφερόμενες για τον καθένα απ'αυτούς διακρίσεις Υπηρεσίας και ημερομηνίας πρόσληψης.
Ότι κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (αρθρ.4 παρ.1, 22 παρ.1 εδ.β', του Συντάγματος και αρθ.119 της συνθήκης της ΕΟΚ) με βάση δε α)την εκδοθείσα κατ'άρθρο 21 ν.3205/2003 με αριθμό 2/7093/0022/5-2-2004 κοινή Υπουργική απόφαση, β)την οδηγία 1999/70/Ε4 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28-6-1999, κατά τις αναλυτικά για τον καθένα απ'αυτούς χρονικές περιόδους, εντός του χρονικού διαστήματος 1/1/2010 - 31/10/2011 δεν λάμβαναν:
α) το επίδομα ειδικών συνθηκών του άρθρου 8 § 1 του ν. 2342/1995, ποσού 146,74 ευρώ μηνιαίως, β) την κατά το άρθρο 24 § 2 του ν. 3205/2003 "προσωπική διαφορά", άλλοτε μηνιαία ειδική παροχή των υπαλλήλων των (κρατικών) Περιφερειών, ποσού 249,45 ευρώ, που είχε θεσπιστεί με την 2/41289/0022/25-7-2022 ΚΥΑ, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, όπως αυτή είχε μειωθεί κατά τις διατάξεις του ν. 3833/2010, στο ποσό των 219,52 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/1/2010 έως 31/5/2010 και στο ποσό των 201,96 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/6/2010 έως 31/10/2011, παρά το γεγονός ότι απασχολούνταν κατά όμοιο τρόπο και με τις ίδιες συνθήκες με τους συναδέλφους τους δασικούς υπαλλήλους της αυτής κατηγορίας και των αυτών Υπηρεσιών, οι οποίοι συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και λάμβαναν τα άνω επιδόματα.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζητούσαν να αναγνωριστούν δικαιούχοι των ανωτέρω επιδομάτων κατά τη χρονική περίοδο από την 1-1-2010 έως τις 31-10-2011 και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει, κατά τους αναλυτικά εκτιθέμενους υπολογισμούς, στην πρώτη από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.789.60 ευρώ, στη δεύτερη από αυτούς το συνολικό ποσό των 1.545,89 ευρώ.
στην τρίτη από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.789,60 ευρώ. στην τέταρτη από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.789,60 ευρώ, στην πέμπτη από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.789,60 ευρώ, στην έκτη από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.545,51 ευρώ, στον έβδομο από αυτούς το συνολικό ποσό των 4.533,10 ευρώ. στον όγδοο από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.789,60 ευρώ, στον ένατο από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.789,60 ευρώ, στη δέκατη από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.789,60 ευρώ, στην ενδέκατη από αυτούς το συνολικό ποσό των 1.394,80 ευρώ, στη δωδέκατη από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.440,90 ευρώ.
στη δέκατη τρίτη από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.789,60 ευρώ, στη δέκατη τέταρτη από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.789.60 ευρώ, στο δέκατο πέμπτο από αυτούς 2.475,77 ευρώ, στη δέκατη έκτη από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.789,60 ευρώ, στο δέκατο έβδομο από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.533,89 ευρώ στον δέκατο όγδοο από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.475,77 ευρώ, στη δέκατη ένατη από αυτούς το συνολικό ποσό των 2.789,60 ευρώ, στην εικοστή απ'αυτούς το συνολικό ποσό των 2.789,60 ευρώ, στην εικοστή πρώτη απ'αυτούς το συνολικό ποσό των 2.777,97 ευρώ, στον εικοστό δεύτερο απ'αυτούς το συνολικό ποσό των 4.258,15 ευρώ, στην εικοστή τρίτη απ'αυτούς το συνολικό ποσό των 4.660,95 ευρώ, στον εικοστό τέταρτο απ'αυτούς το συνολικό ποσό των 4.258,15 ευρώ, στον εικοστό πέμπτο απ'αυτούς το συνολικό ποσό των 2.603,62 ευρώ και στην εικοστή έκτη απ'αυτούς το συνολικό ποσό των 4.258,15 ευρώ, σε όλους με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Μετά από συζήτηση κατ'αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση η οποία, αφού δέχθηκε εν μέρει, μόνο αναφορικά με τους δέκατο έβδομο, εικοστό δεύτερο, εικοστό τέταρτο και εικοστή έκτη των εναγόντων, ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση παραγραφής που πρότεινε το εναγόμενο, ενώ απέρριψε την ίδια ένσταση ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το λοιπό μέρος της αναφορικά με τους ίδιους ενάγοντες και στο σύνολο της αναφορικά με τους λοιπούς ενάγοντες, κατά παραδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμης της αντένστασης διακοπής της παραγραφής που προτάθηκε από όλους τους ενάγοντες, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή αναφορικά με τους 17°, 22°, 24° και 26η των εναγόντων και στο σύνολο της αναφορικά με τους λοιπούς ενάγοντες, αναγνώρισε ότι αυτοί είναι δικαιούχοι των επιδίκων επιδομάτων για τις αναφερόμενες για τον καθένα από αυτούς χρονικές περιόδους και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα σ'αυτήν για τον καθένα τους αναφερόμενα ποσά.
Μετά από έφεση του εναγομένου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε αυτήν και τους πρόσθετους λόγους της, και στη συνέχεια έκανε δεκτή κατά ένα μέρος, ως προς όλους τους ενάγοντες την αγωγή, δεχθέν, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής: "Κατά την αγωγικά κρίσιμη χρονική περίοδο από την 1-1-2010 μέχρι τις 31-10-2011 οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και δη από τις παρακάτω αναφερόμενες αποκεντρωμένες διοικήσεις αυτού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ως πτυχιούχοι Δασοπόνοι Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), απασχολούμενοι όλοι τους σε καθήκοντα δασοπροστασίας ήτοι στην προστασία των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων, των δασικών βοσκοτόπων, της ως αναδασωτέων χαρακτηριζομένων εδαφών, των αλσών και των πάρκων αναψυχής των εθνικών δρυμών και αισθητικών δασών των υπό καθεστώς προστασίας υπαγομένων σπάνιων φυτών της άγριας χλωρίδας και μνημείων της δασικής φύσης από κάθε κίνδυνο από τον οποίο απειλούνται και ιδιαίτερα τις πυρκαγιές, την όξινη βροχή, την παράνομη υλοτομία, εκρίζωση, εκχέρσωση και βόσκηση καθώς και την παράνομη κατάληψη, οικοπεδοποίηση, περίφραξη και ανέγερση κάθε μόνιμου ή πρόχειρου κτίσματος ή παραπήγματος, β) στην προστασία της πανίδας και των βιοτόπων, στην εποπτεία για την τήρηση των περί θήρας κανόνων, στη φύλαξη και στην άσκηση ελέγχου στις κυνηγετικές περιοχές, στη φύλαξη των καταφύγιων άγριας ζωής και των εκτροφείων θηραμάτων, καθώς και στην προστασία του αλιευτικού πλούτου των ορεινών ιχθυοτρόφων ρευμάτων και στην άσκηση ελέγχου της αλιείας σε αυτά, γ) στη μέριμνα για την καταπολέμηση εντόμων και μυκήτων καθώς και κάθε παθογόνου αιτίας που προσβάλλει τα δάση, τις τεχνητές δασικές φυτείες και γενικότερα τη δασική βλάστηση, δ) στη φύλαξη των δημόσιων δασικών κτιρίων και εγκαταστάσεων των δασικών φυτωρίων, των έργων δασικής οδοποιίας και δασικών μεταφορικών εγκαταστάσεων διευθέτησης λεκανών απορροής χειμάρρων και βελτίωσης ορεινών βοσκοτόπων, των επιφανειών στις οποίες ενεργούνται δασικές ερευνητικές εργασίες και γενικότερα κάθε έργου δασικής ανάπτυξης και εξυπηρέτησης, ε) στην άσκηση ελέγχου στη διακίνηση των_ κάθε είδους δασικών προϊόντων και στη λήψη των απαραίτητων μέτρων για την πρόληψη και καταστολή παρανομιών κατά τις μεταφορές δασικών προϊόντων διατάξεις, στ) στην περίφραξη δασών δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, στην τοποθέτηση οροσήμων και ρυθμιστικών, υπομνηστικών και πληροφοριακών πινακίδων και στη φύλαξη αυτών από παράνομες μετατοπίσεις και φθορές, ζ) στην παρακολούθηση της σωστής εφαρμογής από τους εκμεταλλευτές μελετών αντιμετώπισης των επιπτώσεων στο περιβάλλον, καθώς και στην άσκηση ελέγχου για την αποτροπή δυσμενών επιπτώσεων στα δάση από τη λειτουργία μεταλλευτικών, λατομικών και βιομηχανικών εκμεταλλεύσεων (όπως συνάγεται από τη μη ειδική αμφισβήτηση από το εναγόμενο των σχετικών αγωγικών αιτιάσεων), μη λαμβάνοντας οποιοσδήποτε από αυτούς οποιοδήποτε ποσό για τα επίδικα επιδόματα [ποσού 146,74 ευρώ μηνιαίως για το επίδομα ειδικών συνθηκών εργασίας, ποσού 72,78 ευρώ μηνιαίως ως μέρος (λόγω συμψηφισμού) για το δεύτερο επίδικο επίδομα κατά το χρονικό διάστημα από την 1-1-2010 μέχρι τις 31-5-2010 και ποσού 55,22 ευρώ μηνιαίως ως μέρος λόγω συμψηφισμού) για το δεύτερο επίδικο επίδομα κατά το χρονικό διάστημα από την 1/6/2010 μέχρι τις 31/10/2010....παρά το γεγονός ότι απασχολούνταν κατά όμοιο τρόπο και με τις ίδιες συνθήκες με τους συναδέλφους τους δασικούς υπαλλήλους της αυτής κατηγορίας, ήτοι του Δασοπόνου ΤΕ, των αυτών Υπηρεσιών, οι οποίοι συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και λάμβαναν τα άνω επιδόματα (όπως συνάγεται από τη μη ειδική αμφισβήτηση από το εναγόμενο των σχετικών αγωγικών αιτιάσεων περί ομοιότητας των πραγματικών συνθηκών), με επακόλουθο .....οι ενάγοντες να έχουν και ουσιαστικά βάσιμες αξιώσεις για χορήγηση των επιδίκων επιδομάτων...." Ακολούθως αναφέρονται οι υπηρεσίες στις οποίες απασχολήθηκε ο κάθε ενάγων κατά τον άνω ένδικο χρόνο και οι εργασίες που απασχολήθηκαν και ανάγονται στις άνω αναφερόμενες, παρέχοντας ίσης αξίας εργασία με τους ανωτέρω συναδέλφους τους δασοπόνους που απασχολούντο στο εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διεκπεραιώνοντας τις ίδιες με αυτούς εργασίες και έχοντας την ίδια απόδοση με αυτούς.
Ωστόσο ότι το εναγόμενο επικαλούμενο τον χαρακτήρα των συμβάσεων των εναγόντων ως ορισμένου χρόνου και όχι αορίστου χρόνου, δεν χορηγούσε σε αυτούς κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το επίδομα ειδικών συνθηκών και τη μηνιαία ειδική παροχή των υπαλλήλων των κρατικών περιφερειών (ήδη από την 1/1/2004 προσωπική διαφορά), όπως έπραττε για τους συναδέλφους τους δασοπόνους, όμοιας κατηγορίας ΤΕ, που εργάζονταν σ'αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες όπως προεκτέθηκε, παρείχαν την ίδια εργασία με αυτούς ίσης αξίας, στους ίδιους χώρους και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, με την ίδια απόδοση, διαθέτοντας τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ενώ δυνάμει της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του νόμου αυτού εκδοθείσας... 2/7093/0022/5-2-2004 ΚΥΑ, είχαν εξομοιωθεί πλήρως με αυτούς μισθολογικά.
Η δυσμενής αυτή διάκριση σε βάρος των εναγόντων αναφορικά με τη μη χορήγηση σε αυτούς από το εναγόμενο των ανωτέρω επίδικων παροχών, χωρίς να δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος... αντίκειται αφενός στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας και της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας και αφετέρου στο άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ. 164/2004, το οποίο εκδόθηκε για τη μεταφορά της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ και ορίζει ότι οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση τους είναι ορισμένου χρόνου, να αντιμετωπίζονται δυσμενώς αναφορικά με τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησής τους σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου.
Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες που αφορούν τη μερική παραδοχή της προβληθείσης από το εναγόμενο ένστασης παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων και τον υπολογισμό των οφειλόμενων σε κάθε ενάγοντα χρηματικών ποσών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία κατά τα προεκτεθέντα είχε για κάποιους απ'τους ενάγοντες, όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή και για άλλους εν μέρει), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε μερικώς ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παρατέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, (4 παρ.1, 22 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του Ν.3016/2012 και 24 παρ.2, 3 του Ν.3205/2003) αφού κατά τα προεκτεθέντα:
Α) Η ειδική παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2012 δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Εξ άλλου από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της ειδικής παροχής στους ενάγοντες από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Β) Οι απασχολούμενοι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δασοπόνοι αφενός και οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δασοπόνοι αφετέρου αποτελούν διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων που εργάζονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες και συνακόλουθα η μη καταβολή στους δεύτερους του επιδόματος του άρθρου 8 παρ. 1 ν.2342/1995 που καταβάλλεται στους πρώτους δεν συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση υπέρ των πρώτων και σε βάρος των δεύτερων ούτε συνιστά παράβαση του άρθρου 4 παρ.1 π.δ.164/2004. (βλ.σχετ.ΑΠ 851/2020, ΑΠ 334/2018, ΑΠ 1308/2018).
Επομένως ο μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.
α Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή, η οποία, έχοντας το περιεχόμενο και αίτημα που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη για τους λόγους που επίσης αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη.
Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολο της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους: 1)Π. Ρ. του Β., κάτοικο ..., 2)Γ. Β. του Γ., κάτοικο ..., 3)Μ. Κ. του Κ., κάτοικο ..., 4)Μ. Μ. του Β., κάτοικο ..., 5)Ε. Χ. του Σ., κάτοικο ..., 6)Γ. Ζ. του Π., κάτοικο ....
Αναιρεί την 3047/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την από 16/9/2014 έφεση του εναγομένου.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ'αριθμ.17/2014 απόφαση Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την από 22-1-2013 αγωγή. Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ