Supreme Court dismisses appeal against Corinth First Instance Court ruling on employee inaction and awarding damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant company's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding employee inaction. The court found that the lower court had provided sufficient reasoning based on established precedents concerning the nature of payments and employee behavior. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the represented appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2)(a) and (g) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court decision is not legally flawed if it relies on established case law regarding the nature of payments and employee inaction, provided the reasoning sufficiently addresses the factual circumstances impacting the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 443 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 443/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: κοινοπραξίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Πίκουλα και Νικόλαο Δήμα, που κατέθεσαν προτάσεις
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Β., ….. (αναφέρονται 466 ονόματα αναιρεσιβλήτων ακόμα) και, 468.Ι. Λ., .... Οι 2ος, 3η, 6η, 7η, 8ος, 10ος, 11ος, 14ος, 16ος, 17η, 18ος, 19η, 23ος, 27ος, 30η, 32η, 34η, 35ος, 37η, 45η, 48ος, 49η, 50η, 52ος, 56η, 59η, 64η, 65ος, 67η, 68η, 70η, 71η, 72η, 75ος, 82η, 83ος, 84η, 88ος, 92η, 96ος, 97η, 99ος, 101η, 109ος, 110η, 117η,, 122ος, 123ος, 129η, 134η, 137ος, 143η, 145ος, 148ος, 149ος, 151η, 157ος, 161ος, 163ος, 169η, 170ος, 171η, 172ος, 174ος, 175η, 176η, 178η, 186η, 197ος, 201η, 202η, 205η, 210ος, 211η, 212η, 213ος, 214η, 215η, 216ος, 218η, 222η, 223η, 226ος, 231ος, 232η, 235ος, 236η, 237ος, 238η, 240η, 244η, 250ος, 251ος, 259ος, 262ος, 265η, 268η, 271ος, 273ος, 277η, 278ος, 280η, 281ος, 283ος, 284η, 287ος, 294η, 301ος, 305η, 306ος, 310ος, 312ος, 315η, 317ος, 318ος, 321η, 328η, 333ος, 337η, 340ος, 343η, 347η, 356η, 362η, 372η, 373η, 374η, 375η, 376η, 381η, 383η, 385η, 386η, 390ος, 391ος, 392ος, 394ος, 396η, 397ος, 401ος, 403ος, 404ος, 406η, 408ης, 411ος, 413ος, 414η, 417ος, 419η, 420η, 421ος, 424η, 425ος, 428η, 430ος, 431η, 432η, 434η, 436ος, 442η, 451ος, 463η, 464η, 465ος και 466η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι 46ος, 150ος και 468ος παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Κουκιάδη και Δημήτριο Βερβεσό, και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους, που κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1374/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 235/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 19/12/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμό ...1 ΣΤ'/27-12-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 19-12-2016 και με αριθ. κατάθ.186/2016 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την 27-2-2018 κατά την οποία παρέστησαν οι αναιρεσίβλητοι δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Ι.Τσοκανά και μετ'αναβολή από το πινάκιο, που επέχει θέση κλητεύσεως, για την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (9-10-2018), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη πρώτη από τις άνω δικασίμους, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον παραστάντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, ως αντίκλητο αυτών Βασίλειο Παπαδόπουλο, με παράδοση του οικείου δικογράφου στον ίδιο. (άρθ. 126 παρ. 1 περ.
α του ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρο 143 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ.2 του Ν. 4335/2015). Επομένως εφόσον οι νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθέντες 2ος, 3ος, 6ος, 7ος, 8ος, 10ος, 11ος, 14ος, 16ος, 17ος, 18ος, 19η, 23ος, 27ος, 30η, 32η, 34η, 35ος, 37η, 45η, 48ος, 49η, 50η, 52ος, 56η, 59η, 64η, 65ος, 67η, 68η, 70η, 71η, 72η, 75ος, 82η, 83ος, 84η, 88ος, 92η, 96ος, 97η, 99ος, 101η, 109ος, 110η, 117η,, 122ος, 123ος, 129η, 134η, 137ος, 143η, 145ος, 148ος, 149ος, 151η, 157ος, 161ος, 163ος, 169η, 170ος, 171η, 172ος, 174ος, 175η, 176η, 178η, 186η, 197ος, 201η, 20η, 205η, 210ος, 211η, 212η, 213ος, 214η, 215η, 216ος, 218η, 222η, 223η, 226ος, 231ος, 232η, 235ος, 236η, 237ος, 238η, 240η, 244η, 250ος, 251ος, 259ος, 262ος, 265η, 268η, 271ος, 273ος, 277η, 278ος, 280η, 281ος, 283ος, 284η, 287ος, 294η, 301ος, 305η, 306ος, 310ος, 312ος, 315η, 317ος, 318ος, 321η, 328η, 333ος, 337η, 340ος, 343η, 347η, 356η, 362η, 372η, 373η, 374η, 375η, 376η, 381η, 383η, 385η, 386η, 390ος, 391ος, 392ος, 394ος, 396η, 397ος, 401ος, 403ος, 404ος, 406η, 408ος, 411ος, 413ος, 414η, 417ος, 419η, 420η, 421ος, 424η, 425ος, 428η, 430ος, 431η, 432η, 434η, 436ος, 442η, 451ος, 463η, 464η, 465ος και 466η, δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρέπει να δικαστούν ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες και αυτοί.
Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητός τους οι δικηγόροι για τους εκ των αναιρεσιβλήτων που εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο δι'αυτών, προσκομίζουν και επικαλούνται εξουσιοδοτήσεις όλων των αναιρεσιβλήτων, νομίμως θεωρημένες για το γνήσιο της υπογραφής τους, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτοί παρέχουν ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα σ'αυτούς να τους εκπροσωπήσουν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πλην των Ι.
Π.(422ης) και Μ. Ο.(444ης), ως προς τις οποίες ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται. Επομένως δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότης των παραστάντων δικηγόρων ως προς τις ως άνω αναιρεσίβλητες, οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ως δικονομικώς απούσες και να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήσαν και αυτές παρούσες.
2. Η από 19-12-2016 (με αριθμό κατάθεσης 186/2016) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσίουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, και κατά της 235/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου(δικάζοντος ως Εφετείου), η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της ασκηθείσης εφέσεως της εναγομένης κατά της 1374/2013 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 28-12-2011 αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
3. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι δυνάμει συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου που κατήρτισαν έκαστος με την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, έχοντας προς τούτο εφοδιαστεί με ειδικές άδειες καταλληλότητας από την αρμόδια Επιτροπή Εποπτείας Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης, προσλήφθηκαν από αυτήν κατά τα χρονικά σημεία που αναφέρονται για καθέναν εξ αυτών, προκειμένου να απασχοληθούν με τις ειδικότητες που αναλυτικά στην αγωγή αναφέρουν, ότι αποτελούν μέλη της πρωτοβάθμιας συνεταιριστικής επιχειρησιακής οργάνωσης "Σωματείο Εργαζομένων ...", η οποία καταρτίζει από το έτος 1997 επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις με την εναγομένη.
Ότι ο τρόπος αμοιβής τους έχει καθοριστεί δυνάμει των από 10.10.1997 και 13.07.1999 επιχειρησιακών Σ.Σ.Ε. που υπεγράφησαν κατά τα παραπάνω, οι δε τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους βάσει των τελευταίων συντίθενται από ένα σταθερό ποσό και από ένα κυμαινόμενο, συνιστάμενο σε ποσοστό επί των μηνιαίων φιλοδωρημάτων που εισπράττονται από την εναγομένη, κατά την διαδικασία και με τον τρόπο που αναλυτικώς εκτίθεται, και αποτελεί μέρος του νόμιμου μισθού τους.
Ότι η εναγομένη κοινοπραξία παρανόμως δεν συνυπολογίζει το τμήμα αυτό του νομίμου μισθού τους, που αντιστοιχεί στην συμμετοχή του καθενός από τους ενάγοντες στα προς διανομή φιλοδωρήματα, κατά τον υπολογισμό της προσαύξησης που δικαιούνται για την νυχτερινή εργασία, καθώς και για αυτήν κατά τις Κυριακές και τις αργίες.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα ποσά που με λεπτομέρεια αναφέρονται στην αγωγή, τόσο ως προς το ύφος τους όσο και τον τρόπο υπολογισμού τους, για το επίδικο χρονικό διάστημα (01.01.2006-31.12.2006) με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή κατέστη απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1374/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία κηρύχθηκε κατηργημένη η δίκη ως προς τους 1ο, 2ο, 12ο, 50ο, 75η, 86ο, 87η, 100ο, 103ο, 119ο, 120ο, 136ο, 139ο, 194ο, 195ο, 196ο, 199ο, 202η, 207η, 209η, 211η, 214η, 217ο, 224η, 226η, 231η, 237ο, 238ο, 239ο, 245η, 259ο, 267η, 275ο, 299η, 309ο, 310ο, 355η, και 503η έως 513ο των εναγόντων και έγινε δεκτή η αγωγή ως προς τους λοιπούς, σε καθένα από τους οποίους επιδικάστηκαν τα ποσά που αναφέρονται στην απόφαση.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη - αναιρεσείουσα. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 235/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, δικάζοντος ως Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, όσον αφορά τους εφεσιβλήτους για τους οποίους είχε κηρυχθεί κατηργημένη η δίκη και ουσία αβάσιμη ως προς τους λοιπούς, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την αίτηση η εναγομένη- αναιρεσείουσα. 4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν.2190/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι μισθό αποτελεί και κάθε πρόσθετη παροχή πάνω από τα ελάχιστα όρια αυτού, η οποία χορηγείται από τον εργοδότη στο μισθωτό κατά τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας του, τακτικά και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα, νόμιμο ή συμβατικό της παρεχόμενης εργασίας του (ΑΠ 1811/2011, ΑΠ 1812/201, ΑΠ 769/2010, ΑΠ 568/2009).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του ν.765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με την ΠΥΣ 324/-1946) προκύπτει ότι τα προαιρετικώς καταβαλλόμενα στον εργαζόμενο από τους πελάτες του εργοδότη φιλοδωρήματα, έναντι της παρεχόμενης σ` αυτούς εξυπηρετήσεως, αποτελούν μέρος του μισθού μόνον όταν, βάσει ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ο πρώτος παρέχει στο δεύτερο τη δυνατότητα να λαμβάνει τα φιλοδωρήματα και αυτά εισπράττονται τακτικά, έτσι ώστε να επαυξάνουν τις αποδοχές του. 'Οταν αντίθετα ο εργαζόμενος λαμβάνει από τους πελάτες του εργοδότη, χωρίς ρητή ή σιωπηρή συγκατάθεση του τελευταίου, εν αγνοία του ή κατά τρόπο που αντίκειται στην καλή πίστη ή όταν τα φιλοδωρήματα δίνονται εκτάκτως, δεν πρόκειται για μισθολογική παροχή (Α.Π. 177/2001, Α.Π. 13/1992).
5. Στην προκείμενη περίπτωση το ως Εφετείο δίκασαν Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Η εναγομένη κοινοπραξία, που διατηρεί υπό την εκμετάλλευση της το ..., προσέλαβε τους ενάγοντες με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, στο πλαίσιο των οποίων παρείχαν σε αυτήν τις υπηρεσίες τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα του έτους 2006, έχοντας απασχοληθεί ως επόπτες κρουπιέρηδων (inspectors) και κρουπιέρηδες (dealers).
Η σύνθεση και οι όροι των μισθολογικών τους παροχών καθορίστηκαν δυνάμει των από 10.10.1997, 13.07.1999, 05.09.2000, 11.07.2002, 11.04.2003, 25.05.2005 επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας μεταξύ της εναγομένης και της αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων ...". Με τις τελευταίες καθορίστηκε ο τρόπος διανομής και συμμετοχής των εργαζομένων στην οικονομική παροχή των φιλοδωρημάτων, όπως την προβλέπει σχετικά το άρθρο 16 της Υπουργικής Απόφασης 962/17.05.1995 (ΦΕΚ 440/18.05.1995 Τεύχος Β) "Κανονισμός λειτουργίας ελέγχου και διεξαγωγής των παιχνιδιών στο καζίνο", όπου ορίζει ότι:
α) απαγορεύεται στους υπαλλήλους επιτραπέζιων παιγνίων να λαμβάνουν ατομικώς ή ιδιαιτέρως φιλοδωρήματα. Τα φιλοδωρήματα πρέπει να ρίπτονται αμέσως σε ειδικά κουτιά, τα οποία θα είναι τοποθετημένα επί των τραπεζίων των παιγνίων. Στην περίπτωση που δοθούν χαρτονομίσματα αυτά αλλάσσονται με μάρκες από το ταμείο του τραπεζίου και ρίπτονται αμέσως στο κουτί.
Με την λήξη του παιγνίου καταμετρούνται, καταγράφονται σε ειδικό δελτίο, παραδίδονται στο ταμείο του …. και κατανέμονται μηνιαία μεταξύ των υπαλλήλων επιτραπέζιων παιγνίων, όπως θα ορίζεται μετά την συμφωνία των μελών ή τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Σε συμμόρφωση προς τα ανωτέρω, ρυθμίστηκε το πρώτον με την από 10.10.2007 συλλογική σύμβαση εργασίας, όπου προβλέφθηκε η διανομή του φιλοδωρήματος στους εργαζομένους και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 50% καταβαλλόμενο μαζί με τον μισθό τους και μετά τις κρατήσεις για την κοινωνική ασφάλιση και τους φόρους.
Επιπλέον, με την από 13.07.1999 Σ.Σ.Ε. προβλέφθηκε ότι (άρθ. 7.8. αυτής): "Όσον αφορά τους εργαζομένους στις θέσεις dealers και inspectors απαγορεύεται να δέχονται ατομικά φιλοδωρήματα ή δώρα οποιουδήποτε είδους κατά την διάρκεια της εργασίας τους ή μετά από αυτήν. Όλα τα φιλοδωρήματα που θα δίνονται από πελάτες θα συγκεντρώνονται σε ειδικό κουτί που θα υπάρχει σε κάθε τραπέζι ή σε άλλες θέσεις που θα αποφασίζονται από τον Διευθυντή.
Με την λήξη του παιχνιδιού όλα τα φιλοδωρήματα θα μετρώνται και θα καταγράφονται σε ειδικό δελτίο. Αφού καταγραφούν θα δίνονται στο cash desk. Στο τέλος κάθε μήνα, το συνολικό ποσό των φιλοδωρημάτων θα διανέμεται ως εξής: 45% των φιλοδωρημάτων θα παρακρατούνται από την επιχείρηση για αποθεματικό, ώστε να πληρώνει τις επιπλέον εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές, τα δώρα, τα επιδόματα αδείας και τις αποζημιώσεις απολύσεων, που αναλογούν στο ποσό των φιλοδωρημάτων.
Στο τέλος κάθε εξαμήνου (Ιούνιος ή Δεκέμβριος) θα υπάρχει κάποιο ποσό που θα έχει περισσέψει από το αποθεματικό μετά που θα μοιραστούν τα σχετικά ποσά. Το υπόλοιπο 55% των φιλοδωρημάτων θα διανέμεται σε αυτούς τους εργαζομένους μαζί με τον μισθό τους και μετά τις απαραίτητες κρατήσεις για κοινωνική ασφάλιση, φόρους κ.λ.π.
Πιο συγκεκριμένα, η διανομή του 55% των φιλοδωρημάτων στους ανωτέρω υπαλλήλους θα γίνεται ασχέτως του χρόνου προϋπηρεσίας τους. Ο συντελεστής συμμετοχής (βαθμοί) θα είναι τέσσερις βαθμοί για τους inspectors και τρεις για τους dealers. Θα προστίθεται ο αριθμός των βαθμών από όλους τους συμμετέχοντες. Επίσης, στο τέλος του μήνα θα προστίθενται και τα φιλοδωρήματα.
Μετά θα διαιρείται το σύνολο των φιλοδωρημάτων με το σύνολο των βαθμών. Το πηλίκο που θα προκύψει θα πολλαπλασιαστεί με τον συντελεστή που δικαιούται κάθε εργαζόμενος που συμμετέχει και το αποτέλεσμα αυτό θα είναι το ποσό των φιλοδωρημάτων που θα πάρουν οι δικαιούχοι εργαζόμενοι. Οι inspectors και οι dealers λαμβάνουν τα φιλοδωρήματα και στις παρακάτω περιπτώσεις:
α. καθ' όλη την διάρκεια των κανονικών τους αδειών και ρεπό, β. καθ' όλη την διάρκεια των κανονικών τους αδειών και ρεπό, γ. καθ' όλη την διάρκεια της ασθένειας του που θα πιστοποιείται με χαρτί γιατρού από κρατικό φορέα, δ. στις συνδικαλιστικές άδειες που προβλέπονται από τον νόμο, ε. στην άδεια άνευ αποδοχών μετά από γραπτή έγκριση του σωματείου των εργαζομένων που θα ενσωματώνεται σε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ληφθείσα με πλειοψηφία 50% και πλέον.
Για κάθε αδικαιολόγητη απουσία θα περικόπτεται το 1/22 του ποσού των φιλοδωρημάτων που αναλογεί στον εργαζόμενο. Το ποσό αυτό θα μεταφέρεται για διανομή στο τέλος του εξαμήνου μαζί με το ποσό της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου". Με την από 05.09.2000 Σ.Σ.Ε. τροποποιήθηκε ο προβλεπόμενος τρόπος κατανομής του φιλοδωρήματος και συναρτήθηκε ο υπολογισμός των πόντων με την προϋπηρεσία των δικαιούχων εργαζομένων, καθώς ορίστηκε ότι "Η διανομή των φιλοδωρημάτων στους ανωτέρω υπαλλήλους θα γίνεται με μοναδικό κριτήριο την προϋπηρεσία.
Οι κρουπιέρηδες τον πρώτο χρόνο εργασίας θα παίρνουν έναν πόντο και τον δεύτερο και τρίτο χρόνο θα παίρνουν τρεις πόντους. Οι επιθεωρητές τραπεζιών και οι senior inspectors θα παίρνουν τέσσερις πόντους. Για κάθε επιπλέον τριετία θα προστίθεται ένας επιπλέον πόντος. Για την αναλογική διανομή θα προστίθεται ο αριθμός των πόντων όλων των ως άνω δικαιούχων και θα διαιρείται το προς διανομή ποσό των φιλοδωρημάτων με το σύνολο των πόντων.
Το πηλίκο που θα προκύψει θα πολλαπλασιάζεται με τον συντελεστή που δικαιούται κάθε εργαζόμενος που συμμετέχει και το αποτέλεσμα αυτό θα είναι το ποσό που θα καταβάλλεται στους δικαιούχους". Όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των Σ.Σ.Ε. που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγομένης και του αντιπροσωπευτικού οργάνου των εργαζομένων σε αυτήν, καθορίστηκε το μηνιαίο φιλοδώρημα δύο ειδικών κατηγοριών εργαζομένων, των dealers και των inspectors ως παγίως και ανελλιπώς καταβαλλόμενο μέρος των μισθολογικών παροχών προς αυτούς, ανερχόμενο σε σημαντικό ποσοστό των συνολικώς μηνιαίων τακτικών αποδοχών τους.
Καθορίστηκαν, δηλαδή, το ποσοστό επί των συνολικών μηνιαίων φιλοδωρημάτων που εισπράττονταν από την εναγομένη, που αποδίδεται στους εργαζομένους, το αντίστοιχο μέρος που παρακρατεί η τελευταία, ο τρόπος διανομής και υπολογισμού του ποσού που αντιστοιχεί από το συνολικώς διανεμόμενο ποσό σε κάθε εργαζόμενο των ανωτέρω κατηγοριών, συγκεκριμενοποιήθηκαν δηλαδή δεσμευτικά με τις ανωτέρω Σ.Σ.Ε., οι οποίες έχουν διφυή χαρακτήρα (κανονιστικό και συμβατικό) και των οποίων οι κανονιστικοί όροι έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, όλοι οι όροι και οι προϋποθέσεις καταβολής του μέρους του νομίμου μισθού σε καθέναν από αυτούς, το οποίο προέρχεται από φιλοδωρήματα.
Δεν απαιτείται, συνεπώς, η σύναψη πρόσθετης ατομικής συμφωνίας εκάστου με την εναγομένη και κυρίως χωρίς αυτό το δικαίωμα να επιδέχεται περιορισμό, κατάργηση ή επέκταση, είτε μονομερώς από την εναγομένη, ως εργοδότρια εταιρεία, είτε αμφιμερώς με ατομικές συμφωνίες μεταξύ των εργαζομένων και αυτής. Ο μισθολογικός χαρακτήρας του.......
Επιπρόσθετα, περικόπτεται το 1/22 του μηνιαίου ποσού τους για κάθε αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία, όπως συμβαίνει με τον βασικό μισθό, ενώ οι δικαιούμενοι φιλοδωρήματος εργαζόμενοι αποτελούσαν διακεκριμένη κατηγορία εργαζομένων, το ποσοστό αύξησης των αποδοχών των οποίων καθορίστηκε διαφορετικό (έστω και αυξημένο) από τους λοιπούς εργαζόμενους κατά την Σ.Σ.Ε.
της 25.05.2005, που ρύθμισε τις αποδοχές για το έτος 2005 και για το επίδικο χρονικό διάστημα, στοιχείο που ενισχύει την κρίση ότι λαμβανόταν υπόψη το ποσό των φιλοδωρημάτων για τον καθορισμό του ποσοστού των αυξήσεων. Επιπλέον, με την από 05.09.2000 Σ.Σ.Ε. προβλέφθηκαν νέα ποσά βασικού μισθού μόνο για τις ανωτέρω κατηγορίες εργαζομένων, επί των οποίων θα υπολογιζόταν η συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή με το γενικώς ισχύον ποσοστό της.
Τέλος, με την από 25.05.2005 Σ.Σ.Ε. ρυθμίστηκαν αμιγώς μισθολογικά ζητήματα, ήτοι οι βασικοί μισθοί, τα επιδόματα, οι περιπτώσεις περικοπής του φιλοδωρήματος και οι αποδοχές των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο. Τον μισθολογικό χαρακτήρα του διανεμόμενου φιλοδωρήματος στους δικαιούχους εργαζομένους της εναγομένης κοινοπραξίας έχουν κρίνει οι υπ' αριθ. 6714/2003 και 6549/2002 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω της πρόβλεψης τους βάσει νομικών διατάξεων - των ανωτέρω Σ.Σ.Ε.- και της τακτικής καταβολής τους, κανονιστικά ρυθμιζόμενης, που οδηγεί σε επαύξηση των τακτικών αποδοχών τους.
Υπήρξε, συνεπώς, ρητή συμφωνία για την είσπραξη των φιλοδωρημάτων, που οδηγούσε σε επαύξηση του μισθού τους, με κριτήρια που καθορίστηκαν στο πλαίσιο συλλογικής αυτονομίας, αντικειμενικά και γενικώς ισχύοντα για όλους τους δικαιούχους εργαζομένους, ανεξάρτητα από το συμπτωματικό γεγονός της απασχόλησης του εργαζομένου στο τραπέζι, όπου καταβάλλεται κάθε μεμονωμένο ποσό φιλοδωρήματος, ανεξάρτητα αν κάποια συγκεκριμένη ημέρα στην οποία απασχολήθηκαν ορισμένοι εργαζόμενοι δεν χορηγήθηκαν καθόλου φιλοδωρήματα ή αν τα τελευταία δόθηκαν κατά τις νυκτερινές ή πρωινές ώρες.
Χορηγούνταν δε μόνον στις ως άνω ειδικότητες εργαζομένων (dealers και inspectors), στοιχείο που ενισχύει την κρίση ότι τα φιλοδωρήματα συνιστούσαν επί της ουσίας αντάλλαγμα των παρεχόμενων στην εναγομένη υπηρεσιών.
Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση το φιλοδώρημα αποτέλεσε μισθό, εφόσον δόθηκε κατά ρητή συμφωνία με τον εργοδότη, μη δεκτική τροποποίησης, περιορισμού ή κατάργησης μονομερώς ή αμφιμερώς με μεμονωμένες συμφωνίες μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, κατά τρόπο απολύτως τακτικό, ενώ επαύξανε τις καταβληθείσες αποδοχές, και συγκεκριμένα νόμιμο μισθό προβλεπόμενο από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Αποτελούσε, δηλαδή, οικειοθελή μεν παροχή, η οποία, όμως, καταβαλλόταν ανελλιπώς, ως πάγιο τμήμα του νόμιμου μισθού (με κυμαινόμενο μόνο το επιμέρους ποσό της), τον οποίο απάρτιζε μαζί με τον βασικό μισθό και τα επιδόματα. Παρά ταύτα, η εναγομένη δεν συνυπολόγιζε μέρος του νομίμου μισθού των εναγόντων, εργαζομένων στις ανωτέρω "παραγωγικές ειδικότητες", ήτοι τα φιλοδωρήματα, για την εξεύρεση των προσαυξήσεων για την εργασία της Κυριακής και των αργιών, καθώς και για την νυκτερινή εργασία, 75% και 25%, αντίστοιχα επί του νομίμου ημερομισθίου.
Ειδικότερα, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (01.01.2006-31.12.2006) καθένας από τους ενάγοντες απασχολήθηκε στην εναγομένη ακολουθώντας το εβδομαδιαίο πρόγραμμα απασχόλησης που προσδιορίζεται στους παρατιθέμενους πίνακες προγραμμάτων εργασίας όλων τους στην εναγομένη, οι οποίοι αποτελούν, όπως εκτέθηκε και ανωτέρω, αναπόσπαστο τμήμα του κρινόμενου δικογράφου και υπογράφονται από τον Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού της τελευταίας, ενώ έχουν θεωρηθεί από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης ….
Οι πίνακες αυτοί προσκομίζονται με επίκληση και ως αποδεικτικά μέσα από τους ενάγοντες. Επιπλέον, προσκομίζονται με επίκληση και οι ομοίως ενσωματωμένες στο δικόγραφο της αγωγής καταστάσεις των μηνιαίων διανομών φιλοδωρημάτων, στις οποίες αναφέρονται και τα φιλοδωρήματα που αναλογούσαν στους εργαζομένους ανάλογα με την ειδικότητα και την προϋπηρεσία τους (tips inspectors και tips dealers), υπογεγραμμένες από υπάλληλο του τμήματος μισθοδοσίας της εναγομένης.
Η τελευταία προέβη σε γενική, κατ' εκτίμηση της μορφής απάντησης της στην κρινόμενη αγωγή, άρνηση των δικαιούμενων ποσών και του τρόπου υπολογισμού αυτών, καθώς περιορίστηκε σε άρνηση της αγωγής για κάθε επιμέρους κεφάλαιο και ποσό, καθώς και για τους χρόνους απασχόλησης, ενώ δεν έχει προβεί σε διαφορετικό υπολογισμό για κανέναν εκ των εναγόντων, παρά το γεγονός ότι διαθέτει την ανάλογη οικονομική υπηρεσία, ούτε δε αμφισβητεί την γνησιότητα των εγγράφων που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από τους ενάγοντες και συνιστούν επιπλέον τμήμα της ένδικης αγωγής.
Με βάση τα ανωτέρω, οι ενάγοντες(ως προς τους οποίους κρίθηκε κατ'ουσίαν η αγωγή) δικαιούνται να λάβουν τα αιτούμενα με την αγωγή τους χρηματικά ποσά.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι το αναλογούν σε καθένα από τους ενάγοντες ποσοστό φιλοδωρημάτων αποτελεί μέρος του νομίμου μισθού των εναγόντων για την εξεύρεση των προσαυξήσεων για την εργασία της Κυριακής, των αργιών, και την νυκτερινή εργασία, καθώς και ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν τα αιτούμενα με την αγωγή τους χρηματικά ποσά, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, καθώς και ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον τρίτο και τον πέμπτο λόγο εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα".
Μετά απ'αυτά το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, απέρριψε την έφεση της εναγομένης από ουσιαστική άποψη, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως. 6. Κρίνοντας, έτσι το άνω δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653, 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2190/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 6 του ν. 765/1943, 16 της Υ.Α. 962/1995, περί Κανονισμού λειτουργίας ελέγχου και διεξαγωγής των παιγνιδιών στα …., τις 8900/1946, 18310/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και τις από 10-10-1997, 13-7-1999, 5-9-2000, 11-7-2002, 11-4-2003 και 25-5-2005 Επιχειρησιακές ΣΣΕ (ΕΣΣΕ) της εναγομένης και της αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων ...", οι οποίες είναι εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση.
Ειδικότερα, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι
α)από τα φιλοδωρήματα, τα οποία δεν λαμβάνονται απευθείας από τους εργαζόμενους αλλά συλλέγονται, κατά την προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, και καταμετρώνται με ευθύνη της αναιρεσείουσας, το 55% κατανέμονται στους δικαιούχους μετά τις απαραίτητες κρατήσεις για κοινωνική ασφάλιση, φόρους κλπ., ενώ το υπόλοιπο 45% παρακρατείται από την επιχείρηση για αποθεματικό για την κάλυψη των επιπλέον εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, τα δώρα, τα επιδόματα αδείας, που αναλογούν στο ποσό των φιλοδωρημάτων κάθε εργαζόμενου,
β)ότι τα φιλοδωρήματα συνυπολογίζονται για τον καθορισμό της νόμιμης αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως,
γ)ότι σε περίπτωση αδικαιολόγητης απουσίας εργαζόμενου περικόπτεται μέρος (1/22) του μηνιαίου ποσού και
δ) ότι δόθηκαν(τα φιλοδωρήματα) κατά ρητή συμφωνία με τον εργοδότη, μη δεκτική τροποποίησης, περιορισμού ή κατάργησης μονομερώς ή αμφιμερώς με μεμονωμένες συμφωνίες μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, κατά τρόπο τακτικό, και επαύξαναν τις καταβληθείσες αποδοχές, συνιστούν συμφωνία μεταξύ της εργοδότριας αναιρεσείουσας και των εργαζομένων αναιρεσιβλήτων για την απόληψη, τακτικώς, των φιλοδωρημάτων των πελατών, τα οποία αποτελούν αντάλλαγμα των παρεχομένων στην αναιρεσείουσα από τους αναιρεσίβλητους υπηρεσιών και επαυξάνουν τις αποδοχές τους και ως εκ τούτου αποτελούν μισθό, το δε κυμαινόμενο αυτών, δηλαδή το μη επακριβώς εκ των προτέρων προσδιορισμένο ποσό αυτών δεν αναιρεί το χαρακτήρα των φιλοδωρημάτων ως μισθού.
Συνεπώς οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης, από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι τα φιλοδωρήματα των πελατών δεν αποτελούν μισθό είναι αβάσιμες.
7. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ` απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η πεποίθηση, ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ` αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.Α.Π. 62/1990, Ολ.Α.Π. 56/1990).
Εξάλλου η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν συνιστά καθ` εαυτήν ειδική περίσταση, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της άσκησης του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη (Ολ.Α.Π. 5/2011).
Τέλος, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (παράβλεπε ΑΠ 1102/2003).
8. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, είχε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως της ενδίκου αξιώσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, συνισταμένης στο γεγονός ότι, στις καταρτισθείσες Ε.
Σ.Σ. Ε. δεν υπήρξε πρόβλεψη περί προσαύξησης νυχτερινής εργασίας και εργασίας τις Κυριακές και αργίες επί του ποσού των φιλοδωρημάτων, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη προέβλεψαν ότι ο νόμιμος μισθός θα συντίθεται από τον βασικό μισθό και τα προβλεπόμενα επιδόματα, και ότι ο υπολογισμός της προσαύξησης δεν αμφισβητήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από το 1997 έως τον Δεκέμβριο του 2003 καθώς και ότι, αν συνυπολογιστούν οι προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες και επί των φιλοδωρημάτων, θα επέλθουν δυσμενείς και δυσβάστακτες οικονομικές επιπτώσεις στην επιχείρηση της εναγομένης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό, τον άνω ισχυρισμό επανέφερε νομίμως η εναγομένη με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Από την επισκόπηση δε της προσβαλλομένης, επί του άνω ισχυρισμού αυτή δέχθηκε τα εξής: "Η τακτική καταβολή του διανεμόμενου ποσοστού του φιλοδωρήματος ρυθμίστηκε κανονιστικά με επάλληλες Σ.Σ.Ε.
επαυξάνοντας τις αποδοχές των εργαζομένων και αποτελώντας κατά τον τρόπο αυτόν μέρος του μισθού τους, ενώ ήδη από το έτος 2000 οι εργαζόμενοι στην εναγομένη οχλούν την τελευταία για την καταβολή του ποσού της προσαύξησης επί των φιλοδωρημάτων, είχαν δε εκδοθεί οι υπ' αριθ. 1022/2003, 1024/2003 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών και οι υπ' αριθ. 6714/2003 και 6549/2002 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τις οποίες κρίθηκε ότι προδήλως τα φιλοδωρήματα που καταβάλλονταν με το ανωτέρω σύστημα διανομής στους εργαζομένους της εναγομένης είχαν μισθολογικό χαρακτήρα.
Εξάλλου, η συμπεριφορά των εναγόντων δεν συνιστά αδράνεια ικανή να δημιουργήσει στην εργοδότρια επιχείρηση την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν τα δικαιώματα τους. Τέλος, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι αν συνυπολογιστούν οι προσαυξήσεις νυχτερινής εργασίας και εργασίας σε ημέρα Κυριακή και αργία θα επέλθουν δυσμενείς και δυσβάστακτες συνέπειες στην εναγομένη, δεδομένης και υποβολής από πλευράς της αίτησης έγκρισης της έναρξης διαδικασίας εξυγίανσης και επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, δεν κρίνεται ως νόμω βάσιμος, καθώς το γεγονός αυτό, αληθές υποτιθέμενο, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση των δικαιωμάτων των εναγόντων.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τους προβληθέντες ισχυρισμούς περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγικής αξιώσεως, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον τέταρτο λόγο εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα". 9. Με βάση τα ανωτέρω το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό και λόγο έφεσης, της εκεί εκκαλούσας-εναγομένης, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε ομοίως αποφανθεί και απορρίψει τον σχετικό ισχυρισμό, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού από τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Ειδικότερα με τις παραδοχές του το Δικαστήριο, ότι ήδη από το έτος 2000 οι εργαζόμενοι στην εναγομένη, "οχλούν" την τελευταία για την καταβολή του ποσού της προσαύξησης επί των φιλοδωρημάτων, ότι είχαν εκδοθεί οι υπ' αριθ. 1022/2003, 1024/2003 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών και οι υπ' αριθ. 6714/2003 και 6549/2002 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τις οποίες κρίθηκε ότι προδήλως τα φιλοδωρήματα που καταβάλλονταν με το ανωτέρω σύστημα διανομής στους εργαζομένους της εναγομένης είχαν μισθολογικό χαρακτήρα, ότι η συμπεριφορά των εναγόντων ενόψει των άνω δεν συνιστά αδράνεια ικανή να δημιουργήσει στην εργοδότρια επιχείρηση την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν τα δικαιώματα τους, ορθά ερμήνευσε την άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία επίσης ορθά δεν εφάρμοσε, διότι υπό τα άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο με την παραδοχή του, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν αδράνησαν στην άσκηση του σχετικού δικαιώματός τους, διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που κλονίζουν το πόρισμά του, είναι αβάσιμος επίσης και απορριπτέος.
Ειδικότερα με τις παραδοχές του το Εφετείο, ότι οι εργαζόμενοι της εναγομένης ήδη από το έτος 2000 οχλούν την τελευταία για την καταβολή του ποσού της προσαύξησης επί των φιλοδωρημάτων, ότι ήδη είχαν εκδοθεί από το έτος 2003 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών και από το έτος 2002 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έκριναν επί του άνω ισχυρισμού των εναγόντων ότι τα φιλοδωρήματα που καταβάλλονταν με το ανωτέρω σύστημα στους εργαζομένους της εναγομένης είχαν μισθολογικό χαρακτήρα καθώς και ότι η συμπεριφορά τους ενόψει των άνω δεν συνιστά αδράνεια ικανή να δημιουργήσει στην εργοδότρια επιχείρηση την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της αδράνειας ή μη των εναγόντων στην άσκηση των ενδίκων απαιτήσεών τους και γενικά των εργαζομένων της εναγομένης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού, αναφέρονται με επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε, ήτοι του άρθρου 281 ΑΚ. 10.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Πρέπει δε να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττημένη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Υπέρ των ερήμην δικασθέντων αναιρεσιβλήτων δεν θα επιβληθούν δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας, ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην των 2ου, 3ης, 6ης, 7ης, 8ου, 10ου, 11ου, 14ου, 16ου, 17ου, 18ου, 19ης, 23ου, 27ου, 30ης, 32ης, 34ης, 35ου, 37ης, 45ης, 48ου, 49ης, 50ης, 52ου, 56ης, 59ης, 64ης, 65ου, 67ης, 68ης, 70ης, 71ης, 72ης, 75ου, 82ης, 83ου, 84ης, 88ου, 92ης, 96ου, 97ης, 99ου, 101ης, 109ου, 110ης, 117ης, 122ου, 123ου, 129ης, 134ης, 137ου, 143ης, 145ου, 148ου, 149ου, 151ης, 157ου, 161ου, 163ου, 169ης, 170ου, 171ης, 172ου, 174ου, 175ης, 176ης, 178ης, 186ης, 197ου, 201ης, 202ης, 205ης, 210ου, 211ης, 212ης, 213ου, 214ης, 215ης, 216ου, 218ης, 222ης, 223ης, 226ου, 231ου, 232ης, 235ου, 236ης, 237ου, 238ης, 240ης, 244ης, 250ου, 251ου, 259ου, 262ου, 265ης, 268ης, 271ου, 273ου, 277ης, 278ου, 280ης, 281ου, 283ου, 284ης, 287ου, 294ης, 301ου, 305ης, 306ου, 310ου, 312ου, 315ης, 317ου, 318ου, 321ης, 328ης, 333ου, 337ης, 340ου, 343ης, 347ης, 356ης, 362ης, 372ης, 373ης, 374ης, 375ης, 376ης, 381ης, 383ης, 385ης, 386ης, 390ου, 391ου, 392ου, 394ου, 396ης, 397ου, 401ου, 403ου, 404ου, 406ης, 408ου, 411ου, 413ου, 414ης, 417ου, 419ης, 420ης, 421ου, 422ης, 424ης, 425ου, 428ης, 430ου, 431ης, 432ης, 434ης, 436ου, 442ης, 444ης, 451ου, 463ης, 464ης, 465ου και 466ης, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Απορρίπτει την από 19-12-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 235/2016 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάζοντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσιβλήτων
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 12 Φεβρουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ