Legislator Case Law & Legislation
443/2020 AI generated

443/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 443/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

443/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η μη τήρηση των πολεοδομικών διατάξεων που καθορίζουν, πλην άλλων, το συντελεστή δόμησης που αναλογεί στην ιδιοκτησία του συγκυρίου του οικοπέδου, με την υπέρβαση του συντελεστή αυτού, συνεπάγεται μεν διοικητικές κυρώσεις, δεν θίγει, όμως, το κύρος της συμφωνίας των συνιδιοκτητών για τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, ούτε τα δικαιώματά τους από τη συσταθείσα διηρημένη ιδιοκτησία (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 51/2016).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 443 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 443/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Π. Χ.του Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου Ε.Γ. Β., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπότσαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2011 του παραπάνω Δικαστηρίου, 2057/2013 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και 1191/2015 του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω 2057/2013 απόφαση και αναπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε τελικά την 2178/2018 απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-11-2018 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 2178/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 131/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απορρίφθηκε αναγνωριστική κάθετης ιδιοκτησίας και διόρθωσης της οικείας κτηματολογικής εγγραφής αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία είχε γίνει δεκτή με την παραπάνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Είχε προηγηθεί η 1191/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε, μετά από αίτηση του αναιρεσιβλήτου, η 2057/2013 απόφαση του ίδιου παραπάνω Εφετείου, με την οποία, λόγω ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είχε γίνει δεκτή η ανωτέρω έφεσή του και στη συνέχεια έγινε δεκτή η παραπάνω αγωγή του αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5 και 13 του νόμου 3741/1929, 1 παρ. 1 και 2 του νδ 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", 1002 και 1117 ΑΚ και 480Α ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, χωριστής, δηλαδή, ιδιοκτησίας σε περισσότερα οικοδομήματα, που έχουν ανεγερθεί ή πρόκειται να ανεγερθούν σε κοινό οικόπεδο, αλλά σε ορισμένο για κάθε συνιδιοκτήτη τμήμα του, ο κύριος κάθε χωριστής οικοδομής θεωρείται έναντι μεν της πολιτείας συγκύριος του όλου οικοπέδου, έναντι δε του συνιδιοκτήτη του οικοπέδου και αποκλειστικού κυρίου χωριστής οικοδομής αποκλειστικός κύριος της οικοδομής του.

Η κάθετη ιδιοκτησία είναι σύνθετο εμπράγματο δικαίωμα, το οποίο αποτελείται από το δικαίωμα χωριστής αποκλειστικής κυριότητας στη διαιρεμένη ιδιοκτησία (οικοδόμημα) που υπάρχει ή πρόκειται να ανεγερθεί στο διαιρετό χώρο του οικοπέδου και από το δικαίωμα αναγκαστικής εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στα κοινά μέρη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οπωσδήποτε το ενιαίο οικόπεδο επί του οποίου τα αυτοτελή οικοδομήματα που αποτελούν διαιρεμένες (κάθετες) ιδιοκτησίες και οι τυχόν κοινόχρηστοι χώροι.

Η μερίδα αναγκαστικής συγκυριότητας κάθε δικαιούχου κάθετης ιδιοκτησίας μπορεί να καθορισθεί κατά τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας ή με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των δικαιούχων, ενώ η έλλειψη τέτοιας συμφωνίας δεν επιδρά στο κύρος της σύστασης της κάθετης ιδιοκτησίας, καθόσον στην περίπτωση αυτή προβλέπεται ειδική ρύθμιση για τον προσδιορισμό της μερίδας, η οποία, βάσει των άρθρων 1117 ΑΚ και 10 παρ. 1 του νόμου 3741/1929, είναι ανάλογη.

Κάθε συνιδιοκτήτης του κοινού οικοπέδου και αποκλειστικός κύριος χωριστής οικοδομής, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη συστατική πράξη, έχει το δικαίωμα να οικοδομήσει στο χωριστό οικοπεδικό τμήμα που του ανήκει, τόση επιφάνεια, όση αναλογεί στο ποσοστό συγκυριότητάς του στο όλο ενιαίο οικόπεδο, τηρουμένων, κατά τη ρητή επιταγή της παρ. 1 του άρθρου 1 του νδ 1024/1971, των πολεοδομικών διατάξεων, που ορίζουν τα ποσοστά δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης του οικοπέδου, καθώς και την απόσταση μεταξύ των δύο οικοδομημάτων (ΑΠ 118/2003).

Περαιτέρω, στην κάθετη ιδιοκτησία, η συμφωνία ότι κάθε συνιδιοκτήτης του κοινού οικοπέδου και αποκλειστικός κύριος της οικοδομής θα έχει δικαίωμα κάλυψης ορισμένης επιφάνειας του κοινού οικοπέδου, έχει χαρακτήρα δουλείας (άρθρο 13 παρ. 3 νόμου 3741/1929), κατά το περιεχόμενο της οποίας απαγορεύεται η κάλυψη ποσοστού μεγαλύτερου από εκείνο, που αναλογεί στο ποσοστό του στο οικόπεδο ή η υπέρβαση του συντελεστή δόμησης, που αναλογεί στην ιδιοκτησία του κατά τις ισχύουσες, όπως προαναφέρθηκε, πολεοδομικές διατάξεις.

Διαφορετικά, αν, δηλαδή, καλύψει ποσοστό μεγαλύτερο από εκείνο που του αναλογεί, έστω και με οικοδομική άδεια που έχει εκδοθεί νόμιμα (ΑΠ 1593/2018), περιορίζεται το δικαίωμα του συνιδιοκτήτη να εκμεταλλευθεί το χωριστό τμήμα του οικοπέδου που του ανήκει, ανεγείροντας αυτοτελή οικοδομή σε αυτό, δεδομένου ότι, παρά τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, το οικόπεδο, από άποψη δόμησης, παραμένει ενιαίο και επίκοινο και ο συντελεστής δόμησης υπολογίζεται ενιαία, οπότε ο συνιδιοκτήτης που ζημιώνεται δικαιούται να απαιτήσει την κατεδάφιση, κατά το μέτρο που υπάρχει υπέρβαση ή, κατ' επιλογή του, αν υπάρχει αδυναμία κατεδάφισης, αποζημίωση, η οποία είναι ίση προς την αξία του δικαιώματος κάλυψης της επιφάνειας που στερήθηκε (ΑΠ 1777/2017, ΑΠ 151/2017).

Η μη τήρηση των πολεοδομικών διατάξεων που καθορίζουν, πλην άλλων, το συντελεστή δόμησης που αναλογεί στην ιδιοκτησία του συγκυρίου του οικοπέδου, με την υπέρβαση του συντελεστή αυτού, συνεπάγεται μεν διοικητικές κυρώσεις, δεν θίγει, όμως, το κύρος της συμφωνίας των συνιδιοκτητών για τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, ούτε τα δικαιώματά τους από τη συσταθείσα διηρημένη ιδιοκτησία (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 51/2016).

Αν, συνεπώς, ο συγκύριος καλύψει με την οικοδομή που ανεγείρει στο τμήμα του κοινού οικοπέδου που του ανήκει, επιφάνεια μεγαλύτερη από εκείνη που του αναλογεί, ο άλλος συγκύριος δικαιούται να απαιτήσει είτε την κατεδάφιση του επιπλέον τμήματος, είτε αποζημίωση, όχι, όμως, την ακύρωση της σύστασης της κάθετης ιδιοκτησίας, η οποία παραμένει ισχυρή (ΑΠ 255/2018).

Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 1 του νδ 1024/1971, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2 εδάφ. α' του νόμου 2052/1992, "η προηγούμενη παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνο επί οικοπέδων κειμένων εντός σχεδίων πόλεων, εντός ορίων οικισμών προ του 1923, καθώς και εντός ορίων οικισμών κάτω των 2.000 κατοίκων, που καθορίζονται βάσει του από 24.4.1985 π.δ. (ΦΕΚ 181 Δ'), όπως ισχύει.

Συστάσεις διηρημένων ιδιοκτησιών σε οικόπεδα, που βρίσκονται μέσα στους ανωτέρω οικισμούς, που έγιναν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, είναι έγκυρες, εκτός αν κηρύχθηκαν άκυρες με αμετάκλητη δικαστική απόφαση". Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 2 εδ. β' του ίδιου παραπάνω νόμου προστέθηκε, μετά το άρθρο 3 του νδ 1024/1971, άρθρο 4 (και το άρθρο 4 αυτού αριθμήθηκε ως άρθρο 5) και ορίσθηκε με την παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, ότι "κάθε δικαιοπραξία, με την οποία συνιστάται διηρημένη, κατά το παρόν νομοθετικό διάταγμα, ιδιοκτησία μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και κατά παράβαση των διατάξεων αυτού είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη".

Συνεπώς, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας σε οικόπεδα εκτός σχεδίου πόλεως, εκτός ορίων οικισμών προ του 1923 και εκτός ορίων οικισμών κάτω των 2.000 κατοίκων, είναι αυτοδικαίως απολύτως άκυρη (ΟλΑΠ 12/2016). Επακολούθησε ο νόμος 4315/2014, το άρθρο 34 παρ. 1 του οποίου ορίζει, ότι "το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4178/2013 αντικαθίσταται ως εξής: "οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 1024/1971 (Α` 232) εφαρμόζονται και επί γηπέδων, κειμένων εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμών, ανηκόντων σε έναν ή πλείονες ιδιοκτήτες, επί των οποίων έχουν ανεγερθεί μέχρι τις 28.7.2011 οικοδομήματα, νομίμως ανεγερθέντα ή αυθαίρετα υπαγόμενα στις διατάξεις του παρόντος, υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4178/2013. Υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, επιτρέπεται η σύνταξη και υπογραφή συμβολαιογραφικών πράξεων συστάσεως διηρημένων ιδιοκτησιών επί των ανωτέρω γηπέδων και η μεταγραφή αυτών στα βιβλία μεταγραφών ή η καταχώρηση στα κτηματολογικά γραφεία. Υπό τις ίδιες ανωτέρω προϋποθέσεις θεωρούνται εξ υπαρχής έγκυρες και ισχυρές συστάσεις διαιρεμένων ιδιοκτησιών, οι οποίες έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και δεν έχουν κηρυχθεί άκυρες με αμετάκλητη δικαστική απόφαση".

Συνεπώς, σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο, είναι δυνατή η σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας και σε εκτός σχεδίου πόλης οικόπεδα, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Όμως και στα εκτός σχεδίου πόλης οικόπεδα, η υπέρβαση του συντελεστή δόμησης από ένα των συγκυρίων σε σχέση με το ποσοστό κάλυψης που δικαιούται, δεν καθιστά άκυρη τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, αλλά παρέχει στον άλλο συγκύριο που θίγεται τα παραπάνω δικαιώματα κατεδάφισης του τμήματος της επιπλέον κάλυψης ή αποζημίωσης, όπως ακριβώς και στα εντός σχεδίου πόλης οικόπεδα.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 111, 118 και 216 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής αναγνώρισης της κυριότητας κάθετης ιδιοκτησίας, δεν απαιτείται αναφορά του ότι ο ενάγων δεν έχει εξαντλήσει το σύνολο του συντελεστή δόμησης ή μέρος μεγαλύτερο εκείνου που του αναλογεί, αφού και στις περιπτώσεις αυτές, η σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας παραμένει έγκυρη και δεν αναιρείται το ανωτέρω δικαίωμα του κυρίου κάθετης ιδιοκτησίας.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Αν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανέλεγκτα, το δικαστήριο τούτο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 740/2010).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η ποιοτική δε αοριστία, η επίκληση, δηλαδή, των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, ήτοι η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σε αυτή ή, αντίθετα, την έκρινε αόριστη μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 45/2016).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, αφού δέχτηκε με αυτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της ερήμην του 131/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, εξαφάνισε, λόγω της ερημοδικίας του, την απόφαση αυτή και, συμμορφούμενο με την 1191/2015 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε ως μη νόμιμη την από 30-3-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος της αναφερόμενης κάθετης ιδιοκτησίας στο εκτός σχεδίου πόλεως … κληροτεμάχιο …, που συστάθηκε, μαζί με εκείνη της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, με τα αναφερόμενα, νόμιμα μεταγραμμένα, συμβόλαια γονικής παροχής και τη διενέργεια των αντίστοιχων κτηματολογικών διορθώσεων, στήριξε δε την απορριπτική αυτή κρίση του στις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του νδ 1024/1971, οι οποίες, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, απαγόρευαν την κάθετη διανομή στα εκτός σχεδίου πόλεως γήπεδα.

Εφαρμόζοντας, περαιτέρω, το Εφετείο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, τις ισχύουσες, κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασής του, διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του μεταγενέστερου νόμου 4315/2014, οι οποίες, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, επιτρέπουν, με τις εκεί προϋποθέσεις, την κάθετη διανομή στα εκτός σχεδίου πόλεως γήπεδα, έκρινε ότι για την εγκυρότητα της διανομής αυτής απαιτείται η μη εξάντληση του συντελεστή δόμησης του όλου ακινήτου από τον ένα των συγκυρίων.

Κατόπιν δε της εσφαλμένης αυτής, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, παραδοχής του, απέρριψε την παραπάνω αγωγή ως αόριστη, λόγω μη αναφοράς στο δικόγραφό της του ανωτέρω στοιχείου, ήτοι ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, με την οικοδομή που ανήγειρε, βάσει της αναφερόμενης οικοδομικής άδειας, στο κατά χρήση διαιρετό τμήμα του στο ενιαίο γήπεδο δεν εξάντλησε και το μέρος του συντελεστή δόμησης που ανήκει στον εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο.

Το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, ήτοι: α) ότι για την εγκυρότητα της σύστασης της ανωτέρω μεταξύ των αντιδίκων κάθετης ιδιοκτησίας απαιτείται η μη εξάντληση του συντελεστή δόμησης από ένα των συγκυρίων και β) ότι η παραπάνω αναγνωριστική της αναφερόμενης κάθετης ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος αγωγή αυτού είναι αόριστη, επειδή δεν αναφέρεται ότι αυτός δεν εξάντλησε με την οικοδομή του το σύνολο του συντελεστή δόμησης του όλου γηπέδου, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον αφενός μεν παρέβη ευθέως τις ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, κατά τις διατάξεις αυτές, η εξάντληση του συντελεστή δόμησης από ένα των συγκυρίων της κάθετης ιδιοκτησίας, δεν επάγεται την ακυρότητα της σύστασης αυτής, αλλά παρέχει στον έτερο συγκύριο τα ανωτέρω δικαιώματα κατεδάφισης ή αποζημίωσης, όχι, όμως και δικαίωμα αναγνώρισης της ακυρότητας, για την παραπάνω αιτία, της σύστασης της κάθετης ιδιοκτησίας, αφετέρου δε αξίωσε για το ορισμένο της παραπάνω αγωγής την αναφορά ότι ο ενάγων δεν εξάντλησε το σύνολο του συντελεστή δόμησης, καίτοι ο νόμος δεν απαιτεί το στοιχείο τούτο.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι παραπάνω πλημμέλειες, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών.

Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, αφού πρόκειται για απόφαση, που εκδόθηκε μετά από αναίρεση της προηγούμενης 2057/2013 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015, να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2178/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρατεί την υπόθεση, για ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, με επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ