Legislator Case Law & Legislation
443/2021 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal, upholding private ownership of land acquired in good faith over 30 years.

Case Number 443/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Regional Court of Dodecanese, upholding the plaintiff's ownership of a property in Symi. The State argued for public domain registration, but the Court found the plaintiff acquired title via derivative succession from a chain of good faith owners who held the land for over 30 years. Consequently, the registration of the State as owner was deemed inaccurate and the appeal was rejected as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Art. 4 para. 1 of Law 3127/2003; Art. 1042 of the Civil Code: A possessor in good faith who holds land for thirty years acquires ownership, and subsequent registration by the State does not disturb this established right.

Keywords

AI generated
good faith acquisition public domain registration derivative succession Land Registry error State ownership claim

Cited Legislation

AI generated
Art. 4 para. 1 of Law 3127/2003
Art. 1042 of the Civil Code
Art. 984 para. 1 of the Civil Code
Art. 989 para. 1 of the Civil Code
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 443 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 443/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παρασκευή Γιωτάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Ε., συζ. Γ. Κ., κατοίκου Σύμης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γιασεμώ Καραγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2019 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α.1) Στο άρθρο 4 παρ.1 του ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των ν.2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα εξής: <<1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (17-3-2003), αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. H διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ......... Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.>>.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 Α.Κ., <<ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα>>. Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται, ότι θεσπίζεται με αυτές εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του Ν.

Δ/τος της 22.4/16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων"), σύμφωνα με τον οποίο στα δημόσια κτήματα νομέας είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα νομής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός αν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (και για τη δωδεκάνησο μέχρι τις 10.01.1949), αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία στα ακίνητα του Δημοσίου.

Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003, μπορεί κάποιος να αποκτήσει με χρησικτησία κυριότητα δημοσίου κτήματος που βρίσκεται σε σχέδιο πόλης ή σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό ή σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2.000 τμ, εφόσον νέμεται αδιατάρακτα το εν λόγω ακίνητο μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή, μέχρι την 19.3.2003:

α) για δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης ή β) για τριάντα έτη, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, εφόσον, δηλαδή, κατά το χρόνο κτήσης της νομής, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Η ρύθμιση αυτή, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή του ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται τούτο αδιατάρακτα για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19.3.2003, με τις λοιπές προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 περ.

α' και β,' και όχι εφόσον έχει συμπληρωθεί οποτεδήποτε η τριακονταετής αυτή αδιατάρακτη νομή, πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου. Εξάλλου, οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων, να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς, δηλαδή, τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των ανωτέρω αυστηροτέρων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 984 εδ.α και 989 εδ.α ΑΚ προκύπτει, ότι διατάραξη της νομής, η οποία υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη, που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του και ,ειδικότερα, κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή, όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις που μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών από την κυριότητα του πράγματος.

Συνεπώς, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, αν το Δημόσιο κοινοποιήσει σ' εκείνον που νέμεται, έστω και με καλή πίστη, το δημόσιο κτήμα πρωτόκολλο κατάληψης αυτού, από την κοινοποίηση αυτή ο νεμόμενος το δημόσιο κτήμα παύει να το νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο, αφού παρενοχλείται και διαταράσσεται από το τευλευταίο που είναι ex lege αληθής νομέας του εν λόγω κτήματος (προβολή και μόνον δικαιώματος νομής σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, καταχώρηση του ακινήτου ως δημοσίου κτήματος, έκδοση Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής) δεν συνιστούν διαταρακτικές, της νομής, πράξεις (Ολ ΑΠ 11/2015, ΑΠ 1023/2013). 2) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε ,δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα.

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. 3) Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε.

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή και διόρθωση εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Η ενάγουσα, δυνάμει του υπ' αριθμ. 2.024/27- 4-2005 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Σύμης, Ευτυχίας Μαυρουδή, το οποίο μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου Σύμης, στον τόμο … και με αριθμ.

…, 19-5-2005, και δηλώθηκε στο όνομά της στο υπό σύσταση Εθνικό Κτηματολόγιο , με την υπ'.αριθ. πρωτ. …/2005 δήλωση του Ν. 2308/1995, απέκτησε από την Σ. Τ. του Χ. συζ. Α. Π., το παρακάτω περιγραφόμενο οικόπεδο, εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσεως 565 τ.μ. και κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο 566 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή "…", στη θέση "…" του Δήμου Σύμης της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου, συνορεύει δε, κατά τον τίτλο κτήσεως Ανατολικά με ιδιοκτησία Χ.

Α., Δυτικά με Ιδιοκτησίες Ι. Τ. και Μ. Ζ., Βόρεια με δημοτική οδό και πέραν αυτής με Ιδιοκτησίες Ζ. Τ. και Λ. Κ. και με δημοτική οδό, και Νότια, με ιδιοκτησίες Γ. Χ. και αγνώστου, και κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο, Ανατολικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ …, Δυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ … και …, Βόρειά με δημοτική οδό, και Νότια με ακίνητα με ΚΑΕΚ …, … …, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και έχει αποκτήσει τον Κωδικό Αριθμό Κτηματολογίου(Κ.Α-Ε-Κ.) ….

Είναι νομικής φύσης ελεύθερης Ιδιοκτησίας "…", εμφαίνεται δε με γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Α στο από Σύμη Απρίλιος 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτοναν Μηχανικού, Λ. Χ., που επισυνάπτεται στο ως άνω συμβόλαιο. Στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει με δωρεά εν ζωή που σύστησε υπέρ αυτής η Α.

σύζ. Ι. Κ. το γένος Μ. Χ., δυνάμει του υπ1 αριθμ. …/…-8-1979 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου) Ρόδου, Γεωργίου Ροδίτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου Σύμης, στον τόμο … και με αύξ. αριθμ. …, στις 25-2-1980. Στην εν λόγω Α. Ι. Κ. το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της με έκτακτη χρησικτησία αφού κατείχε και νεμόταν αυτό διαρκώς διανοία κυρίου από το έτος 1949 μέχρι 4-8-1979.

Η ως άνω απώτερη δικαιοπάροχός της ενάγουσας μου. Α. σύζ. Ι. Κ. όταν παρέλαβε το επίδικο ακίνητο στην νομή και κατοχή της, περιέφραξε ένα τμήμα αυτού με πέτρινο τοίχο, ύψους 1,5 μέτρων, και το υπόλοιπο με συρματόπλεγμα, και το έσπερνε με ζωοτροφές για την βοσκή των αιγοπροβάτων της. Στην συνέχεια η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Σ.

Τ. παρέλαβε, στην νομή και κατοχή της το επίδικο ακίνητο, στις 4-8-1979, προέβη σε εμβαδομέτρησή, συντήρησε την πέτρινη και την συρμάτινη περίφραξη του, το καθάριζε κατά καιρούς από τα αγριόχορτα και τα απορρίμματα, και το επέβλεπε συνεχώς, για να αποτρέψει τυχόν καταπάτησή του. Όταν μάλιστα ξεκίνησαν οι διαδικασίες για την δημιουργία στη Σύμη Εθνικού Κτηματολογίου τον Ιανουάριο του έτους 1997, αυτή το δήλωσε στο υπό σύσταση Εθνικό Κτηματολόγιο με την υπ' αριθμ.

πρωτ. …/…-2-1997 δήλωσή της του άρθρου 5 του Ν. 2308/1995, και στο κτηματογραφικό απόσπασμα τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης Ανάρτησης, το επίδικο ακίνητο φερόταν γραμμένο στο όνομά της κατά ποσοστό 100%, χωρίς να διεκδικείται από κανένα. Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο δεν ευρίσκετο διαχρονικά εντός των ορίων του οικισμού Σύμης.

Ωστόσο όπως αποδεικνύεται από τους ορθοφωτοχάρτες των ετών 1960 και 1994, αυτό βρισκόταν στα όρια του οικισμού κατά το έτος I960 , οπότε και η δόμηση ήταν πολύ αραιή και δεν είχε στοιχεία δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης. Μάλιστα σε μεταγενέστερες φωτογραφίες εμφαίνεται και η πλήρης διαμόρφωση του οικισμού με την ανέγερση κτισμάτων σε όλη την περιοχή και γύρω από το επίδικο ακίνητο.

Τα παραπάνω αποδεικνύονται και από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας ο οποίος γεννηθείς το 1957 κατέθεσε ρητά ότι στην περιοχή υπήρχαν αραιά σπίτια και τα υπόλοιπα ακίνητα καλλιεργούνταν. Εξάλλου όπως προκύπτει και από την από 30-12-2016 βεβαίωση θέσης γεωτεμαχίου της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών πολεοδομίας και περιβάλλοντος του Δήμου Σύμης το επίδικο ακίνητο λογίζεται ως εντός των ορίων του οικισμού Σύμης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε τόσο η καλή πίστη της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας η' οποία νεμόταν και κατείχε το ακίνητο από το έτος 1979, δηλώνοντας μάλιστα την ιδιοκτησία της κατά την δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου όσο και της απώτερης δικαιοπαρόχου η οποία νεμόταν το ακίνητο τοποθετώντας περίφραξη, χωρίς ουδέποτε να οχληθεί από το εναγόμενο ή οποιονδήποτε τρίτο.

Κατά το έτος 2002 και ειδικότερα στις 24-4-2002 το εκκαλούν υπέβαλλε δήλωση του νόμου 2308/1995, με την οποία δήλωσε δικαίωμα πλήρους κυριότητας εκ του τεκμηρίου κυριότητας του ως διαδόχου του ιταλικού κράτους για έκταση εμβαδού 52.744.992,4376 τ.μ. στη Σύμη, μέσα στην οποία βρισκόταν και το επίδικο ακίνητο. Η κατάθεση της δήλωσης αυτής έγινε στα πλαίσια της δημιουργίας των δασικών χαρτών στη νήσο Σύμη και όπως αποδεικνύεται ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στην εφεσίβλητη ή στη δικαιοπάροχο της.

Πολύ αργότερα και συγκεκριμένα την 30-5-2003 ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003 το εκκαλούν υπέβαλλε την με αριθ. πρωτ. …/2005 ένσταση του η οποία έγινε δεκτή χωρίς να προκύπτει και πάλι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας ότι η εφεσίβλητη ενημερώθηκε για την ύπαρξη της. Επομένως πλήρως αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας νεμήθηκε με διάνοια κυρίου το ανωτέρω επίδικο καλόπιστα συνεχώς και ακώλυτα για διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών από το έτος 1949 μέχρι και το 1979 οπότε και το μεταβίβασε στην άμεση δικαιοπάροχο της ενάγουσας.

Ούτε κατά την κτήση του ακινήτου της η εφεσίβλητος ηδύνατο διά της καταβολής της επιμελείας ενός μέσου συνετού συναλλασσομένου (υποψηφίου) αγοραστού ακινήτου να διαγνώσει ότι το εκκαλούν είχε υποβάλλει την από 29-4-2002 δήλωση χορτολιβαδικών εκτάσεων αφού η ύπαρξη του ως άνω εγγράφου δεν μπορούσε να διαπιστωθεί διά τακτικού ελέγχου στα βιβλία του Κτηματολογίου, όπου το ακίνητο εμφαίνετο ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης.

Πρέπει επιπροσθέτως να σημειωθεί ότι το ακίνητο της αιτούσης δεν είναι δάσος ή δασική έκτασις, όπερ τυγχάνει στοιχείον ενισχυτικόν της ελλείψεως κακής πίστεως κατά τον χρόνον αποκτήσεως του ακινήτου, αφού το τεκμήριον κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου ισχύει, κατ' άρθρον 62§1 Ν. 998/1979 επί δασών και δασικών εκτάσεων.

Μάλιστα η εφεσίβλητη έχοντας την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, απευθύνθηκε σε δημόσιες υπηρεσίες για την έκδοση οικοδομικών αδειών για το επίδικο ακίνητο, ενέργειες στις οποίες δεν θα προέβαιναν εάν γνώριζε ότι αξιώνει επ' αυτού δικαιώματα το Ελληνικό Δημόσιο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντάχθηκε σε βάρος της δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης πρωτόκολλο αποβολής, ούτε υποβλήθηκε από αυτή αίτηση εξαγοράς του επίδικου ακινήτου.

Αντιθέτως, η ευρύτερη περιοχή είναι ήδη πυκνοκατοικημένη.

Συνεπώς και η ενάγουσα απέκτησε νομίμως την κυριότητα του ακινήτου το έτος 2005 σύμφωνα με την αναφερόμενη στην μείζονα σκέψη της παρούσας διάταξη του άρθ 4 παρ. 1 και 2 Ν. 3127/2003, εφόσον η δικαιοπάροχος της το νεμόταν καλόπιστα με διαδοχή στη νομή των προκατόχων της για τριάντα χρόνια μέχρι την 17- 3-2003. Παρά το γεγονός αυτό όμως έγινε δεκτή η ένσταση του εναγομένου και καταχωρήθηκε το επίδικο ακίνητο στην κυριότητα του εναγόμενου με ΚΑΕΚ 100710609022.

Η εγγραφή αυτή όμως είναι ανακριβής καθότι σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα το επίδικο ανήκει στην ενάγουσα. Τέλος και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι πρόκειται για ακίνητο ιδιοκτησίας του Δημοσίου καθότι η νομική του φύση δεν είναι "μουλκ" αλλά πρόκειται για δημόσια γαία αλυσιτελώς προβάλλεται στην παρούσα δίκη, η οποία αφορά ακίνητο εντός οικισμού όπου εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 4 Ν. 3127/2003.>> Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο εμβαδού 565 τ.μ. ,βρίσκεται στη νήσο Σύμη- Δωδεκανήσου, με ΚΑΕΚ …, εντός των ορίων του οικισμού της Σύμης, προϋφιστάμενο του έτους 1923 .

Ότι τούτο νεμόταν με καλή πίστη, αρχικά η απώτερη δικαιοπάροχος της ενάγουσας Α. Κ. από το έτος 1949 έως το έτος 1979 και στη συνέχεια η άμεση δικαιοπάροχός της Σ. Τ., στην οποία περιήλθε από την Α. Κ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος …/…-8-1979 δωρητηρίου συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Ρόδου Γεωργίου Ροδίτη, οι οποίες ασκούσαν σ'αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως τις αναφερόμενες εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, έως τις 19/03/2003 ,έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003, για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών, χωρίς να διαταραχθούν στη νομή του (αδιαταράκτως) από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, υπό την έννοια της θετικής πράξεως ή παραλείψεως, καθόσον οι προκύψασες ενέργειες του τελευταίου, ήτοι η κατάθεση δήλωσης δικαιώματός του πλήρους κυριότητας το έτος 2002 ,ως διαδόχου του Ιταλικού Κράτους, για έκταση εμβαδού 52.744.922 τ.

μ. , εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο, στο πλαίσιο δημιουργίας δασικών χαρτών στη νήσο Σύμη, για την καταγραφή του ως δημόσιου κτήματος, δεν συνιστά διαταρακτική ,της νομής, πράξη. Επίσης, δέχθηκε ότι, η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη ,έγινε κυρία τούτου με παράγωγο τρόπο, αιτία πωλήσεως, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος …/…-04-2005 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σύμης Ευτυχίας Μαυρουδή από την ανωτέρω Σ.

Τ., η οποία είχε καταστεί κυρία αυτού, με τα προσόντα της ιδιάζουσας χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. 1 α' και 2 του ν. 3127/2003. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, απορρίπτοντας, ως αβάσιμη κατ' ουσία, την ασκηθείσα από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον έφεση.

Με αυτά που δέχθηκε, και ,έτσι ,που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 του Ν. 3127/2003 και 1042 ,984 εδ. α' και 989 εδ. α' ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην νομική σκέψη, πού προεκτέθηκε, και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από την ενάγουσα της κυριότητας, επί του επιδίκου, που βρίσκεται εντός των ορίων του υφιστάμενου προ του έτους 1923 οικισμού της Σύμης, με παράγωγο τρόπο, από τις αληθείς κυρίες, (άμεση δικαιοπάροχό της) Σ.

Τ. και απώτερη Α. Κ., οι οποίες διαδοχικά νεμήθηκαν τούτο καλόπιστα και αδιατάρακτα, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 30 ετών, από το έτος 1949 έως τις 17/03/2003 (έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003), καθ'όσον η προκύψασα ενέργεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (δήλωσή του ως κυρίου, διαδόχου του Ιταλικού Κράτους) δεν συνιστά διαταρακτική, της νομής, πράξη και ότι η εγγραφή στο κτηματολογικό γραφείο Δωδεκανήσου, με την οποία το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είναι ανακριβής.

Ενόψει τούτων, οι περί του αντιθέτου και εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που η τελευταία, νόμιμα και βάσιμα, υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 06-11-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 19/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ