443/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated443/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 443 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 443/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Γ. του Μ., που δεν παραστάθηκε και 2) Α. Φ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Κ., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Σ. Γ. του Μ. (1ος) απεβίωσε στις 19-7-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α. Α. χα Σ. Γ., β. Α. Γ. του Σ. και γ. Ε. Γ. του Σ., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από τον ίδιο, κατέθεσε δε στο Γραμματέα την από 16-12-2016 γνωστοποίηση διακοπής της δίκης - δήλωση συνέχισης αυτής.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Β., 2) Β. Α. του Γ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Λουκόπουλο, ενώ οι 1ος και 2ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-7-2004 (αρ. εκθ. καταθ. 26206/2007 και 26207/2007) αγωγές του ήδη 2ου των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Σ. Γ. του Μ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με την από 10-10-2004 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2245/2006 εν μέρει οριστική και 38900/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 473/2009 μη οριστική και 1418/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-11-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου διάβασε την από 22-3-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 4-11-2014 αιτήσεως για αναίρεση της 1418/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1418/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α επ. Κ.Πολ.Δ.), και με την οποία, κατά το ενδιαφέρον μέρος, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν εν μέρει αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα. Ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης και την αντέφεση που άσκησαν οιι αναιρεσίβλητοι, ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας κατά τούτο αυτήν (πρωτοβάθμια απόφαση), που είχε δεχθεί τα ίδια. Περαιτέρω το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση ως προς το δεύτερο των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αντέφεση και εξαφάνισε ως προς το διάδικο αυτόν την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί ως κατά ένα μέρος βάσιμη την αγωγή για τον ίδιο διάδικο.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α', 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β', γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο πρώτος των αναιρεσειόντων απεβίωσε την 19-7-2016 δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Α. Γ. και από τα τέκνα του Α. και Ε. Γ.. Κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (16-12-2016) οι κληρονόμοι του αυτοί με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου του παραπάνω καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνον τη διακοπείσα δίκη.
Ο θάνατος του πρώτου των αναιρεσειόντων και η ιδιότητα των προαναφερομένων, ως κληρονόμων του, αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, τα πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης και μη αποποίησης από τους ίδιους της κληρονομίας του καθώς και από το πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα περί μη δημοσίευσης διαθήκης αυτού.
Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη. Περαιτέρω κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκαν ο πρώτος και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 1-4-2016, κατά την οποία όμως η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (16-12-2016), με σχετική επισημείωση στο πινάκιο. Από τις 9294Β και 9295Β/29-1-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Σ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (1-4-2016) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στους παραπάνω απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους. Έτσι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση γι' αυτούς.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 Α.Κ. σαφώς προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, η κρίση, ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ. η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
Α.Κ., προκύπτει, ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια του άρθρου 300 Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν της.
Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., η κρίση όμως για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλείψεις ως προς την αιτιολογία ή αντιφάσεις αναφερόμενες στην ελάσσονα πρόταση και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας στον προσήκοντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων στο τροχαίο ένδικο ατύχημα, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την …-9-2003 και περί ώρα 11.20' στη … ο πρώτος εναγόμενος (Γ. Α.) οδηγώντας το ΝΖΜ ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας του ίδιου και του δεύτερου εναγομένου (Β. Α.) και ασφαλισμένου στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ("ΦΟΙΝΙΞ - ΜΕΤROLIFΕ Α.Ε."), εκινείτο επί της οδού Ω. με κατεύθυνση προς την περιφερειακή οδό. Κατά τον ίδιο χρόνο ο δεύτερος ενάγων (Α. Φ.) οδηγώντας την ΝΕΚ ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος (Σ.
Γ.), εκινείτο στην ίδια οδό και προς την ίδια κατεύθυνση με του εναγομένου, τον οποίο ακολουθούσε, όταν τα οχήματά τους πλησίαζαν στη συμβολή της παραπάνω οδού με την οδό Μ.. Στο σημείο αυτό η ως άνω οδός Ω. είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση και διπλής κατεύθυνσης με συνολικό πλάτος οδοστρώματος δέκα (10) μέτρων, δε διέθετε δε οριζόντια διαγράμμιση για τα αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας.
Επικρατούσε καλοκαιρία, η ορατότητα και για τους δύο οδηγούς δεν περιοριζόταν από κάποιο εμπόδιο, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά και η κίνηση των οχημάτων αραιή. Ο προπορευόμενος Γ. Α., έχοντας πρόθεση να στρίψει αριστερά και να εισέλθει στην οδό Μ., λόγω έλλειψης της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, δεν πλησίασε προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, ούτε έλεγξε ότι μπορούσε να αλλάξει την κατεύθυνσή του με ασφάλεια, όπως όφειλε να πράξει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 2 και 4 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), αλλά αφενός εκινείτο στο μέσο της οδού Ω.
και αφετέρου προέβη στον ελιγμό τη στιγμή που ο Α. Φ. τον προσπερνούσε από τα αριστερά του κινούμενος μέσα στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του Γ. Α. ήταν να παρεμβληθεί στην πορεία του Α. Φ. και να προσκρούσει με σφοδρότητα η οδηγούμενη από αυτόν μοτοσικλέτα στην αριστερή πλευρά του δικού του αυτοκινήτου.
Στη συνέχεια η ανατραπείσα μοτοσικλέτα σύρθηκε επί του οδοστρώματος και ακινητοποιήθηκε αρκετά μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης, δίπλα από το πεζοδρόμιο της οδού Μ.. Από τα παραπάνω περιστατικά, που προκύπτουν ιδίως από την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος του Π.
Σ., Αστυφύλακα της ΥΤΘ/ΤΟΤΑ, αποδεικνύεται ότι για το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίστηκε ο Α. Φ., όπως πιο κάτω θα αναφερθεί, υπαίτιος είναι ο Γ. Α., οδηγός του ΝΖΜ ... αυτοκινήτου. Όμως, στην πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του συνετέλεσε κατά ποσοστό 30% και ο Α.
Φ., οδηγός της μοτοσικλέτας, καθόσον αυτός, επίσης από αμέλεια, εκινείτο με υπερβολική για τις συγκεκριμένες συνθήκες ταχύτητα (προσέγγιση σε ισόπεδο οδικό κόμβο), κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 2 και 3 του ΚΟΚ και, οπωσδήποτε, κατά πολύ μεγαλύτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου των 50 χιλιόμετρων την ώρα για κατοικημένη περιοχή (παράβαση άρθρου 20 παρ. 1 του ΚΟΚ), γεγονός που προκύπτει από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης (εκτίναξη της μοτοσικλέτας σε μεγάλη απόσταση).
Αποτέλεσμα της αντικανονικής αυτής οδηγητικής συμπεριφοράς του ήταν να μη μπορέσει να αποφύγει τη σύγκρουση με το ΝΖΜ ... αυτοκίνητο, αν και αντιλήφθηκε την αλλαγή της κατεύθυνσής του από ικανή απόσταση (μεγαλύτερη των οκτώ μέτρων), είτε με πέδηση των φρένων είτε με αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, όπου υπήρχε επαρκής ελεύθερος χώρος.
Συνεπώς, η προβληθείσα ένσταση των εναγομένων για συνυπαιτιότητα του Α. Φ. στην πρόκληση του ατυχήματος πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά το προαναφερόμενο ποσοστό (30%), το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που για τους ίδιους λόγους δέχθηκε την ένσταση αυτή κατά το ίδιο ποσοστό, δεν έσφαλε, ώστε είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης και της αντέφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας Α. Φ.. Ειδικότερα α) δεν αναφέρει ποια ήταν η ταχύτητα με την οποία αυτός εκινείτο κατά τη στιγμή της συγκρούσεως, β) διαλαμβάνει αντιφατική αιτιολογία, διότι ενώ αρχικά δέχεται ότι ο οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου προέβη στον ελιγμό τη στιγμή που ο Α.
Φ. τον προσπερνούσε από τα αριστερά, στη συνέχεια ότι ο τελευταίος δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο, αν και αντιλήφθηκε την αλλαγή της κατεύθυνσής του από απόσταση μεγαλύτερη των οκτώ μέτρων και γ) δεν διευκρινίζει αν ο οδηγός του αυτοκινήτου κατέστησε γνωστή στους όπισθεν κινούμενους οδηγούς την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει τον ανωτέρω προς τα αριστερά ελιγμό του, θέτοντας σε λειτουργία τους αριστερούς δείκτες πορείας του αυτοκινήτου του.
Έτσι καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαιτιότητας του δευτέρου αναιρεσείοντος Α. Φ. για το ένδικο ατύχημα. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.
Περαιτέρω οι προβλεπόμενες από το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ. γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, δε συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσον, αλλά έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα καλύπτει και αυτές.
Ενώ η πραγματογνωμοσύνη, που διεξήχθη με διαταγή του δικαστηρίου αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσον (339, 383 Κ.Πολ.Δ.) διαφορετικό δηλαδή από τα έγγραφα και επομένως, εφ' όσον έγινε επίκληση και προσκομιδή της σχετικής γνωμοδότησης του πραγματογνώμονα από κάποιον από τους διαδίκους, οφείλει το δικαστήριο να τη λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει αυτήν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κάνοντας ειδική μνεία γι' αυτήν στην απόφασή του.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το είδος, την έκταση και τις συνέπειες του τραυματισμού από το ένδικο ατύχημα του δεύτερου αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορθοπεδικού χειρουργού Ι.
Α., την οποία αυτός διενήργησε με βάση την 473/2009 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και την από 6-11-2009 ιατρική έκθεση του νομίμως διορισθέντος ως τεχνικού συμβούλου του δεύτερου των αναιρεσειόντων, που συντάχθηκε μετά από δική του αίτηση, ορθοπεδικού χειρουργού Γ. Β., τις οποίες νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους στο δικαστήριο της ουσίας οι αναιρεσείοντες.
Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., για τον έλεγχο της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτοί επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν τις παραπάνω εκθέσεις. Το Εφετείο όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με τους ισχυρισμούς των διαδίκων κατέληξε αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, όχι δε και από την πραγματογνωμοσύνη, για την οποία δε γίνεται ιδιαίτερη μνεία, όπως έπρεπε, αφού αποτελεί ίδιον αποδεικτικό μέσον, διάφορο δηλαδή των εγγράφων, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, την οποία συνεπώς και δεν έλαβε υπόψη.
Περαιτέρω από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ενώ βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ότι λήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την προαναφερθείσα γνωμοδότηση του τεχνικού συμβούλου.
Και τούτο επειδή το Εφετείο δεν κάνει καμμία αναφορά ή σχολιασμό στην προσβαλλομένη απόφαση για το έγγραφο αυτό, δεδομένου ότι από το εκτιθέμενο στον αναιρετικό λόγο περιεχόμενό του, μπορούσε να χρησιμεύσει προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και να ενισχύσει τον αγωγικό ισχυρισμό του δεύτερου αναιρεσείοντος για το είδος, την έκταση και τις συνέπειες του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα.
Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος, παρέλκει δε η έρευνα του δεύτερου λόγου αυτής. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρεται στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους και τα συναρτώμενα με αυτούς κεφάλαια αποζημιώσεως των αναιρεσειόντων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4045/2012 και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, ως ηττηθέντες διάδικοι (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1418/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ