443/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated443/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στα πλαίσια της ανωτέρω εμπορικής της δραστηριότητας εμφανίστηκε στο κατάστημά της ο Ι. Λ., επικαλούμενος ότι είναι εργολάβος της εναγομένης και ότι λειτουργεί για λογαριασμό της, και αγόρασε, δυνάμει προφορικών συμβάσεων πώλησης, ποσότητες σιδήρου και λοιπά οικοδομικά υλικά, συνολικής αξίας 18.025,41 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει στις εργασίες που εκτελούσε στο ξενοδοχείο της εναγομένης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 443 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 443/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ερασμία Σωτηροπούλου. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εμπορικής βιοτεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργύριο - Ιωάννη Δεμερτζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης κατά της αναιρεσείουσας, με αίτημα την καταψήφιση τιμήματος πωλήσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 56/2015 απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου που την απέρριψε ως αβάσιμη. Μετά από έφεση της αναιρεσείουσας-εναγομένης εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθ. 140/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα-εφεσίβλητη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2, 22 του ν. 2190/1920, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 29 ν. 3604/2007, 65, 67, 68, 70, 211, 21, 229, 232 και 713 του ΑΚ, συνάγεται ότι το δικαίωμα της οργανικής εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρείας ανήκει στο διοικητικό συμβούλιό της που ενεργεί είτε συλλογικά είτε με υποκατάστατα πρόσωπα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή και τρίτα πρόσωπα, στα οποία, εφόσον το καταστατικό της εταιρείας το επιτρέπει, αναθέτει, ολικά ή μερικά, την εκπροσώπηση της εταιρείας ή τη διαχείριση της περιουσίας της και τα οποία εκφράζουν πρωτογενώς τη βούληση της εταιρείας, ως όργανα της διοίκησής της, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό.
Δεν εμποδίζεται, ωστόσο, το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ή και τα υποκατάστατα αυτού όργανα να αναθέσουν με απόφασή τους, που μπορεί κατά περίπτωση να είναι άτυπη και να συνάγεται και ερμηνευτικώς, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, την εκτέλεση συγκεκριμένων νομικών πράξεων σε τρίτον, λ.χ. υπάλληλο της εταιρείας ή άλλο πρόσωπο, που ενεργεί στο όνομα ή για λογαριασμό της εταιρείας ως άμεσος αντιπρόσωπός της ή ανάλογα ως εντολοδόχος της (έμμεσος αντιπρόσωπος).
Τα πρόσωπα αυτά συνάγεται ότι ενεργούν ως άμεσοι αντιπρόσωποι της εταιρείας κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας, όταν η εξωτερίκευση της δράσης τους, που εμφανίζεται στο κοινό, παρέχει την εντύπωση, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές για το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, ότι με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ή των υποκατάστατων οργάνων της διοίκησής της ή έστω με την ανοχή τους ανατέθηκε στα πρόσωπα αυτά ο κύκλος εργασιών, που περιλαμβάνει και τη δικαιοπραξία στην οποία συνέπραξαν (ΑΠ 470/2006, 1005/2007, 112/2008, 1191/2009, 1789/ 2013, 1324/2014, ΑΠ 473/2016).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στην εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία πρώτων υλών, βοηθητικών υλών, ως και έτοιμων προϊόντων-μεταλλοβιομηχανίας, καθώς και στις οικοδομικές και κατασκευαστικές επιχειρήσεις.
Στα πλαίσια της ανωτέρω εμπορικής της δραστηριότητας εμφανίστηκε στο κατάστημά της ο Ι. Λ., επικαλούμενος ότι είναι εργολάβος της εναγομένης και ότι λειτουργεί για λογαριασμό της, και αγόρασε, δυνάμει προφορικών συμβάσεων πώλησης, ποσότητες σιδήρου και λοιπά οικοδομικά υλικά, συνολικής αξίας 18.025,41 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει στις εργασίες που εκτελούσε στο ξενοδοχείο της εναγομένης.
Συγκεκριμένα ..... Όλα τα ανωτέρω εμπορεύματα παραδόθηκαν από την ενάγουσα στην εναγομένη και συγκεκριμένα στην ξενοδοχειακή της εγκατάσταση στην Αλεξανδρούπολη, εκπληρώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις υποχρεώσεις της από τις προαναφερθείσες συμβάσεις πώλησης. Ωστόσο, η εναγόμενη δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα στην ενάγουσα το τίμημα από την πώληση των ανωτέρω εμπορευμάτων οφείλοντας σε αυτή το ποσό των 18.025,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου και συγκεκριμένα από 28-7-2008 για τα επιμέρους ποσά των 85,99 και 395,89 ευρώ και από 2-8-2008 για τα επιμέρους ποσά των 16.804,36 και 739,17 ευρώ.
Η εναγόμενη, απαντώντας στην αγωγή, ισχυρίσθηκε ότι η ίδια δεν συναλλάχθηκε με την ενάγουσα, ισχυριζόμενη, περαιτέρω ότι η ίδια, δυνάμει του από 1-8-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού και του από 4-8-2008 τροποποιητικού συμφωνητικού αυτού, είχε αναθέσει στον Ι. Λ. την κατασκευή των μεταλλικών τμημάτων της ξενοδοχειακής της εκμετάλλευσης και ότι ο τελευταίος, προς εκπλήρωση της ανωτέρω συμβατικής του υποχρέωσης, αγόρασε για δικό του λογαριασμό τα ανωτέρω εμπορεύματα.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος, αναιρείται δε προεχόντως από το γεγονός ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα τιμολόγια εκδόθηκαν στο όνομα της εναγομένης και υπογράφηκαν από τον Ι. Λ.. Είναι προφανές ότι αν η ενάγουσα είχε πράγματι συμβληθεί με τον τελευταίο, τα τιμολόγια θα εκδίδονταν στο όνομά του, γεγονός το οποίο θα αξίωνε και ο ίδιος ο Ι.
Λ., έχοντας προφανές και άμεσο οικονομικό - φορολογικό όφελος. Ο ισχυρισμός, εξάλλου, της εναγομένης ότι για να έχουν αποδεικτική ισχύ τα ένδικα τιμολόγια θα πρέπει να φέρουν υπογραφές του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης ή εξουσιοδοτημένου από αυτόν προσώπου κρίνεται αβάσιμος, καθώς η πλήρωση της ανωτέρω προϋπόθεσης είναι αναγκαία, όχι για να αποδειχθεί η σύναψη της σύμβασης πώλησης, αλλά για να καταστεί δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η εναγομένη δεν συμβλήθηκε στις ανωτέρω συμβάσεις πώλησης με την ενάγουσα, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι ο Ι. Λ. ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εναγομένης, ελλείψει ειδικής προς τούτο γραπτής εξουσιοδότησης ή πληρεξουσιότητας του Διοικητικού Συμβουλίου, με την οποία να μπορεί, δια της υπογραφής του, να δεσμεύει την εταιρεία και να συνάπτει για λογαριασμό της συμβάσεις πώλησης.
Ωστόσο ... η ανάθεση συγκεκριμένων πράξεων σε τρίτο πρόσωπο από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ή τα υποκατάστατα του όργανα μπορεί να είναι και άτυπη, όπως εν προκειμένω, που πρόκειται για άτυπη σύμβαση (πώληση)." Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη και δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο ως Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2, 22 του ν. 2190/1920, 65, 67, 68, 70, 211, 216, 229, 232 και 713 του ΑΚ και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του, δηλαδή ότι οι επίδικες ποσότητες σιδήρου αγοράστηκαν από την αναιρεσίβλητη με συμβάσεις που κατάρτισε για λογαριασμό της με την αναιρεσείουσα ο Ι.
Λ. ως άμεσος αντιπρόσωπός της στα πλαίσια σχετικής πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε με βάση το καταστατικό της ατύπως από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, οπότε αντισυμβαλλόμενος αυτής (αναιρεσίβλητης), που οφείλει να πληρώσει το τίμημα των πωληθέντων, είναι η αναιρεσείουσα. Επομένως, είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο (κατά το δεύτερο σκέλος του) και τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι κατά λοιπά απαράδεκτοι διότι υπό το πρόσχημα των πλημμελειών αυτών προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν σε δήθεν ελλείψεις σχετικές με την ανάλυση, στάθμιση και γενικώς την εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή αμφισβητείται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την ουσία της υπόθεσης.
Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το πρώτο του σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 443, 444 και 447 ΚΠολΔ με την επίκληση ότι η προς τον Ι. Λ. παρασχεθείσα πληρεξουσιότητα έπρεπε να αποδεικνύεται εγγράφως, είναι απαράδεκτος γιατί οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, που καθορίζουν τον τρόπο και τα μέσα απόδειξης ενός γεγονότος, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, όπως απαιτείται για το παραδεκτό του προβαλλόμενου λόγου.
Είναι επίσης απαράδεκτος και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι προβάλλεται αιτίαση αντίστοιχη με την προβλεπόμενη από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι πρόκειται για αναίρεση κατά αποφάσεως πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου και τέτοιος λόγος δεν προβλέπεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.
Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτος και ο δεύτερος λόγος ως προς τον πρώτο και δεύτερο σκέλος του, διότι με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις αντίστοιχες με τις προβλεπόμενες από τον αριθμό 11 γ' και α' αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα α) ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα ιδιωτικά συμφωνητικά που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε, καθώς και β) ότι έλαβε υπόψη, παρότι λήφθηκαν χωρίς τη νόμιμη κλήτευσή της, τις δύο ένορκες βεβαιώσεις που η αναιρεσίβλητη είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει.
Όπως ήδη σημειώθηκε, πρόκειται για αναίρεση κατά αποφάσεως πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου και τέτοιος λόγος δεν προβλέπεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο τούτο περιπτώσεως προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν από όσα το δικαστήριο εκείνο δέχεται δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει κενό ή ασάφεια στην παραπάνω δήλωση, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση σε αυτό θα κριθεί αν ήταν ή όχι εφαρμοστέοι οι παραπάνω ερμηνευτικοί κανόνες.
Εν προκειμένω, με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου του αναιρετηρίου προβάλλεται κατ' ορθή εκτίμηση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι από τον αριθμό 5 αυτού) ότι το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην παραδοχή του ότι ο Ι. Λ. κατά την κατάρτιση των ένδικων πωλήσεων ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης προέβη σε ερμηνεία των συμβάσεων αυτών κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ χωρίς ωστόσο να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας οι παραδοχές αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε κενό στις συμβάσεις και δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2017 αίτηση της ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 140/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Μαρτίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ